E, όχι και καλοκαιράκι! Σας παρακαλώ, πάρτε το λόγο σας πίσω! Ταινία επιστημονικής φαντασίας ζούμε… με τα… ούλα της. Μάσκες, γάντια, θερμομετρήσεις, απολυμάνσεις, ψεκάσματα, δελτίο τρόμου στις έξι τ’ απόγεμα με τα νέα κρούσματα, σαράντα τόσο θερμοκρασίες, σκόνη, υγρασία, να σ’ αποτελειώνουν οι άπνοες κι άυπνες νύχτες που κολλάει πάνω σου ό,τι φοράς σαν χταπόδι στο δίχτυ. Χιλιάδες επαγγελματίες στο περίμενε –καλόν Οκτώβρη και αν– πάνε τα γραφικά πανηγύρια για λίγο χαζολόγημα στις πραμάτειες, παντού ο ιός να σε κυνηγάει, κομμένα τα πολλά πολλά, κατήφεια, νεύρα, ο φόβος υποβόσκων, σπαστικό οδήγημα σε μια κατακρεουργημένη Λευκωσία, τι να πρωτοκαταγράψεις! Μπάνια, λέει, στη θάλασσα, με τις απολυμασμένες ξαπλώστρες, τις επιδείξεις μαγιό και παρεό, τις στοίβες στολίδια στα χέρια, στα πόδια, στ’ αυτιά, τέλειο αδιάβροχο μακιγιάζ, ζωγραφική σώματος που ανατριχιάζεις στη θωριά του! Τι θα πει «παλιώσαμε και παραξενέψαμε;» Λίγα είναι όσα κουβαλάμε στο δισάκι μας; Απάνω που λέγαμε «έρχονται τα καλύτερα, γαληνεύουμε, παρέα με τον εαυτό μας», καθημερινή άσκηση στο «ζην επικινδύνως», οι μέρες και οι νύχτες μας. Κοντά στα τόσα μαυρισμένα, χαμένα από το ριζικό αυτού του τόπου καλοκαίρια, ένα ακόμα τρισχειρότερο. Παλιά καραβάνα πια, ξαναζείς μέσα απ’ το γυαλί τις χειρότερες ώρες του τόπου. Ναι, μα έχεις φέτος κι άλλα, τα σούρτα-φέρτα της τούρκικης αδιαντροπιάς που σκάβουν υποδόρια την γαλήνη κι εμείς οι αδύνατοι δίνουμε ρεσιτάλ διαλλακτικότητας, υπομονής, με σκυμμένα κεφάλια μπας κι αποφύγουμε σάλτο μορτάλε  (θανάσιμο πήδημα ιταλιστί) που θα μας φάει κάποια κομμάτια εθνικής υπόστασης που τα ορέγεται ο σουλτάνος. Ένα τσούρμο σαλεμένα νευρόσπαστα που γυρεύουμε ανάσα γίναμε, θέλουμε να φωνάξουμε «φτάνει πια, δώσαμε, δώσαμε». 

Μουδιασμένα και τα ταξίδια, γίνονται, γίνονται και κουβαλάνε κομματάκι ιό από τα εξωτερικά, μόλις καταφέρνουμε να κουμαντάρουμε την εγχώρια παραγωγή. Αυτά για όσους τα μπορούν, όλο πληθαίνουν τα ανοίγματα κι οι επιστήμονες βαράνε κουδούνες κινδύνου. Εσύ τη δουλειά σου! Ψάχνεις στο γυαλί καμιά επανάληψη της προκοπής, έστω κι αν συνήθως την πατάς. Ό,τι ξέμεινε τα τελευταία τριάντα χρόνια στο ξαναπασάρουν, παππούδες-γιαγιάδες οι νέοι τότε ηθοποιοί, να τους βλέπεις στην βρεφική τους ηλικία, ένα σωρό παλιά κρίματα μας ξαναβρίσκουν, ανακατεύεσαι από ηλιθιότητες παιδικής τηλεοπτικής ιλαράς που θεωρήθηκε τότε επανάσταση της έγχρωμης τεχνολογίας. Και να σου ’ρχονται κατακέφαλα και κάτι μαργαριτάρια ελληνικά να σε κάνουν να τσιρίζεις «που ’σαι Μπαμπινιώτη να δεις την Κύπρο που την καμάρωνες!» Παρηγοριά τα ταξιδιωτικά που σε κάνουν να βουρκώνεις με τις ομορφιές της Ελλάδας και τις δικές μας, να χαίρεσαι τη θάλασσα τη γαλανή και τους απέραντους κάμπους, τα βουτημένα στο πράσινο βουνά, να τα χαϊδεύεις με τα μάτια και να… σε μαλώνεις: «Έλα τώρα, έχεις περάσει καλοκαίρια αληθινά, τα ’χεις κρύψει και τα ξανατραβάς απ’ την ντουλάπα της ψυχής, απαντοχή και βάλσαμο στα δύσκολα. Τα ξαναζείς, αληθινά, απλά ανθρώπινα καλοκαίρια στη φύση. Στο χρονοντούλαπο αυτών που δεν θα θέλεις να θυμάσαι κρύψε και το φετεινό, να ζήσουμε να… μην το θυμόμαστε όπως άλλα που φαρμακώνουν. Να το κηδεύσουμε με καφέ και παξιμάδι απλά, λιτά όπως παλιά». Εκείνο το «πρωτάρες είμαστε;» εδώ μου ’ρχεται να στο ξαναπώ. «Χαμογέλα…» μου λέω, «μπας και τ’ αποφύγω, σε παρακαλώ». «Έγινε»… μου απαντώ. Πάμε παρακάτω.