Η υγεία θεωρείται ως δημόσιο κοινωνικό αγαθό και ως τέτοιο θα πρέπει να αντικρίζεται από όλους. Με τις εξελίξεις, σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, διαφαίνεται ότι οι προσπάθειες που γίνονται για αναδιαμόρφωση των συστημάτων υγείας, επικεντρώνονται σε κριτήρια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενδεχομένως να υπάρξει πρόβλημα στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας.

Η αξιολόγηση και η βελτίωση της ποιότητας απασχολούσαν τους ανθρώπους από την αρχαιότητα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Όρκο του Ιπποκράτη (5ος αιώνας π.Χ.), που αποτελεί μέχρι σήμερα κώδικα καλής πρακτικής, ηθικής και δεοντολογίας.

Η Florence Nightingale, η οποία πρωτοπόρησε στη θεμελίωση της σύγχρονης νοσηλευτικής, ήταν η πρώτη που κατέγραψε και αξιοποίησε επιδημιολογικά στοιχεία κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, προκειμένου να βελτιωθεί η φροντίδα, στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Donabedian, πατέρας του όρου ποιότητα στις υπηρεσίες υγείας, κατέγραψε και ανέλυσε προηγούμενες προσεγγίσεις στο θέμα και διαμόρφωσε το πλαίσιο διασφάλισης της ποιότητας στο τρίπτυχο σωστές δομές, καλές διαδικασίες και κατάλληλα αποτελέσματα. Έχει ορίσει την ποιότητα ως: «τη μεγιστοποίηση της ικανοποίησης του ασθενή, αν ληφθούν υπόψη τα κέρδη και οι ζημιές που υπάρχουν σε μια διαδικασία περίθαλψης».

Στην αποτίμηση των δομών, γίνεται συλλογή μετρήσιμων στοιχείων που αφορούν υλικούς και ανθρώπινους πόρους καθώς και τη μορφή των διοικήσεων των οργανισμών που παρέχουν υπηρεσίες υγείας (π.χ. το νοσοκομείο). Οι δείκτες διαδικασιών, αφορούν την πορεία του ασθενή στο σύστημα και συμπεριλαμβάνουν ενέργειες σε σχέση με την αντιμετώπιση του ώστε να διαφανεί η βελτίωση, η σταθεροποίηση ή, η επιδείνωση της κατάστασης του. Παράμετροι που εξετάζονται, μεταξύ άλλων, είναι το διάστημα μεταξύ διάγνωσης και θεραπείας, ο χρόνος ανάρρωσης και η τυπολογία και η μορφή των παρεμβάσεων (ιατρικών και νοσηλευτικών).

Οι υπηρεσίες υγείας πρέπει να στοχεύουν στην προώθηση και διασφάλιση υψηλής ποιότητας φροντίδας υγείας βασισμένη σε κοινές αξίες και αρχές όπως της αλληλεγγύης, και της ίσης πρόσβασης. Η ποιότητα στην παρεχόμενη φροντίδα είναι μετρήσιμη και διασφαλίζει τόσο τα επίπεδα υγείας των πολιτών όσο και την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των επαγγελματιών υγείας μέσω των προαναφερόμενων δεικτών (δομών, διαδικασιών και αποτελεσμάτων) ΚΑΙ θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα του εκάστοτε υγειονομικού οργανισμού και συστήματος υγείας.

Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες των υπηρεσιών υγείας στρέφονται όλο ένα και περισσότερο στο ζήτημα της διασφάλισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η διασφάλιση της ποιότητας αναφέρεται σε εκείνες τις ενέργειες που αποσκοπούν στη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών υγείας. Η έννοια της διασφάλισης της ποιότητας (quality assurance) περιλαμβάνει το σχεδιασμό, την ανάπτυξη των στόχων, τον καθορισμό των προτύπων και τον έλεγχο, χρησιμοποιώντας δείκτες αξιολόγησης.

Οι νοσηλευτές και οι μαίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες της κοινωνίας για αντιμετώπιση των προκλήσεων στο τομέα της δημόσιας υγείας. Η συμμετοχή τους εστιάζεται στην διασφάλιση παροχής υψηλής ποιότητας φροντίδας, στην ίση πρόσβαση και κατανομή, στη συνέχεια της φροντίδας και στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ασθενών.

Η βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της περαιτέρω ανάπτυξης της νοσηλευτικής και της μαιευτικής και των παρεχόμενων υπηρεσιών καθώς επίσης και μέσω της προώθησης δραστηριοτήτων που προωθούν τη δημιουργία υποστηρικτικού περιβάλλοντος εργασίας (Διεθνές Κέντρο Ανθρωπίνων Πόρων στη Νοσηλευτική (ICHRN).

Επομένως χρειάζεται να διευκολυνθεί το έργο των νοσηλευτών και των μαιών για να μπορούν να παρέχουν φροντίδα επαρκώς και αποτελεσματικά, τόσο σαν ανεξάρτητοι όσο και σαν αλληλοεξαρτώμενοι επαγγελματίες, σε όλα τα επίπεδα (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια φροντίδα υγείας).

Προβληματισμοί

  1. Έχουν υιοθετηθεί από τους οργανισμούς παροχής υπηρεσιών υγείας πρότυπα φροντίδας (standards of care) και ελέγχου ποιότητας (quality control);
    2.Έχουν αναπτυχθεί κοινοί (ομοιόμορφοι) δείκτες ποιότητας;
  2. Έχει εγκατασταθεί ένα κοινό πλαίσιο συλλογής πληροφοριών, σε σχέση με την ποιότητα των υπηρεσιών και ασφαλιστικές δικλείδες για τους μηχανισμούς αναφοράς παραπόνων;
  3. Υπάρχει μηχανισμός διάχυσης της γνώσης προς όλους τους επαγγελματίες υγείας σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με την κοινωνικό-οικονομική αξιολόγηση της τεχνολογίας υγείας και της φροντίδας προκειμένου η συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων να είναι κλινικά τεκμηριωμένη και οικονομικά αποδοτική;
  4. Πως διασφαλίζεται ο καλύτερος συντονισμός της φροντίδας με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας και της οικονομικής αποδοτικότητας;
  5. Έχουν υιοθετηθεί σύγχρονα μοντέλα διοίκησης και εμπέδωση σύγχρονης διαχειριστικής κουλτούρας (π.χ. διοίκηση ολικής ποιότητας), τα οποία καινοτομούν εισάγοντας αρχές που εστιάζονται στον πελάτη, στην ηγεσία, στην ενεργό συμμετοχή του προσωπικού, στην προσέγγιση βασισμένη σε διεργασίες, στη συνεχή βελτίωση, στη λήψη αποφάσεων βασισμένη σε αντικειμενικά στοιχεία και στις σχέσεις αμοιβαίου οφέλους με τους προμηθευτές;

Εισηγήσεις

  1. Υποστήριξη, ενίσχυση και διεύρυνση του ρόλου των νοσηλευτών και μαιών στη δημόσια υγεία, στην προαγωγή της υγείας και στις υπηρεσίες επείγουσας φροντίδας.
  2. Ενεργός και ισότιμη συμμετοχή στο επίπεδο διαμόρφωσης πολιτικής υγείας και λήψης αποφάσεων.
  3. Διασαφήνιση της ακολουθούμενης διαδικασίας σε ό,τι αφορά στον έλεγχο και στη διαχείριση των υπηρεσιών.
  4. Ίδρυση συντονιστικού φορέα ο οποίος (με συμμετοχή όλων των επαγγελματιών υγείας) θα επαναπροσδιορίσει και θα αναθεωρεί τις μεθόδους και επαγγελματικές πρακτικές που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο καθώς και στον καταρτισμό κατευθυντήριων οδηγιών, πρωτοκόλλων και προτύπων φροντίδας.
  5. Υιοθέτηση επιστημονικών μεθόδων αξιολόγησης και διασφάλισης της ποιότητας, μέσα από μελέτη και σχεδιασμό στρατηγικών ανάπτυξης που να συμπεριλαμβάνουν τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες λύσεις με τη χρήση της τεχνολογίας.
    Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το ευρύ φάσμα αναγκών σε σύγχρονο εξοπλισμό και η υποστελέχωση, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση και τη συνεχή αύξηση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών περιορίζουν τα περιθώρια βελτίωσης της ποιότητας και αποτελεσματικότητας. Αυτό δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει από το στόχο της καλύτερης δυνατής φροντίδας και παροχής υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες.