Η επερχόμενη επέτειος του αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) αποτελεί διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά και συμβολικά σημεία αναφοράς της ελληνοκυπριακής δεξιάς. Η μνήμη του αγώνα της ΕΟΚΑ δεν λειτουργεί απλά ως τελετουργική υπενθύμιση ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά και ως πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Η ΕΟΚΑ και ο αντιαποικιακός αγώνας ευρύτερα αποτέλεσε ένα διαχρονικό σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, καθώς και εργαλείο εκ μέρους της δεξιάς για στιγματισμό της αριστεράς, απόκτησης πλεονεκτήματος στον πολιτικό ανταγωνισμό, κοινωνικής ηγεμονίας και κυριαρχίας επί του κράτους, για πολλά χρόνια μετέπειτα. Ήταν ένα κλαστικό παράδειγμα των πολέμων μνήμης που εμφανίζονται σε όλες τις κοινωνίες.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η εστίαση αυτού του ανταγωνισμού έχει μετατοπιστεί. Στο επίκεντρο αυτού του ανταγωνισμού βρίσκονται πλέον δύο δυνάμεις της ευρύτερης δεξιάς/ακροδεξιάς: το παραδοσιακό κόμμα της δεξιάς, ο ΔΗΣΥ και το μεταλλαγμένο ακροδεξιό ΕΛΑΜ, τα οποία επιδιώκουν να εμφανιστούν ως οι αυθεντικοί συνεχιστές της ιστορικής και ιδεολογικής κληρονομιάς του αγώνα. Οι λόγοι δεν σχετίζονται με τη μνήμη των γεγονότων, τη σημασία τους, το σωστό ή το λάθος του αγώνα της ΕΟΚΑ και του αποτελέσματος του, όπως συνέβαινε όταν το θέμα αποτελούσε εστία αντιπαράθεσης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Οι λόγοι και το διακύβευμα είναι πρωτίστως, αν όχι εξ ολοκλήρου, πολιτικοί/εκλογικοί στον διαμοιρασμό της δεξαμενής της ευρύτερης δεξιάς/ακροδεξιάς ψήφου.
Οι πόλεμοι μνήμης
Η σύγκρουση αυτή εντάσσεται σε αυτό που η πολιτική επιστήμη αποκαλεί «πολέμους μνήμης». Οι πόλεμοι μνήμης είναι πολιτικές συγκρούσεις γύρω από την ερμηνεία του παρελθόντος. Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για ιστοριογραφικές διαφωνίες, αλλά για ανταγωνισμούς που αφορούν τη δημόσια αναγνώριση, την πολιτική νομιμοποίηση και τη συλλογική ταυτότητα. Τα πολιτικά κόμματα και οι ιδεολογικοί χώροι προσπαθούν να οικειοποιηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, πρόσωπα ή σύμβολα, παρουσιάζοντας τα ως μέρος της δικής τους πολιτικής γενεαλογίας. Με αυτόν τον τρόπο, το παρελθόν μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής ισχύος και αντιπαράθεσης στο παρόν, αλλά και εκλογικής ενίσχυσης και ενίοτε ηγεμόνευσης.
Οι πόλεμοι μνήμης είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για πολιτικούς χώρους που στηρίζονται έντονα και πολύ περισσότερο σε ιστορικά αφηγήματα και συμβολικά κεφάλαια παρά σε επικαιροποίηση των παλιών αναφορών ταύτισης μέσω παραγωγής νέων σημείων πολιτικής και ιδεολογικής ώσμωσης με το εκλογικό τους ακροατήριο. Η επίκληση της ιστορίας συμβάλλει στην ενίσχυση της συλλογικής ταυτότητας των υποστηρικτών, στη δημιουργία συναισθηματικών δεσμών και στην κατασκευή μιας αίσθησης ιστορικής συνέχειας. Ένα κόμμα που εμφανίζεται ως θεματοφύλακας ενός συγκεκριμένου «ένδοξου» παρελθόντος αποκτά πολιτικό κύρος και ιδεολογική νομιμοποίηση στο σήμερα και μπορεί να προσδοκεί και σε εκλογικά οφέλη. Και ως μεθοδολογική σημείωση: οι παραπάνω αναφορές αφορούν εξίσου, αν όχι και περισσότερο πολλές φορές την αριστερά, αλλά η εστίαση εδώ είναι στη δεξιά.
