Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας του στην Κωνσταντινούπολη, χωροθέτησε τα σημαντικότερα μνημεία της. Ανάμεσά τους και τρεις εκκλησίες αφιερωμένες, συμβολικά,  στη Σοφία, την Ειρήνη και τη Δύναμη του Θεού. Από αυτές οι δύο υπάρχουν ακόμη, στη θέση που ο ίδιος ο Κωνσταντίνος είχε υποδείξει, μέχρι σήμερα. 

Η πρώτη Αγία Σοφία, μια μεγάλη ξύλινη βασιλική εγκαινιάστηκε το 360 επί Κωνσταντίνου  Β΄ κάηκε το 405 επί Αρκαδίου, πιθανότατα σε κάποιες ταραχές που ξέσπασαν εξαιτίας της εξορίας του Πατριάρχη Ιωάννη Χρυσοστόμου. Η δεύτερη Αγία Σοφία χτίστηκε από τον Θεοδόσιο Β’ και κάηκε στη Στάση του Νίκα (532) επί Ιουστινιανού. Ερείπιά της σώζονται ώς σήμερα. Η τρίτη Αγία Σοφία, αυτή που στέκει μέχρι σήμερα, χτίστηκε από τον Ιουστινιανό, αμέσως μετά την καταστροφή της προηγούμενης, ολοκληρώθηκε μέσα σε 5 μόλις χρόνια και εγκαινιάστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 537, τότε που , σύμφωνα με την παράδοση ο Ιουστινιανός είπε το «νενίκηκά σε Σολομών». 

Ο Ιουστινιανός έκτισε έναν ναό που όμοιός του δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να συγκριθεί με κανένα κτίσμα που είχε γίνει ώς τότε‧ εμέλλε να είναι η μεγαλύτερη εκκλησία και το πιο μεγάλο σκεπαστό κτίριο στον κόσμο για 1.000 χρόνια. Πάνω από όλα όμως η  Αγιά Σοφιά ήταν σύμβολο που εξέφρασε ορατά την πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: ήταν στο κντρο της πρωτεύουσας της μίας και μόνης αυτοκρατορίας που ο Θεός ήθελε να υπάρχει επί γης,  της ρωμαϊκής Οικουμένης, η οποία ήταν φτιαγμένη κατ’εικόνα της ουράνιας βασιλείας με τον  αυτοκράτορα των Ρωμαίων να την κυβερνά «ελέω Θεού». Αυτός ήταν ο ρόλος της για τα επόμενα 915 χρόνια

Ως σύμβολο την αντιμετώπισε και ο Μωάμεθ ο Πορθητής όταν κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη το 1453. Η κατακτημένη εκκλησία έγινε το πρώτο τζαμί της δικής του αυτοκρατορίας, σύμβολο την ίδια στιγμή  συνέχειας αλλά και της νέας αρχής  που σηματοδοτούσε η Άλωση και η καθιέρωση της Κωνσταντινούπολης και πάλι ως πρωτεύουσας μιας νέας Αυτοκρατορίας. Παρασκευή 1η Ιουνίου 1453 έγινε η πρώτη ισλαμική προσευχή στον ναό και η Αγία Σοφία. Έκτοτε, και για περισσότερο από τεσσεράμισι αιώνες, ήταν το πρώτο τέμενος της αυτοκρατορίας και το πρότυπο για την κατασκευή όλων των οθωμανικών αυτοκρατορικών τζαμιών. 

Το 1923 ο Ατατούρκ ιδρύει την Τουρκική Δημοκρατία, ένα κοσμικό κράτος που προσπαθεί να μοιάσει στα εθνικά κράτη της Ευρώπης και σε αρκετούς τομείς το πετυχαίνει. Μια από τις κορυφαίες, συμβολικά κινήσεις, προς την κατεύθυνση αυτή, εξίσου σημαντική με την κατάργηση του χαλιφάτου ή την μεταφορά της πρωτεύουσα στην Άγκυρα, ήταν η μετατροπή της Αγίας Σοφίας από τζαμί σε μουσείο το 1934. Μια ιδιοφυής, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, απόφαση  που ανέδειξε την Αγιά Σοφιά ως ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομίας, ένα σύμβολο που συνδέει εποχές και ενώνει λαούς και θρησκείες Η Αγιά Σοφιά γίνεται σύμβολο ειρήνης, καταλλαγής, που παρουσιάζει με τρόπο συνθετικό και ενωτικό -σχεδόν ιδανικά- τους 15 αιώνες ζωής του κτιρίου και φέρνει κοντά λαούς και θρησκείες στο πλαίσιο μιας χώρας και μια κοινωνίας σύγχρονης, εκκοσμικευμένης, δυτικότροπης, ανεξίθρησκης. Τα πολύτιμα ψηφιδωτά αποκαλύπτονται, αλλά και τα ισλαμικά-οθωμανικά σύμβολα παραμένουν διακριτά.

