Κάθε χρόνο την άνοιξη γιορτάζουμε τις δυο σημαντικές εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου 1821 και της 1ης Απριλίου 1955. Και κάθε φθινόπωρο γιορτάζουμε την επέτειο του «ΟΧΙ», την 28η Οκτωβρίου 1940. Και οι τρεις επέτειοι δεν είναι επέτειοι εορτασμού μιας εθνικής επιτυχίας ή η επιτυχής κατάληξη ενός εθνικού αγώνα. Είναι επέτειοι έναρξης ενός αγώνα, που είχε ως κίνητρο τη βαθιά πίστη στο ιδανικό της ελευθερίας και την έντονη αντίδραση της εθνικής αξιοπρέπειας ενάντια στην προσπάθεια κατάργησης της εθνικής ανεξαρτησίας.

Είναι σημαντικό ότι το έθνος μας γιορτάζει επετείους της έναρξης του αγώνα και όχι της τελικής επιτυχίας, που δεν ήταν σίγουρη στην έναρξη του αγώνα. Το ίδιο ισχύει και για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940. Γιορτάζουμε την ημέρα που η Ελλάδα αντέταξε το «ΟΧΙ» στον φασισμό και άρχισε τον αγώνα αντιμετώπισης του Ιταλού εισβολέα, που απαίτησε την παράδοση της εθνικής κυριαρχίας. Η Ελλάδα διεξήγαγε τον αγώνα, που έφερε τις πρώτες νίκες εναντίον του φασιστικού άξονα. Η Ελλάδα έγραψε τις ενδοξότερες σελίδες της αντίστασης μέχρι την κατάκτησή της από τη Γερμανία. Διεξήγαγε στα βουνά τον αγώνα την αντίστασης μέχρι την απελευθέρωση. Και πανηγύρισε όταν ήρθε η μέρα της απελευθέρωσης. Αλλά έχει ως επέτειο για εορτασμούς τη μέρα που αντέταξε το «ΟΧΙ» στο ιταλικό τελεσίγραφο και μπήκε στον μεγάλο πόλεμο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, το δικοινοτικό ανεξάρτητο κράτος έχει τη δική του επέτειο της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του. Αλλά ο Ελληνισμός της Κύπρου έχει ως εθνική του επέτειο την 1η Απριλίου, ημέρα που άρχισε ο Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955. Η επέτειος της ανεξαρτησίας θυμίζει τον συμβιβασμό, που εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί ο Ελληνισμός της Κύπρου. Ενώ η 1η Απριλίου θυμίζει και εκφράζει το ηρωικό ξέσπασμα για αυτοδιάθεση – Ένωση. Αποτελεί για τον Ελληνισμό της Κύπρου την κορυφαία και την πιο περήφανη στιγμή της Ιστορίας του. Η 1η Απριλίου 1955 είναι η ιστορική μέρα, που ο Ελληνισμός της Κύπρου κοιμήθηκε το βράδυ ραγιάς, δούλος αιώνων και ξύπνησε με τις βόμβες του πρωινού, ασυμβίβαστος αγωνιστής της Ελευθερίας. Και δίκαια γιορτάζει τη μέρα που αποτελεί τη λαμπρότερη και ενδοξότερη μέρα της Ιστορίας του.

Από την ημέρα εκείνοι οι σκλάβοι ένιωσαν ελεύθεροι, τα αμούστακα παλληκάρια έγιναν ανίκητοι αγωνιστές της λευτεριάς. Έβαλαν την Ελευθερία πάνω από τη ζωή τους και επέλεγαν με ενθουσιασμό τον θάνατο, αγωνιζόμενοι για την Ελευθερία. Ανέβαιναν στο ικρίωμα της αγχόνης και ένιωθαν ότι ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της Ελευθερίας, φώναζαν το αιώνιο «Μολών λαβέ». Αντιμετώπιζαν τον θάνατο ως προσωπική καταξίωση και συμβολή στον αγώνα της Ελευθερίας.

Πολλοί σήμερα βλέπουν με σκεπτικισμό τον Αγώνα της ΕΟΚΑ. Και κρίνοντάς τον με τη σημερινή νοοτροπία και ανάλυση, τον θεωρούν ως λανθασμένη απόφαση. Κατηγορούν την ηγεσία, ότι άρχισε και διεξήγαγε ένα αγώνα που δεν μπορούσε να επιτύχει. Αλλά την έναρξη του Αγώνα η ηγεσία της εποχής δεν την αποφάσισε κάνοντας ανάλυση των γεωπολιτικών δεδομένων και του διεθνούς περιβάλλοντος. Αποφάσισε και ξεκίνησε εκείνο το ανεπανάληπτο αγώνα με το μέτρο της ελληνικής αρετής, που τη δημιούργησαν οι αιώνες της ελληνικής ιστορίας της Κύπρου και τη γαλούχησαν γενιές γενιών και τη μετέφεραν ολοζώντανη, δυνατή και ανίκητη μέχρι την ιστορική στιγμή του νομοτελειακού ξεσπάσματος του αγώνα για Ελευθερία. Και εκείνη την απόφαση τη δικαίωσαν οι αθάνατοι αγωνιστές πρωτοπόροι και ακόλουθοί τους και την καταξίωσαν με το αίμα και τη θυσία τους.

Η 1η Απριλίου 1955 αποτελεί την απλησίαστη κορυφή της Ιστορίας μας και την αξεπέραστη καταξίωση της ελληνικής μας καταγωγής και παιδείας. Εμείς, σήμερα, δεν μπορούμε ούτε να την πλησιάσουμε. Μόνο να την τιμούμε γονυπετείς και να πανηγυρίζουμε για το ήθος και της αρχές των δημιουργών της και όχι να την κρίνουμε και να την απαξιώνομε. Δεν έχουμε ούτε το δικαίωμα, ούτε το ηθικό και εθνικό ανάστημα. Δεν είμαστε άξιοι ούτε να πλησιάσουμε τα σκαλοπάτια της λευτεριάς που ανέβηκαν οι αθάνατοι αγωνιστές και ήρωες. Μόνο γονατιστοί τιμούμε τη μνήμη τους.