Η παιδική και εφηβική ηλικία διαθέτουν το πολύτιμο προνόμιο της καθαρής σκέψης και της αμόλυντης ψυχής. Τα παιδιά/νέοι/έφηβοι φέρουν την ικανότητα της διαυγούς διεισδυτικής κριτικής σκέψης που προσφέρει η νεανική ηλικία -οι μεγαλύτεροι δε, μόνο με βαθιά και διαρκή παιδεία την εξασφαλίζουν- η οποία είναι αποφορτισμένη και καθαρή από ενοχικά σύνδρομα, αγκυλώσεις σε θρησκευτικές δεισιδαιμονίες και τέρατα, προκαταλήψεις και άγονους συντηρητισμούς. Μάλιστα, τις εμμονές και φοβίες που κουβαλούν συχνά οι προγενέστεροί τους -όχι όλοι, αλλά δυστυχώς αρκετοί- οι οποίοι έμειναν, για διάφορους λόγους, προσκολλημένοι σε μια άγονη αλλά και πνευματικά άλογη «ηθική» παράδοση, οι νέοι λοιπόν, έχουν τη δύναμη και τη σοφία να τις κριτικάρουν και να τις αποβάλλουν. Όχι όλοι, αλλά ευτυχώς αρκετοί, ίσως και οι περισσότεροι.
Μέσα σε ένα τέτοιο μάλλον πλαίσιο προέκυψε και το συμβάν με τη μαθήτρια στο Λύκειο Λευκωσίας, η οποία ευθαρσώς και αγνή τη καρδία εξέφρασε άποψη, κριτική σκέψη και εισηγήσεις επί του θέματος που άπτεται το μάθημα των Θρησκευτικών. Η ορθότητα ή όχι της άποψης δεν μπορεί να διερευνηθεί διεξοδικά στο παρόν άρθρο καθώς είναι πολλές οι υπό συζήτηση παράμετροι. Προσωπικά, επικροτώ το κείμενο για το ελεύθερο πνεύμα από το οποίο διέπεται καθώς και τη σεμνότητα με την οποία διατυπώνεται, διότι είναι εξαιρετικά σημαντικό οι όποιες απόψεις εκφράζονται να συνοδεύονται και από τη δέουσα σεμνότητα και μετριοφροσύνη. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε, πως η υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου επισύρει την ύβρη και αναπόφευκτα την τίση. Περαιτέρω, να επισημάνω ως εκπαιδευτικός που διδάσκει στα σχολεία εδώ και 24 χρόνια, πως το φαινόμενο αυτό διόλου πρωτοφανές είναι καθώς ανέκαθεν οι μαθήτριες και μαθητές μας διατύπωναν τις σκέψεις και προβληματισμούς τους, τουλάχιστον σε εμάς τους δασκάλους τους και εμείς, θεωρώ οι περισσότεροι, αγκαλιάζαμε αυτά τα ερωτήματα με αγάπη και ενδιαφέρον εφόσον επιβεβαιώνουν περίτρανα την αποστολή τους: να μην είναι παθητικοί δέκτες, να ακούν, να διαβάζουν και να κριτικάρουν τα πάντα γύρω τους ακόμη και εμάς τους δασκάλους τους και εμάς τους γονείς τους.
Ο διάλογος που προκύπτει στις μαθητικές αίθουσες με αφορμή προβληματισμούς, ενστάσεις και σκεπτικισμούς των μαθητών μας γύρω από πολλά θέματα που αφορούν τη σύσταση, τη δομή και τη λειτουργία της κοινωνία μας, αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα του ότι οι νέοι μας είναι ενεργοί πολίτες, τουλάχιστον εγκεφαλικά, και νοιάζονται για την πρόοδο και εξέλιξη της κοινωνίας, πολλές φορές με περισσότερη αγωνία από εμάς που έχουμε ήδη συμβιβαστεί με τα κατεστημένα.
Ο διάλογος, λοιπόν, αποτελεί ουσιαστικά το ζητούμενο στη σημερινή εκπαίδευση καθώς ασκεί στην ψυχή των μαθητών έντονη παιδευτική επίδραση και συντελεί τόσο στη διερεύνηση όσο και στην κατανόηση της αλήθειας. Η αποδοτικότερη και ουσιαστικότερη μάθηση που προκύπτει μέσα από τις διαδικασίες του διαλόγου καθίσταται όλο και πιο αναγκαία στους χαλεπούς καιρούς που διάγουμε στην εκπαίδευση αλλά και στην κοινωνία γενικότερα. Όπως πολύ σοφά διατύπωσε αιώνες πριν ο Πλάτωνας, Παιδεία είναι η ολκή (η έλξη, το τράβηγμα) και η αγωγή των παιδιών προς τον «ορθό λόγο». Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα και ευκολότερα με τη συμμετοχή και τη συνεργασία του μαθητευόμενου στο παιδευτικό έργο. Ο διάλογος διασφαλίζει ότι οι νοητικές και ψυχικές δυνάμεις των μετεχόντων σ’ αυτόν βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση. Ο μαθητής, συνεπώς, δεν παραμένει παθητικός δέκτης μιας ψυχρής μετάδοσης έτοιμων γνώσεων, αλλά και ο ίδιος ζητάει να βρει την αλήθεια, με το να ερευνά, να εξετάζει, να ερωτά και να ελέγχει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει πνευματική ανύψωση και ψυχική καλλιέργεια. Ως εκ τούτου, πραγματώνεται και το ιδεώδες της Παιδείας που είναι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος με την έννοια του κριτικά σκεπτόμενου ανθρώπου αλλά και του ευαισθητοποιημένου ενεργού πολίτη.
*Εκπαιδευτικός