Ως σύμβολο αντιμετώπιζε την Αγιά Σοφιά και η ισλαμιστική αντιπολίτευση όλα τα χρόνια του κεμαλισμού που ακολούθησαν. Οι ισλαμιστές βασίστηκαν στη δυσαρέσκεια των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων της χώρας, των «μαύρων Τούρκων» που αποτελούσαν την καταπιεσμένη πλειοψηφία μιας κοινωνίας που η εξουσία και η ισχύς περιοριζόταν στη νομεκλατούρα των κεμαλιστών οι οποίοι κυριαρχούσαν στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τον στρατό και την παιδεία και εν γένει στους  επονομαζόμενους «λευκούς Τούρκους», την εκκοσμικευμένη μειοψηφία που κρατούσε επιπλέον στο χέρι της τον πλούτο της χώρας.

Η Αγία Σοφία σε αλυσίδες ήταν μια από τις εικόνες που χρησιμοποίησε το πρώτο ισλαμιστικό κόμμα του Νετσμετἰν Ερμπακάν, πρόδρομος του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 για να δώσει εύληπτα το στίγμα του. 

Το θέμα της επαναλειτουργίας της Αγιά Σοφιάς ως τζαμί ήταν στην ατζέντα των ισλαμιστών, λοιπόν, για δεκαετίες, αλλά παρέμενε περιθωριακό μέχρι πρόσφατα. Ο κ. Ερντογάν έκανε τη συμβολική κίνηση που πολλοί από τους οπαδούς του περίμεναν, συσπειρώνοντας γύρω του τα πλέον ακραία ισλαμιστικά και εθνικιστικά στοιχεία, όταν έκρινε πως αυτό του ήταν χρήσιμο, αν όχι αναγκαίο.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, η Αγιά Σοφιά δεν θα είναι ο ναός σύμβολο για την κυρίαρχη θρησκεία μιας πολυεθνοτικής, πολυθρησκευτικής, πολυπολιτισμικής αυτοκρατορίας που απλώνεται σε τρεις ηπείρους, όπως ήταν η οθωμανική (και παλαιότερα η βυζαντινή). Εκπροσωπεί τη στροφή μιας κοινωνίας και μιας χώρας που επιλέγει να πορευτεί στο εξής, όλο και περισσότερο, με τον εθνικισμό, τον ισλαμισμό, την εσωστρέφεια, τον θρησκευτικό διαχωρισμό, τον πόλεμο των πολιτισμών, τη μειωμένη ανεκτικότητα, την απομόνωση της διαφορετικότητας, την περιορισμένη ελευθερία, παρά ταύτα διατηρώντας, επί του παρόντος, ένα προπέτασμα δυτικοφανούς δημοκρατίας.  

Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά  της «νέας Τουρκίας» που με περηφάνια αυτοπαρουσιάζεται ως περιφερειακή δύναμη, που φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στην περιοχή μας. Κοντολογίς μια χώρα που απομακρύνεται κάθε μέρα από την κοινή πορεία με τον δυτικό/ευρωπαϊκό κόσμο,  με τον οποίο οι διαφορές και οι αποκλίσεις αναμένεται να μεγαλώσουν.

Συγχρόνως, γυρίζοντας συμβολικά την πλάτη στη Δύση δίνει ισχυρό μήνυμα προς τον (σουνιτικό) μουσουλμανικό κόσμο, εντός του οποίου προσδοκά να έχει ηγετική θέση, πως η Τουρκία, όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποτε, θα αναλάβει και πάλι τον ρόλο του προστάτη του Ισλάμ παγκοσμίως. Για τον λόγο αυτό ας μην εκπλαγούμε, αν δούμε σε λίγο καιρό να επανιδρύεται και πάλι το χαλιφάτο και ο θεσμός του χαλίφη που κατήργησε ο Ατατούρκ το 1924. Σε μια τέτοια περίπτωση βέβαια η Τουρκία θα βρει σφοδρή την αντίδραση άλλων σημαντικών σουνιτικών δυνάμεων, όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, αλλά αυτά είναι μια άλλη συζήτηση που δεν είναι της παρούσης.

*Γιάννης Γιγουρτσής, φιλόλογος- ερευνητής, καθηγητής επί σειρά ετών στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη.

Φιλελεύθερα, 2.8.2020.