Η συναισθηματική στράτευση και η προσωπολατρία θολώνουν την κρίση και τελικά υπηρετούν αυτό που υποτίθεται πως καταδικάζουν.
Πολλοί εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τον πόλεμο ως ένα ιδιότυπο οπαδικό παίγνιο. Από τη θέση της κερκίδας, υιοθετούν ρόλους και συνθήματα, αναπαράγοντας ατάκες και ερμηνείες αποκομμένες από το πολιτικό τους πλαίσιο. Ανίκανοι –ή απρόθυμοι– να δουν τη μεγάλη εικόνα των γεωπολιτικών συγκρούσεων, εξαντλούν το θυμικό τους σε μια επιφανειακή ταύτιση με «στρατόπεδα». Υποταγμένοι στον παρορμητισμό της ανθρώπινης ψυχής, χάνουν σταδιακά την ικανότητα να διακρίνουν το ουσιώδες: τη διαφορά ανάμεσα στον σκοπό και τα μέσα. Η βία, η καταστροφή, η φρίκη δεν είναι ο σκοπός του πολέμου· είναι τα μέσα του. Κι όμως, η σύγχυση αυτή τείνει να γίνει καθολική. Η ωραιοποίηση καθεστώτων και προσώπων, με μοναδικό κριτήριο το συναίσθημα, προσλαμβάνει διαστάσεις. Υποβοηθάει και το διαδίκτυο βέβαια που δίνει κύρος σε κάθε είδους αμετροέπεια. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σπεύδουν να «αγιοποιήσουν» ή να «δαιμονοποιήσουν» ηγέτες, προβάλλοντας προσωπικά χαρακτηριστικά, επικοινωνιακές δεξιότητες ή ακόμη και ακαδημαϊκά προσόντα. Χωρίς πολιτικό επιχείρημα αναλώνονται είτε σε δακρύβρεχτες εκφράσεις ή είτε σε μελιστάλακτες φράσεις.
Πρόκειται για μια στάση που όχι μόνο δεν συμβάλλει στην κατανόηση του φαινομένου του πολέμου, αλλά την υπονομεύει. Πολύ περισσότερο, δεν φέρνει πιο κοντά τη δικαιοσύνη ή την ειρήνη. Ο πόλεμος –οποιοσδήποτε πόλεμος– είναι εκ φύσεως αιματηρός, βίαιος και καταστροφικός. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά. Όμως δεν διεξάγεται γι’ αυτά. Καμία σύγκρουση δεν ξεκινά με δηλωμένο στόχο τη σφαγή και τον αφανισμό· αυτά αποτελούν τα εργαλεία. Ο πόλεμος γίνεται για το κέρδος: για την απόκτηση εδαφών, πόρων, επιρροής, ασφάλειας, δούλων ή ελευθερίας. Με άλλα λόγια, για την εξασφάλιση πλεονεκτήματος έναντι του αντιπάλου. Στον σημερινό κόσμο, οι συγκρούσεις σπάνια περιορίζονται σε δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Άμεσα ή έμμεσα, εμπλέκεται ένα ευρύ πλέγμα κρατών και δρώντων. Η εμπλοκή αυτή δεν είναι μόνο στρατιωτική· είναι πολιτική, οικονομική, ενεργειακή. Ως εκ τούτου και η ευθύνη δεν είναι η ίδια. Γι’ αυτό και η απλοϊκή, διπολική ανάγνωση των γεγονότων αποτυγχάνει να αποδώσει την πραγματικότητα. Παρά τις τραγικές τους συνέπειες, οι πόλεμοι ασκούν διαχρονικά μια ιδιότυπη έλξη στις ανθρώπινες κοινότητες. Άλλοτε από φόβο και δέος, άλλοτε από αλαζονεία και υπεροψία, και συχνά από απληστία. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινούργια. Ο Ξενοφών μας αποκάλυψε ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας. Τούτω διαφέρειν ανήρ των άλλων ζώων, τω τιμής ορέγεσθαι. Ουδεμία ανθρωπίνη ηδονή του θείου εγγυτέρω δοκεί είναι ή η περί τας τιμάς ευφροσύνη.
Από την πλευρά του, ο Αριστοτέλης υπενθύμιζε ότι η έννοια του δικαίου δεν είναι απλή ούτε ενιαία, αλλά εξαρτάται από τις σχέσεις ισότητας και ανισότητας μέσα στην πόλη. (Επεί εξ ανομοίων η πόλις… ανάγκη μη μίαν είναι την των πολιτών πάντων αρετήν. Οίον δοκεί ίσον το δίκαιον είναι, και έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ίσοις. Και το άνισον δοκεί είναι, και έστιν, αλλ’ ου πάσιν αλλά τοις ανίσοις.)
Οι σκέψεις αυτές φωτίζουν μια βασική πτυχή του προβλήματος: η ανθρώπινη φύση, οι επιδιώξεις ισχύος και οι διαφορετικές αντιλήψεις περί δικαίου καθιστούν τον πόλεμο φαινόμενο πολύ πιο σύνθετο από όσο επιτρέπει η οπαδική του προσέγγιση.
Οι αντιπαραθέσεις γύρω από πρόσωπα και ηγέτες –είτε πρόκειται για τον Trump, τον Netanyahu ή οποιονδήποτε στην ηγεσία του καθεστώτος του Ιράν– σπάνια διαφωτίζουν.
Αντιθέτως, συχνά αναπαράγουν τη λογική της σύγκρουσης, μετατρέποντας την πολιτική ανάλυση σε συναισθηματική ταύτιση ή απόρριψη. Όσοι, λοιπόν, επιθυμούν πραγματικά την ειρήνη, οφείλουν να απομακρυνθούν από τον πειρασμό του οπαδισμού. Να εγκαταλείψουν τα εύκολα σχήματα και τις πρόχειρες βεβαιότητες. Διότι η ειρήνη δεν οικοδομείται με συνθήματα, αλλά με κατανόηση. Και η κατανόηση προϋποθέτει νηφαλιότητα, διάκριση και επίγνωση της πραγματικότητας — όχι της κερκίδας.