Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, η τεχνολογία παρουσιάζεται συχνά ως πανάκεια: άμεση πρόσβαση στη γνώση, απεριόριστη πληροφορία, εργαλεία που υπόσχονται να αντικαταστήσουν τη μελέτη, την έρευνα και – κατά την πιο ακραία εκδοχή – την ίδια την ακαδημαϊκή μόρφωση. Διαμορφώνεται έτσι μια λανθασμένη θεώρηση: ότι η εκπαίδευση, και ιδίως η πανεπιστημιακή παιδεία, είναι πλέον περιττή, αφού «όλα υπάρχουν στο διαδίκτυο». Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς αφελής· είναι επικίνδυνη. Και οι συνέπειές της γίνονται ιδιαίτερα ορατές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ιστορική μνήμη, την ιστορική αλήθεια και κρίσιμα ζητήματα ταυτότητας, όπως η ελληνικότητα της Κύπρου από τους αρχαίους χρόνους και οι αγώνες για την ένωση με την Ελλάδα.

Η τεχνολογία πράγματι διευκολύνει την πρόσβαση στην πληροφορία. Όμως η πληροφορία δεν ταυτίζεται με τη γνώση, και η γνώση δεν ταυτίζεται με την κατανόηση. Η ακαδημαϊκή μόρφωση δεν προσφέρει απλώς δεδομένα· καλλιεργεί μεθοδολογία, κριτική σκέψη, ικανότητα αξιολόγησης πηγών και συνείδηση του ιστορικού πλαισίου. Χωρίς αυτά, η ψηφιακή πληροφορία μετατρέπεται σε ένα άναρχο σύνολο αποσπασμάτων, ευάλωτο στη χειραγώγηση, την παραπληροφόρηση και την ιδεολογική χρήση.

Ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους αυτής της κατάστασης είναι η σταδιακή εξάλειψη της ιστορικής μνήμης. Οι αλγόριθμοι των ψηφιακών πλατφορμών ευνοούν το πρόσκαιρο, το εντυπωσιακό και το «εύπεπτο». Η ιστορία, όμως, είναι σύνθετη, συχνά αντιφατική και απαιτεί χρόνο, μελέτη και εμβάθυνση. Όταν η ιστορική γνώση αντικαθίσταται από αποσπασματικές αναρτήσεις, σύντομα βίντεο ή «ουδέτερες» περιλήψεις χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, η μνήμη αποδυναμώνεται και τελικά διαστρεβλώνεται.

Η αλλοίωση της ιστορίας δεν συντελείται πάντα με ωμές ψευδολογίες. Συχνά επιτυγχάνεται μέσω της αποσιώπησης, της σχετικοποίησης και της εξίσωσης ανόμοιων ιστορικών γεγονότων. Χωρίς ακαδημαϊκή παιδεία, ο πολίτης δυσκολεύεται να διακρίνει ανάμεσα σε επιστημονική ιστορική έρευνα και σε αφηγήσεις που εξυπηρετούν πολιτικές ή γεωστρατηγικές σκοπιμότητες. Έτσι, η ιστορία μετατρέπεται σε πεδίο «απόψεων», όπου κάθε τεκμηριωμένο γεγονός μπορεί να αμφισβητηθεί στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ουδετερότητας.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης στα ιστορικά δεδομένα που αφορούν την Κύπρο. Η ελληνικότητα της Κύπρου από τους αρχαίους χρόνους δεν αποτελεί ιδεολογικό κατασκεύασμα, αλλά ιστορικό γεγονός, τεκμηριωμένο από αρχαιολογικά ευρήματα, γλωσσικές μαρτυρίες, γραπτές πηγές και τη συνεχή παρουσία του ελληνικού πολιτισμού στο νησί. Από τα μυκηναϊκά εγκαταστατικά κύματα και την αρχαία ελληνική γλώσσα, έως τη βυζαντινή παράδοση και τη νεότερη ιστορία, η Κύπρος εντάσσεται αδιάλειπτα στον ελληνικό ιστορικό και πολιτισμικό χώρο.

Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον όπου η ακαδημαϊκή γνώση υποτιμάται και η τεχνολογία λειτουργεί χωρίς φίλτρα επιστημονικής εγκυρότητας, τα δεδομένα αυτά παρουσιάζονται συχνά ως «αμφισβητούμενα» ή «υποκειμενικά». Η αποκοπή της ιστορίας από την επιστημονική της βάση οδηγεί σε αφηγήσεις που απονευρώνουν την ιστορική συνέχεια και εξισώνουν τον θύτη με το θύμα, την κατοχή με τη συνύπαρξη, τη διεκδίκηση δικαιωμάτων με τον εθνικισμό.

Το ίδιο ισχύει και για τους αγώνες των Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα. Οι αγώνες αυτοί δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από το ιστορικό τους πλαίσιο: την αποικιοκρατία, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και τη συλλογική συνείδηση ενός λαού. Χωρίς ακαδημαϊκή προσέγγιση, μετατρέπονται είτε σε απλοϊκές αφηγήσεις «παρελθοντολογίας» είτε σε καρικατούρες που αποκόπτονται από τις κοινωνικές και πολιτικές τους αιτίες.

Η τεχνολογία, επομένως, δεν είναι ο εχθρός. Ο εχθρός είναι η αυταπάτη ότι μπορεί να υποκαταστήσει την παιδεία. Χωρίς ακαδημαϊκή μόρφωση, η τεχνολογία δεν απελευθερώνει, αποπροσανατολίζει. Δεν διαφωτίζει, θολώνει. Και τελικά, δεν διασώζει τη μνήμη, αλλά τη διαβρώνει.

Σε μια εποχή όπου η ιστορία γίνεται ολοένα και περισσότερο πεδίο αντιπαράθεσης, η υπεράσπιση της ακαδημαϊκής γνώσης δεν είναι ελιτισμός. Είναι πράξη δημοκρατικής ευθύνης. Διότι μόνο μια κοινωνία με ιστορική συνείδηση, κριτική σκέψη και επιστημονική παιδεία μπορεί να αντισταθεί στη λήθη, στη διαστρέβλωση και στη σιωπηλή απώλεια της ταυτότητάς της.

Η υποβάθμιση της ακαδημαϊκής μόρφωσης ευνοεί, τελικά, όχι την ελευθερία της σκέψης αλλά την ευκολία της χειραγώγησης. Όταν η ιστορική γνώση αποσπάται από την επιστημονική της τεκμηρίωση και διαχέεται μέσα από αλγοριθμικά φίλτρα, παύει να λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε υλικό κατανάλωσης. Η ιστορία «σερβίρεται» απονευρωμένη, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς ευθύνη, χωρίς συνέχεια. Κι έτσι, αντί να φωτίζει το παρόν, το αποσυνδέει από τις ρίζες του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση της τεχνολογίας ως υποκατάστατου της παιδείας λειτουργεί και ως άλλοθι: άλλοθι για την αδιαφορία απέναντι στη μελέτη, για την απαξίωση των ανθρωπιστικών επιστημών, για τη συρρίκνωση της ιστορίας σε ένα απλό «αφήγημα» ανάμεσα σε άλλα. Όμως η ιστορία δεν είναι αφήγημα ίσων αποστάσεων. Είναι επιστημονικό πεδίο με μεθόδους, κριτήρια και ευθύνη απέναντι στην αλήθεια. Χωρίς αυτή τη βάση, ανοίγει ο δρόμος στον ιστορικό αναθεωρητισμό, ο οποίος συχνά δεν εμφανίζεται ως άρνηση, αλλά ως δήθεν «εκσυγχρονισμός» της ιστορικής ματιάς.

Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών αυτής της εξέλιξης. Όταν η ιστορική της διαδρομή αποσπάται από τη μακρά ελληνική παρουσία και παρουσιάζεται αποσπασματικά ή αποϊστορικοποιημένα, υπονομεύεται όχι μόνο η κατανόηση του παρελθόντος, αλλά και η δυνατότητα ερμηνείας του παρόντος. Η κατοχή, ο ξεριζωμός, η παραβίαση του διεθνούς δικαίου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά αν αποκοπούν από το ιστορικό βάθος και από τους αγώνες που προηγήθηκαν. Η απουσία ακαδημαϊκής παιδείας διευκολύνει ακριβώς αυτή την αποσύνδεση.

Παράλληλα, η εξάλειψη της ιστορικής μνήμης δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Εκεί όπου η μνήμη εξασθενεί, εγκαθίσταται η λήθη και εκεί όπου εγκαθίσταται η λήθη, ευδοκιμεί η επανάληψη των ίδιων λαθών. Η ιστορία της Κύπρου, όπως και κάθε ιστορία αγώνων, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αφορά τη διαμόρφωση πολιτών με επίγνωση, κρίση και αίσθηση ευθύνης. Χωρίς αυτά, η κοινωνία καθίσταται ευάλωτη σε απλουστεύσεις, σε επικίνδυνους συμψηφισμούς και σε μια ισοπεδωτική αντίληψη που εξισώνει την ιστορική αδικία με τη «διαφωνία».

Η ακαδημαϊκή μόρφωση, λοιπόν, δεν είναι πολυτέλεια ούτε αναχρονισμός. Είναι το αντίβαρο στην επιφανειακή χρήση της τεχνολογίας. Είναι εκείνη που διδάσκει πώς να διαβάζουμε πίσω από τις λέξεις, πώς να εντοπίζουμε τις σιωπές, πώς να διακρίνουμε το τεκμήριο από την άποψη. Χωρίς αυτήν, η τεχνολογία λειτουργεί ως επιταχυντής της λήθης και όχι ως φορέας γνώσης.

Το ζητούμενο δεν είναι να απορρίψουμε την τεχνολογία, αλλά να την εντάξουμε σε ένα πλαίσιο παιδείας και ιστορικής συνείδησης. Να τη χρησιμοποιήσουμε ως μέσο διάδοσης της επιστημονικά τεκμηριωμένης γνώσης και όχι ως υποκατάστατό της. Διότι μόνο έτσι μπορεί να διασωθεί η ιστορική μνήμη, να προστατευθεί η αλήθεια και να διατηρηθεί ζωντανή η κατανόηση της ελληνικότητας της Κύπρου και των αγώνων του λαού της, όχι ως συνθήματα, αλλά ως ιστορική πραγματικότητα.

Σε τελική ανάλυση, μια κοινωνία που πείθεται ότι δεν χρειάζεται ακαδημαϊκή μόρφωση είναι μια κοινωνία που παραιτείται σιωπηλά από το δικαίωμα να γνωρίζει το παρελθόν της. Και χωρίς παρελθόν, το μέλλον δεν διαμορφώνεται αλλά επιβάλλεται.

Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου

Συνθέτης

Διευθυντής καλλιτεχνικών και πολιτιστικών θεσμών