Το φαινόμενο και αλλού
Το φαινόμενο των πολέμων μνήμης δεν περιορίζεται στην Κύπρο. Σε πολλές χώρες παρατηρούμε παρόμοιες συγκρούσεις γύρω από τη μνήμη ιστορικών γεγονότων και προσώπων. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, οι διαμάχες για τη μνήμη του εμφυλίου πολέμου και της δικτατορίας του Φράνκο αποτελούν βασικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Στην Πολωνία και την Ουγγαρία, κυβερνήσεις της δεξιάς έχουν επενδύσει συστηματικά σε εθνικά ιστορικά αφηγήματα για να ενισχύσουν την πολιτική τους ηγεμονία διαγράφοντας το κομμουνιστικό παρελθόν ή παρουσιάζοντας το με τρόπο που ενισχύει το παροντικό τους πολιτικό αφήγημα. Στην Ελλάδα, η μνήμη της αντίστασης στη ναζιστική κατοχή και του εμφυλίου έχει αποτελέσει για δεκαετίες βασικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης αλλά και εργαλείο περιθωριοποίησης της αριστεράς. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ιστορία δεν λειτουργεί απλώς ως αντικείμενο μελέτης, αλλά ως πολιτικός πόρος (resource), ως πολιτικό κεφάλαιο.
Οι πόλεμοι μνήμης στην Κύπρο
Στην Κύπρο, οι πόλεμοι μνήμης έχουν ιδιαίτερη ένταση λόγω της κεντρικής θέσης που κατέχει η ιστορία στη συγκρότηση της πολιτικής ταυτότητας της κοινωνίας. Η μνήμη του αντιαποικιακού αγώνα, του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής του 1974, αλλά και των ενδοκοινοτικών συγκρούσεων, αποτελούν πεδία έντονων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Κάθε πολιτικός χώρος τείνει να δίνει διαφορετική έμφαση σε συγκεκριμένες πτυχές του παρελθόντος, επιδιώκοντας να ενισχύσει το δικό του αφήγημα.
Στον χώρο της δεξιάς, η μνήμη της ΕΟΚΑ αποτελεί ίσως το σημαντικότερο συμβολικό κεφάλαιο. Τόσο στην αντιπαράθεση με την αριστερά, αλλά εσχάτως, κυρίως στην ενοδε-δεξιά αντιπαράθεση. Ο ΔΗΣΥ, ως το ιστορικά κυρίαρχο κόμμα της δεξιάς, διατήρησε για δεκαετίες μια ισχυρή σχέση με αυτή την παράδοση. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η ιδεολογική και πολιτική του πορεία δημιούργησε κενά τα οποία αξιοποίησε το ΕΛΑΜ. Η στροφή του ΔΗΣΥ προς πιο «κεντρώες» και φιλελεύθερες θέσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ηγεσίας του Αβέρωφ Νεοφύτου, συνοδεύτηκε από μια σχετική υποβάθμιση των έντονα εθνικών αφηγήσεων που χαρακτήριζαν παραδοσιακά τον χώρο της δεξιάς. Η υιοθέτηση της πολιτικής αυτοτοποθέτησης ως κόμμα της κεντροδεξιάς και όχι της δεξιάς, καθώς και ταυτοτικών πολιτικών απομάκρυνε τμήματα του παραδοσιακής εθνικοφροσύνης από τον ΔΗΣΥ. Σε σημείο που το ΕΛΑΜ σήμερα προσπαθεί να πλασαριστεί ως το βασικό κόμμα της δεξιάς.
Ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιλογές ενίσχυσαν αυτή την εικόνα. Το επίσημο κόμμα και μεγάλο μέρος της ηγεσίας του κόμματος στήριξε το Σχέδιο Ανάν το 2004, ενώ στις πιο πρόσφατες προεδρικές εκλογές σημαντικά στελέχη του κόμματος στήριξαν άμεσα ή έμμεσα τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ. Για ένα τμήμα του δεξιού εκλογικού σώματος, αυτές οι επιλογές ερμηνεύθηκαν ως απομάκρυνση από μια «καθαρή» εθνική γραμμή και ως ταύτιση με τον προαιώνιο εχθρό. Το ΕΛΑΜ, με την έντονα εθνικιστική του ρητορική, βρήκε έτσι τον χώρο να παρουσιαστεί ως ο αυθεντικός εκφραστής της εθνικόφρονος δεξιάς και να διεισδύσει σε ένα σημαντικό κοινωνικό και εκλογικό ακροατήριο της πολιτικά ακάλυπτης παραδοσιακής εθνικόφρονος δεξιάς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθούν και οι συμβολικές κινήσεις ανταγωνισμού που παρατηρούμε ενόψει της φετινής επετείου του αγώνα της ΕΟΚΑ και ειδικά αν τις εντάξουμε στο συγκείμενο των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών. Η ψεσινή εκδήλωση του ΔΗΣΥ και της νεολαίας του με πορεία μπαντών στους κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας και εκδήλωση τιμής στους Συνδέσμους Αγωνιστών της ΕΟΚΑ, που ήταν και η αφορμή γι’ αυτό το κείμενο, δεν είναι απλώς μια επετειακή εκδήλωση. Αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας επαναδιεκδίκησης της ιστορικής κληρονομιάς του αγώνα της ΕΟΚΑ και επανατοποθέτησης του κόμματος στο συμβολικό πεδίο της δεξιάς. Όπως και πολλές άλλες αναφορές και ενέργειες που γίνονται τους τελευταίους μήνες από την ηγεσία του ΔΗΣΥ σε σχέση με άλλα συναφή ζητήματα (π.χ., μνημείο και μνήμη Γρίβα).
Στο επίκεντρο ο Γρίβας
Στον πυρήνα αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται και το πρόσωπο του στρατιωτικού αρχηγού της ΕΟΚΑ, και μετέπειτα και της ΕΟΚΑ Β, Γεώργιου Γρίβα. Ο Γρίβας αποτελεί για αρκετούς στον χώρο της δεξιάς, εθνικό ήρωα και σύμβολο του αντιαποικιακού αγώνα, αλλά ταυτόχρονα είναι μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα λόγω του ρόλου του τόσο κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, κυρίως, όμως, στις μεταγενέστερες πολιτικές εξελίξεις της Κύπρου και ειδικότερα στην ΕΟΚΑ Β. Η ερμηνεία της δράσης και της κληρονομιάς του αποτελεί συνεπώς ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία των κυπριακών πολέμων μνήμης ακόμα και στο εσωτερικό της δεξιάς.
Για το ΕΛΑΜ, η ανάδειξη της μορφής του Γρίβα και της ΕΟΚΑ αποτελεί βασικό στοιχείο της ιδεολογικής του ταυτότητας. Μέσω αυτής της αναφοράς επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον αυθεντικό φορέα της εθνικι(στι)κής παράδοσης. Ο ΔΗΣΥ, από την άλλη, προσπαθεί να διατηρήσει την προνομιακή σύνδεση που κάποτε απολάμβανε με αυτή την ιστορική κληρονομιά, αντιλαμβανόμενο τις εκλογικές απώλειες τις οποίες έχει, προσπαθώντας να διαφοροποιείται (τις πλείστες φορές ανεπιτυχώς) από την ακραία ρητορική του ακροδεξιού ανταγωνιστή του. Το αποτέλεσμα είναι ένας διαρκής συμβολικός ανταγωνισμός για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος της συγκεκριμένης ιστορίας και άρα και ποιος θα καρπωθεί τα οφέλη της εκλογικής συγκυρίας.
Η αντιπαράθεση αυτή δείχνει ότι η πολιτική της μνήμης και οι εξ’ αυτής πολέμοι, παραμένουν κεντρικό στοιχείο του κυπριακού πολιτικού συστήματος. Η ιστορία δεν λειτουργεί μόνο ως παρελθόν που πρέπει να θυμόμαστε, αλλά και ως πεδίο μέσα στο οποίο καθορίζονται οι ταυτότητες, οι συμμαχίες και οι συγκρούσεις του παρόντος. Στην περίπτωση της κυπριακής δεξιάς, η μνήμη της ΕΟΚΑ έχει μετατραπεί σε ένα από τα βασικά πεδία αυτού του αγώνα για πολιτική ηγεμονία.
* Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής,
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας