Η Πρωταπριλιά για την Κύπρο δεν είναι ημέρα για φάρσες. Είναι ημέρα που δεν επιτρέπει ψέματα.
Ο Απελευθερωτικός Αγώνας του 1955 – 1959 υπήρξε η ανώτερη, κορυφαία στιγμή ανόρθωσης του κυπριακού Ελληνισμού. Δεν ήταν μόνο αντιαποικιακός· υπήρξε, ταυτόχρονα, βαθύτατα εθνικός. Ο χαρακτήρας του σφραγίστηκε από τη συνεκτική προβολή της Ενώσεως ως της μόνης επιθυμητής προοπτικής. Η Ένωση με την Ελλάδα δεν εξέφραζε απλώς την πάνδημη βούληση του κυπριακού Ελληνισμού, αλλά και μια ευρύτερη, πανεθνική επιθυμία.

Αυτό δεν είναι ερμηνεία. Είναι γεγονός.

Και όμως, σήμερα, εμφανίζονται πρόθυμοι «διορθωτές» της Ιστορίας. Με γλώσσα αποστειρωμένη και επιχειρήματα επιμελώς αποκομμένα επιχειρούν να απονευρώσουν τον Αγώνα, να τον αποχρωματίσουν, να τον μετατρέψουν σε κάτι ουδέτερο, σχεδόν άβλαβες σημειώσεις σε υποσημειώσεις.

Τα δεδομένα αυτά είναι ιστορικώς τεκμηριωμένα. Τα διδάγματα του Αγώνα παραμένουν φωτεινά και διαχρονικά, ακόμη κι αν η ολοκλήρωσή του προσέκρουσε τόσο σε εσωτερικά όσο και σε εξωτερικά εμπόδια. Τα πρώτα δεν δικαιολογούν την εύκολη μετακύλιση ευθυνών προς τρίτους· τα δεύτερα δεν νομιμοποιούν την αυτοενοχοποίηση.

Κάθε λαϊκός ξεσηκωμός, νικηφόρος ή μη, αποτελεί το απόσταγμα κοινωνικών δυνάμεων των οποίων η εσωτερική ένταση υπερβαίνει τα όρια του υπάρχοντος καθεστώτος. Εκεί όπου ο πόθος για ελευθερία και το αίτημα αξιοπρέπειας δεν χωρούν πλέον, γεννιέται η πράξη.

Η συστηματική προσπάθεια απομείωσης ή αποσιώπησης του Αγώνα –του παλλαϊκού του χαρακτήρα και του βαθιά ελληνικού του πνεύματος– δεν είναι απλώς μια διαφορετική ανάγνωση· είναι μια απόπειρα ανακατασκευής της συλλογικής μνήμης. Στο όνομα μιας δήθεν ουδέτερης ή «υπερεθνικής» προσέγγισης, προβάλλονται συχνά σχήματα που καταλήγουν σε έναν άγονο επαρχιωτισμό ή σε μια άρνηση ταυτότητας. Δεν πρόκειται για αθώα ακαδημαϊκή άσκηση. Πρόκειται για συνειδητή παραχάραξη. Για μια προσπάθεια να ξηλωθεί το νήμα που συνδέει τον κυπριακό Ελληνισμό με την ιστορική του αυτοσυνειδησία.

Μιλούν για «υπερβάσεις ταυτοτήτων», αλλά στην πράξη προτείνουν μια ταυτότητα κενή. Μιλούν για «συμφιλίωση», αλλά αυτή περνά μέσα από τη λήθη. Μιλούν για «ρεαλισμό», αλλά καταλήγουν σε έναν άγονο, φοβικό επαρχιωτισμό.

Ας μη ξεχνάμε αυτό: Κάθε λαός που διαγράφει τις κορυφαίες στιγμές της ιστορίας του, δεν γίνεται πιο προοδευτικός – γίνεται πιο ευάλωτος.

Αυτό, βεβαίως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τμήματα της κοινωνίας παρασύρθηκαν κάποτε από έναν υπερβολικό ρομαντισμό ή έναν άκριτο εθνικισμό. Η ιστορική αυτογνωσία απαιτεί να αναγνωρίζουμε και τις υπερβολές – χωρίς, όμως, να ακυρώνουμε το σύνολο.

Το ουσιώδες είναι άλλο: Να διατηρήσουμε ζωντανό το παράδειγμα των πεσόντων και των αγωνισθέντων. Να κρατήσουμε όρθιο το πνεύμα εκείνων που αντιστάθηκαν, ώστε εμείς σήμερα να μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα και χωρίς φόβο.

Είχε ο Αγώνας σκιές; Ναι, υπήρξαν υπερβολές, ρομαντισμοί, ακόμη και λάθη, ίσως και εγκλήματα. Αλλά η ιστορική αυτογνωσία δεν είναι ισοπέδωση. Δεν είναι η βολική συνήθεια να πετάμε το σύνολο επειδή δεν αντέχουμε την πολυπλοκότητα.

Η μεγάλη αλήθεια παραμένει: Ο Αγώνας του ’55–’59 υπήρξε μια στιγμή συλλογικής υπέρβασης. Μια στιγμή όπου η κοινωνία έπαψε να χωράει στο καθεστώς που της επιβαλλόταν. Όπου ο φόβος υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Η αλήθεια αυτή ενοχλεί. Ενοχλεί όσους θέλουν μια κοινωνία χωρίς μνήμη. Χωρίς ρίζες. Χωρίς απαιτήσεις από τον εαυτό της.

Αλλά ας ειπωθεί καθαρά: Όποιος απογυμνώνει έναν αγώνα ελευθερίας από το νόημά του, δεν «εκσυγχρονίζει» την Ιστορία – τη νοθεύει. Όποιος διδάσκει τη λήθη ως αρετή, δεν υπηρετεί τη συμφιλίωση – υπηρετεί την παραίτηση. Και όποιος συνηθίζει έναν λαό να ντρέπεται για την ταυτότητά του, τον προετοιμάζει να την απεμπολήσει.

Η μνήμη δεν είναι διακοσμητική. Είναι όρος επιβίωσης. Αν χαθεί, δεν θα χαθεί απλώς το παρελθόν. Θα χαθεί το δικαίωμα να υπάρχει μέλλον με αξιοπρέπεια. Η ελευθερία δεν απαιτεί μόνο «αρετή και τόλμη»· απαιτεί και μνήμη. Απαιτεί λόγο μνημόσυνο και επετειακό – ακόμα και πανηγυρικό. Καθ’ ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί μονάχα «ζώον πολιτικόν» αλλά και τελετουργικό.

  • Αρχιτέκτονας