Το θέμα έχει βεβαίως πολλές διαστάσεις που έχουν ήδη συζητηθεί εκτεταμένα. Εδώ θα επιχειρήσουμε μια σύνοψη των σημαντικών νομικών ζητημάτων που εγείρονται και θα εξετάσουμε το συσχετισμό μεταξύ του ημεδαπού δικαίου μιας χώρας με το διεθνές δίκαιο. 

Τα καίρια σημεία του θέματος είναι λοιπόν τα εξής:

>>Όταν το 1453 ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί (διακόπτοντας βίαια μια ιστορία 900 και πλέον χρόνων κατά την οποία τελούσε ως ιερός ναός του Χριστιανισμού) το έπραξε εκδίδοντας ένα ούτω καλούμενο αυτοκρατορικό διάταγμα. Σύμφωνα με αυτό: «Απαγορεύεται οποιαδήποτε παρέμβαση στο ίδρυμα… και σε οποιονδήποτε να αλλάξει ακόμη και μία από τις προϋποθέσεις που διέπουν αυτό το ίδρυμα». Σημειώνουμε ότι ο ισχύων τουρκικός νόμος περί ιδρυμάτων απαγορεύει την τροποποίηση του καταστατικού χάρτη ενός ιδρύματος ή των σκοπών του ιδρύματος χωρίς διαβούλευση και έγκριση με τον ιδιοκτήτη.

>>Παρά το πιο πάνω ο Ατατούρκ με το γνωστό κρατικό διάταγμα του 1934 αποφάσισε τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο. 

>>Το 1983 η Τουρκία έγινε συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς. Η Σύμβαση αυτή υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των κρατών μελών της UNESCO το 1972 και μέχρι σήμερα έχει υπογραφεί από 191 κράτη μέλη. Το άρθρο 4 της Σύμβασης δημιουργεί ευθύνη σε κάθε κράτος μέλος να ‘προστατεύει, διατηρεί και να μεταδίδει στις επόμενες γενεές την πολιτιστική και φυσική κληρονομιά που βρίσκεται εντός της επικράτειας του’. Πολιτιστική Κληρονομιά ερμηνεύεται βάσει της σύμβασης ως (ανάμεσα σε άλλα) οικοδομήματα ‘Εξαίρετης Οικουμενικής Αξίας’. Βάσει δε του Άρθρου 11 της Σύμβασης συγκεκριμένη επιτροπή κρίνει αν κάποιο οικοδόμημα θα πρέπει να συμπεριληφθεί σε σχετικό Κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς. Βάσει των πιο πάνω η Αγία Σοφία, το 1985, κρίθηκε ότι εμπίπτει στον εν λόγω ορισμό και συμπεριλήφθηκε στον Κατάλογο (ως μέρος που είναι των ιστορικών περιοχών της Κωνσταντινούπολης).

>>Θρησκευτικό σύνολο που για χρόνια είχε δημιουργήσει εκστρατεία για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί έλαβε νομικά μέτρα κατά του διατάγματος του Ατατούρκ καταθέτοντας σχετική προσφυγή στο Ανώτερο Διοικητικό Δικαστήριο της Τουρκίας. Την 10 Ιουλίου 2020 εξεδόθη και η πολυσυζητημένη απόφαση του δικαστηρίου αυτού με την οποία το διάταγμα του Ατατούρκ ακυρώθηκε με την αιτιολογία ότι είχε εκδοθεί κατά παράβαση του προαναφερόμενου νόμου της Τουρκίας που αφορά το καθεστώς ιδρυμάτων.

>>Δεν θα μας απασχολήσει η ορθότητα, βάσει του τουρκικού δικαίου, της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Εκτός των άλλων δεν νομίζουμε να λήφθηκε βάσει καθαρά νομικών κριτηρίων αλλά αντιθέτως φαίνεται να εμφιλοχώρησαν πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες. Θα πούμε μόνο ότι μας φαίνεται να είναι εκτός κάθε έννοιας δικαίου ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 1934 να μπορεί να προσβάλλεται με νομικά μέσα ενώπιον δικαστηρίου σχεδόν 90 χρόνια μετά. 

>>Εν πάση όμως περιπτώσει το ζήτημα έπαυσε να αποτελεί θέμα εσωτερικού δικαίου της Τουρκίας και απέκτησε διεθνείς νομικές διαστάσεις όταν η Αγία Σοφία συμπεριλήφθηκε στον προαναφερόμενο Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Όπως είδαμε, το γεγονός αυτό δημιούργησε στην Τουρκία συγκεκριμένες υποχρεώσεις βάσει της Διεθνής Συνθήκης για την Παγκόσμια Κληρονομιά του 1972 που προσυπέγραψε. 

>>Οι διεθνείς υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ένα κράτος υπερισχύουν των ημεδαπών του νόμων και δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές συνοψίζονται στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Βάσει του άρθρου 26 της σύμβασης αυτής ‘Πάσα εν ισχύι συνθήκη δεσμεύει άπαντα τα μέρη αυτής και δέον να εκτελήται υπ’ αυτών εν καλή πίστει’ ενώ το Άρθρο 27 καθιστά σαφές ότι ‘Συμβαλλόμενον μέρος δεν δύναται να επικαλήται τας διατάξεις του εσωτερικού αυτού δικαίου ως δικαιολογίαν δια την εκ μέρους αυτού παράλειψιν εκτελέσεως συνθήκης’.

>>Το ερώτημα βεβαίως είναι ποιος θα επιβάλει σε ένα κράτος την τήρηση των διεθνών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωσή μας η UNESCO εξέφρασε την απογοήτευσή της για την πράξη της Τουρκίας, όμως δεν έχει τους μηχανισμούς για να την υποχρεώσει σε συμμόρφωση. Η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου (και) στο παρόν ζήτημα επαφίεται ξεκάθαρα σε διπλωματικά μέτρα και αναδεικνύεται και πάλι η αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών και των οργάνων που το συνθέτουν. Μπορούμε εδώ να ολοκληρώσουμε με την αναφορά του Καθηγητή Θ. Σκουτέρη: ‘Σε πολλές περιπτώσεις το διεθνές δίκαιο παρουσιάζεται απλός απολογητής της κρατικής εξουσίας, και δη της κρατικής εκείνης εξουσίας του ισχυρού και δεν είναι σε θέση ως τομέας δικαίου που εξαρτά τη λειτουργία του ακριβώς στην κρατική βούληση να εναγκαλίσει ηθικές δεσμεύσεις.’

* O Μενέλαος Κυπριανού είναι δικηγόρος και η Άννα-Μαρία Μοδέστου είναι ασκούμενη δικηγόρος (δικηγορικό γραφείο Michael Kyprianou and Co LLC).