Το θέμα του τίτλου έχει πολλές πτυχές και είναι σε έκταση, αν θέλει ένας να το αναλύσει λεπτομερώς, τεράστιο. Εγώ θα περιοριστώ στις σημερινές πραγματικότητες οι οποίες δημιουργούν πολλές φορές σύγχυση. Φτάνει να αναφέρω ότι ο περισσότερος κόσμος ταυτίζει τη δικαιοσύνη με τη «νομιμότητα». Η «δικαιοσύνη», δεν είναι θεσμοποιημένη όπως η «νομιμότητα». Η δικαιοσύνη είναι προϊόν της επικρατούσας σκέψεως σε μια κοινωνία.
Όλες οι σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες και γενικότερα εκείνες των δυτικών χωρών έχουν κοινή αντίληψη ως προς ποιες είναι οι απαιτήσεις της «δικαιοσύνης» η οποία λειτουργεί έξω από τους νόμους ή μέσα από αυτούς με βάση ιδέες και αντιλήψεις που έχουν προστεθεί στην πάροδο των χρόνων. Απ’ έξω από τους νόμους, η «δικαιοσύνη» λειτουργεί όταν ο νόμος σιωπά για ένα θέμα το οποίο εγείρει ζητήματα δίκαιης ή άδικης λύσης. Εντός του νόμου η δικαιοσύνη λειτουργεί είτε όταν δεν υπάρχει σαφής λύση από τη νομοθεσία είτε η λύση συγκρούεται με τη λογική, ή όταν οι σχετικές πρόνοιες παρέχουν περιθώριο στον εφαρμοστή του νόμου να ενεργήσει κατά την κρίση του με κλασσικό παράδειγμα την περίπτωση των εξουσιών που ασκούνται κατά διακριτική ευχέρεια.
Στην Αγγλία έχουν εφεύρει το δόγμα της επιείκειας όπου αναπτύχθηκε παράλληλα αλλά ανεξάρτητα από την καθιερωμένη νομολογία ή ακόμη και με τη νομοθεσία, για να λύσει ένα πρόβλημα κατ’ επιταγή των απαιτήσεων της δικαιοσύνης έστω και ασύμφωνο με τις ρητές πρόνοιες ενός νομοθετήματος ή μιας νομολογίας. Ο όρος νομιμότητα χρησιμοποιείται για περιπτώσεις που ένα θέμα ρυθμίζεται διά τυπικού νόμου ή ακόμη μέσω σαφούς νομολογίας των δικαστηρίων. Ενώ, ο όρος δικαιοσύνη, είναι ευρύτερος διότι δεν βρίσκεται πλαισιωμένος, ούτε προβλέπεται, από ρητές νομοθετικές ή νομολογιακές διατάξεις αλλά προέρχεται από το αίσθημα δικαίου που όπως είπα και πιο πάνω επικρατεί σε μια κοινωνία. Με την πάροδο των αιώνων υπήρξαν σοβαρές βελτιώσεις τόσο στην νομιμότητα όσο και στην δικαιοσύνη. Όμως, υπάρχουν ακόμη πολλά κενά για την λύση ενός προβλήματος είτε σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας, είτε ακόμα και με εκείνες της δικαιοσύνης. Για τη νομοθεσία ευθύνη έχουν τα νομοθετικά σώματα ή ακόμη και αποφάσεις των Δικαστηρίων που ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τον νόμο. Για τις αρχές της δικαιοσύνης, οι παράγοντες που την επηρεάζουν διαφέρουν ανάλογα με το επίπεδο της κάθε κοινωνίας αλλά και την παιδεία και συνείδηση των ανθρώπων. Συνεπώς, εκείνο το οποίο πρέπει να επιδιώκει η κάθε κοινωνία, δηλαδή τη «δικαιοσύνη», εξαρτάται από το επίπεδο της δικαστικής εξουσίας και τις ευαισθησίες της κάθε κοινωνίας. Επιδιώκοντας λοιπόν την επικράτηση της δικαιοσύνης πρέπει να έχεις μαζί σου σύμμαχο την κοινή γνώμη και την τόλμη της δικαστικής εξουσίας. Δεν υποστηρίζω αυτό ότι τα θύματα της αδικίας πρέπει να παραμερίζουν τους νόμους και να απευθύνονται στο κοινό. Άλλωστε, για κάθε υπόθεση που χρειάζεται μια δίκαιη λύση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα γεγονότα κάθε υπόθεσης, πράγμα πολύ δύσκολο για να αφεθεί στην κρίση του κοινού γενικά.
Με το παρόν άρθρο, επιδιώκω αφενός να ξεκαθαρίσω ότι κάθε τί που τιμωρείται ως παράνομο, δεν σημαίνει ότι και η σχετική απόφαση του είναι και δίκαιη. Και ότι είναι δίκαιο, δεν σημαίνει ότι προστατεύεται και από τον νόμο. Με βάση τα πιο πάνω προβάλλω την διαπίστωση, ότι κάθε νόμιμο δεν είναι και δίκαιο, και κάθε δίκαιο δεν είναι και νόμιμο. Για να υπάρξει όμως βελτίωση στο θέμα μας, έτσι που να ταυτίζεται η νομιμότητα με τη δικαιοσύνη, χρειάζεται ένας αγώνας για την πάταξη της νομοθετικής αδικίας και για την πάταξη της αδικίας σε περιπτώσεις που τα δικαστικά συστήματα αδικούν διαδίκους λόγω αυστηρής προσήλωσης προς άδικο νόμο, ή λόγω κακοδικίας. Τα θύματα κακοδικιών πρέπει να μην παραδίδονται στην υποταγή άδικων λύσεων αλλά πρέπει να αγωνίζονται πολεμώντας την αδικία και βροντοφωνάζοντας το δίκαιο τους.
Υπάρχει η εντύπωση ότι κάθε διάδικος πρέπει να υποτάσσεται σε όλες τις δικαστικές αποφάσεις έστω και αν αυτές υιοθετούν την αδικία φανερά. Διαφωνώ. Δεν υποστηρίζω βέβαια ότι πρέπει να παραγνωρίζονται οι δικαστικές αποφάσεις όταν κρίνονται άδικες από τους διαδίκους. Μιλώ για τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που υπάρχουν όχι μόνο στον τόπο μας, αλλά και σε άλλες χώρες που τα γεγονότα είναι πασίγνωστα ότι ένας διάδικος ή ένας κατηγορούμενος αδίκως διώχθηκε και μάλιστα στις περιπτώσεις που βρίσκονται σε φυλακές λόγω εσφαλμένης δικαστικής απόφασης. Είναι για αυτό που η κριτική των δικαστικών αποφάσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ως μέσον αποδοκιμασίας εσφαλμένων αποφάσεων και ως λυτρωτική των αποτελεσμάτων τους. Και είναι για αυτό που το δικαστικό σώμα πρέπει να ανέχεται ελεύθερα την κριτική. Αλλιώς δεν θα υπάρξει ποτέ αποτελεσματική κριτική. Με τη λογική αυτή, δεν θα υπάρξει ποτέ αποτελεσματική κριτική. Πρέπει επίσης να τονιστεί και η ανάγκη εκτελέσεως των αποφάσεων δικαστικών οργάνων πράγμα που τουλάχιστον για τα διεθνή δικαστικά όργανα δεν το πέτυχε ακόμη η ανθρωπότητα (βλ. αποφάσεις εναντίον της Τουρκίας του ΕΔΑΔ).