Στόχος της ανάλυσης είναι να εντοπίσουμε τις αιτίες πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, τις συνέπειές του και το πιθανό τέλος του. Οι αιτίες, όπως θα αναφερθούν, δεν ιεραρχούνται κατά αριθμητική σειρά, αλλά αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, όσον αφορά τις γεωπολιτικές, στρατηγικές και οικονομικές παραμέτρους.
Τον χρόνο που μας πέρασε, το 2025, αξίζει να θυμηθούμε τη συνάντηση που έγινε στα ερείπια της Νίκαιας στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, επ’ ευκαιρία της παρέλευσης 1.700 χρόνων από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 326 μ.Χ., όπου οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως. Εκτιμώ ότι η κυριότερη αιτία αυτής της συνάντησης, παρά τις δογματικές διαφορές μεταξύ των δύο Εκκλησιών, ήταν κατά κύριο λόγο η ισλαμική απειλή. Την απειλή αυτή θεωρώ ως μία από τις αιτίες πιθανής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, διότι υπάρχει η επιδίωξη του Ισλάμ όχι μόνο να διαδοθεί, αλλά και να επικρατήσει πλανητικά, γεγονός που εκλαμβάνεται ως υψηλός βαθμός κινδύνου από τις υπερδυνάμεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχει τεθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο αποτελείται από πέντε μόνιμα μέλη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία), η πρόταση να αυξηθούν τα μόνιμα μέλη σε έξι, με το επιπλέον μέλος να αντιπροσωπεύει τον ισλαμικό κόσμο.
Στη συνέχεια, κρίνω σκόπιμο να επιστρέψουμε χρονικά στο καλοκαίρι του 2023, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, κ. Τζο Μπάιντεν, με ενέργειες των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, απέτρεψε τη χρεοκοπία των ΗΠΑ. Το 2024, πριν από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι το δημόσιο χρέος της χώρας είχε φτάσει τα 37,6 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι παραπάνω αναφορές μας οδηγούν σε μια άλλη αιτία πολέμου, που είναι η δύσκολη οικονομική κατάσταση των ΗΠΑ, την οποία ανταγωνίζεται έντονα η Κινεζική οικονομία. Η αναφορά του προέδρου Τραμπ «Let’s Make America Great Again» δεν είναι απλώς ένα σύνθημα ή σχήμα λόγου, αλλά αντικειμενικός σκοπός της προεδρίας του, με ό,τι ενέργειες συνεπάγεται από πλευράς ΗΠΑ για την υλοποίησή του.
Υποστηρίζοντας τα παραπάνω, μόλις έναν μήνα μετά την εκλογή του, Αμερικανοί επιχειρηματίες αγόρασαν τα διόδια της Διώρυγας του Παναμά από Κινέζους επιχειρηματίες. Στη συνέχεια, σύμφωνα με επίσημα δημοσιεύματα της 22ας Ιανουαρίου 2026, ολοκληρώθηκε συμφωνία για τον έλεγχο της Κινεζικής πλατφόρμας TikTok από αμερικανικά συμφέροντα, η οποία εγκρίθηκε και από την Κινεζική πλευρά.
Ακολούθως, στις αρχές του 2026, με αιφνιδιαστική στρατιωτική επιδρομή των ΗΠΑ στο Καράκας της Βενεζουέλας, αντικαταστάθηκε ο πρόεδρος Μαδούρο με άλλο πολιτικό πρόσωπο της αρεσκείας και των συμφερόντων τους, καθώς η Βενεζουέλα διοχέτευε περίπου το 80% της πετρελαϊκής παραγωγής της στην Κίνα. Επόμενος στόχος, από τις 28 Φεβρουαρίου, φαίνεται να είναι το Ιράν, αφού και αυτό, ως κύρια πετρελαιοπαραγωγός χώρα, ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 37% του παγκόσμιου πετρελαίου που κατευθύνεται κυρίως προς την Κίνα.
Συμπερασματικά, διαφαίνεται ότι όπου υπάρχει ισχυρός οικονομικός δεσμός οποιασδήποτε χώρας με την Κίνα, και συγκεκριμένα στον τομέα του πετρελαίου, επιχειρείται η αποδυνάμωσή του, καθώς οι δύο χώρες (ΗΠΑ και Κίνα) βρίσκονται σε έντονο οικονομικό ανταγωνισμό. Υπενθυμίζω την οικονομική ανακωχή που υπέγραψαν οι δύο πρόεδροι, Ντόναλντ Τραμπ (ΗΠΑ) και Σι Τζινπίνγκ (Κίνα), μέσα στο 2025.
Μια άλλη σοβαρή παράμετρος του πολέμου, την οποία θεωρώ αρκετά σημαντική, είναι ο IMEC (India–Middle East–Europe Economic Corridor). Πρόκειται για τον μελλοντικό Δυτικό οικονομικό διάδρομο, που θα αρχίζει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα διέρχεται μέσω Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ προς τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και θα κατευθύνεται στην Ινδία. Ο διάδρομος αυτός θα διέρχεται πλησίον του Ιράν, μιας χώρας αντίθετης προς τις πολιτικές των ΗΠΑ. Η γειτνίαση του Ιράν με έναν τόσο σημαντικό εμπορικό δρόμο της Δύσης, ο οποίος είναι σε αντιδιαστολή με τον Κινεζικό εμπορικό «Δρόμο του Μεταξιού», θεωρείται πιθανή απειλή για την ασφάλειά του. Έτσι, οι ΗΠΑ, αποδυναμώνοντας το Ιράν, επιδιώκουν να εξασφαλίσουν διαχρονικά τη βιωσιμότητα του εμπορικού διαδρόμου IMEC.
Η πυρηνική απειλή αποτελεί επίσης μια άλλη αιτία πολέμου, η οποία σε τέτοια θεοκρατικά καθεστώτα θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη. Η απειλή αυτή καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη μετά την ανταλλαγή απειλών αλληλοεξόντωσης μεταξύ Ιράν και Ισραήλ. Επίσης το ιστορικό υπόβαθρο μεταξύ των δύο πλευρών είναι βαθύ και ανάγεται σε πολύ παλαιότερες εποχές. Στη Βαβυλώνα, επί Ναβουχοδονόσορα Β’, μετά την εξέγερση του Νοτίου Βασιλείου του Ιούδα και την άρνηση καταβολής φόρου υποτελείας, αφού καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και ο Ναός του Σολομώντα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Ισραηλιτών αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα για περίπου 50 χρόνια (587 π.Χ. – 538 π.Χ.). Οι Ισραηλίτες επέστρεψαν πίσω στην πατρίδα τους, μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας από τον Κύρο Β’ της Περσίας. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στον 136ο ψαλμό του Ψαλτηρίου του Δαβίδ, που αναφέρεται στην αιχμαλωσία των Ισραηλιτών από τους Βαβυλωνίους.
Σημαντικό στοιχείο, το οποίο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί, είναι και η στρατηγική του Ισραήλ για τη δημιουργία του λεγόμενου «Μεγάλου Ισραήλ», για το οποίο είχαμε αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο μας στις 20 Μαρτίου 2025 στον Φιλελεύθερο. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα σύνορα του Μεγάλου Ισραήλ εκτείνονται από τον ποταμό Νείλο μέχρι τον ποταμό Ευφράτη.
Ανακεφαλαιώνοντας, αναφερθήκαμε επιγραμματικά στις αιτίες της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν: την ισλαμική απειλή, τον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, τη διασφάλιση του μελλοντικού εμπορικού διαδρόμου IMEC της Δύσης, την ιδέα του Μεγάλου Ισραήλ, καθώς και την ιστορική και θρησκευτική έχθρα μεταξύ Ιρανών και Ισραηλινών. Οι συνέπειες σε οποιουσδήποτε τομείς αυτής της σύγκρουσης, εκτιμώ ότι θα είναι βραχυπρόθεσμες σε παγκόσμιο επίπεδο, διότι αυτό επιβάλλουν οι γεωπολιτικές, στρατηγικές και οικονομικές ισορροπίες των πλανητικών δεδομένων, ώστε οι ΗΠΑ να επιτύχουν το συντομότερο δυνατό τους αντικειμενικούς σκοπούς τους έναντι των υπολοίπων πόλων του πολυπολικού κόσμου: της Κίνας, της Ρωσίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ινδίας.
Στη θεωρία του πολέμου, ως βασική αρχή, πριν από την έναρξη οποιασδήποτε σύγκρουσης, ο επιτιθέμενος γνωρίζει με σαφήνεια τον χρόνο έναρξης και το τέλος της, εντός του οποίου πρέπει να επιτύχει τους στόχους του. Οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν να παραταθεί χρονικά ένας τέτοιος πόλεμος, διότι οι γεωπολιτικοί, στρατηγικοί και οικονομικοί λόγοι που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν τους το επιτρέπουν.
*Ταξίαρχος (Π.Α.) ε.α.