Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει ένα παράδοξο που συχνά υποτιμάται: οι δύο μεγαλύτεροι αντίπαλοι της εποχής δεν μπορούν να αντέξουν ο ένας την κατάρρευση του άλλου.

Παρότι η Κίνα είναι ο βασικός στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ, δεν την συμφέρει μια στρατηγική ή οικονομική κατάρρευση της Αμερικής στον πόλεμο με το Ιράν.

Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε παγκόσμια οικονομική αποσταθεροποίηση που θα χτυπούσε τελικά και την ίδια την Κίνα, λόγω της βαθιάς αλληλεξάρτησης των οικονομιών και των αλυσίδων εφοδιασμού.

Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν παρουσιάζεται και ως στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά κι ως πόλεμος γεωοικονομικής επιβίωσης και ανταγωνισμού για την παγκόσμια κυριαρχία, που πλέον δεν αφορά μόνο θεμα εδαφών ή γεωπολιτικής επιρροής, αλλά κυρίως τον έλεγχο κρίσιμων πρώτων υλών, της τεχνολογικής υπεροχής και της λεγόμενης «γνωστικής κυριαρχίας» (δηλαδή της κυριαρχίας στη γνώση, στην πληροφορία και στην τεχνητή νοημοσύνη).

Δηλαδη…Η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ στηρίζεται σε προηγμένα όπλα υψηλής τεχνολογίας..

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υλικής εξάρτησης βρίσκεται στις κρίσιμες πρώτες ύλες της σύγχρονης στρατιωτικής ισχύος.

Εδώ εισάγεται το βολφράμιο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το μέταλλο του πολέμου, επειδή είναι απαραίτητο για κρίσιμα αμερικανικά οπλικά συστήματα: διατρητικά πυρομαχικά, κεφαλές πυραύλων Tomahawk και εξαρτήματα κινητήρων πυραύλων λόγω του εξαιρετικά υψηλού σημείου τήξης του. Εάν λοιπόν ο πόλεμος παραταθεί και οι ΗΠΑ χρειαστούν μαζική αναπλήρωση αποθεμάτων, θα αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να «μείνουν από όπλα» και δεν θα είναι στρατιωτική αδυναμία, αλλα έλλειψη πρώτων υλών.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται επειδή η Κίνα ελέγχει σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή και επεξεργασία του βολφραμίου, άρα οι ΗΠΑ, για να συνεχίσουν έναν μακροχρόνιο πόλεμο, θα εξαρτώνται έμμεσα από τον βασικό τους αντίπαλο. 

Ίδιο είναι το επιχείρημα και στις σπάνιες γαίες, οι οποίες παρουσιάζονται ως εργαλείο «ελεγχόμενης ασφυξίας».

Αυτο που κάνει η Κίνα είναι να ελέγχει την παραγωγή τους αλλά κυρίως την παγκόσμια επεξεργασία τους, καθώς κινεζικές εταιρείες και τεχνογνωσία κυριαρχούν σε κρίσιμες φάσεις της αλυσίδας εφοδιασμού σε τρίτες χώρες (Αφρική, Ασία, Νότια Αμερική). Άρα, το Πεκίνο καθορίζει και τις τιμές, αλλά και το ποιος έχει πρόσβαση στην τεχνολογική εξέλιξη.

Με την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, οι τιμές στρατηγικών μετάλλων αυξάνονται και η Κίνα αποκτά ακόμα μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.

Υπάρχει όμως και το δίλημμα της Κίνας: μια πλήρης διακοπή εξαγωγών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια ύφεση ή κραχ, πράγμα που θα χτυπούσε και την κινεζική οικονομία, επειδή παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαγωγική. Με απλά λόγια, η Κίνα φοβάται ότι αν καταρρεύσει ο βασικός πελάτης της (ΗΠΑ και κατ’ επέκταση η Ευρώπη), θα καταρρεύσει και η δική της ανάπτυξη.

Η Κίνα ειναι η δύναμη που μέχρι στιγμής «κερδίζει» απλώς παρακολουθώντας και περιμένοντας, διότι η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο μειώνει τη διεθνή αξιοπιστία τους και αποδυναμώνει την ικανότητά τους να πείθουν τους συμμάχους. Οι κινήσεις του Τραμπ έχουν ήδη διαβρώσει τη συνοχή του δυτικού στρατοπέδου.

Κατι που πρέπει ιδιαιτέρως να τονιστεί είναι ότι η Κίνα διαθέτει καλύτερη ενεργειακή ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλες οικονομίες. Η προνομιακή της σχέση με το Ιράν, επιτρέπει στα κινεζικά δεξαμενόπλοια να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια μέσω των Στενών του Ορμούζ και επιπλέον κινεζικά ιδιωτικά διυλιστήρια μπορούν να τροφοδοτούνται από άλλες περιοχές (π.χ. Αφρική), ενώ ο κινεζικός εμπορικός στόλος θεωρείται ικανός να διαπλέει ακόμη και εμπόλεμες ή δύσκολες ζώνες (ακόμη και μέσω Αρκτικής). Η Κίνα έχει ήδη στραφεί στρατηγικά προς την καθαρή ενέργεια, με αιχμή τα φωτοβολταϊκά, άρα δεν είναι τόσο ευάλωτη όσο η Δύση σε μια ενεργειακή κρίση.

Αν συνεχιστεί ο πόλεμος μοιραία οι ΗΠΑ οδηγούνται σταδιακά σε ένα καθεστώς «πολεμικής οικονομίας», όπου το κόστος θα μεταφερθεί στην κοινωνία: αυξημένα μεταφορικά (π.χ. Amazon), αυξημένα επιτόκια στεγαστικών δανείων, αυξήσεις τιμών σε προϊόντα που εξαρτώνται από πετροχημικά (πλαστικές συσκευασίες, καταναλωτικά αγαθά). Οπως είναι κατανοητό, η κοινωνία θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον πόλεμο όχι πια ως μια μακρινή σύγκρουση. Θα είναι ακριβώς άμεση οικονομική επίθεση στην καθημερινότητά της.

Κεντρικό φόβητρο είναι η διακοπή ή αποσταθεροποίηση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, που θα μπορούσε να εκτοξεύσει το πετρέλαιο πάνω από 150 δολάρια το βαρέλι, προκαλώντας ενεργειακό σοκ. Αυτό θα πυροδοτούσε νέο κύμα πληθωρισμού και θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το ήδη διογκωμένο αμερικανικό χρέος. Δηλαδή ένας μακροχρόνιος πόλεμος θα απαιτήσει νέα έκδοση χρέους σε εποχή υψηλών επιτοκίων, άρα θα επιβληθεί ένας έμμεσος «φόρος πολέμου» στους πολίτες μέσω της μείωσης της αγοραστικής τους δύναμης για πολλά χρόνια.

Επιπλέον, είναι και ο κίνδυνος κατάρρευσης της «ψυχολογίας της κατανάλωσης» στις ΗΠΑ: η αβεβαιότητα, ο πληθωρισμός και η ενεργειακή κρίση οδηγούν μοιραια σε πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, κάτι που θεωρείται κρίσιμο επειδή το αμερικανικό μοντέλο βασίζεται στην κατανάλωση. Υποστηρίζεται στον αμερικανικό τύπο ότι η Κίνα έχει επενδύσει τεράστια κεφάλαια στην παγκόσμια κυριαρχία των ηλεκτρικών οχημάτων και κυρίως στις μπαταρίες λιθίου, όπου εμφανίζεται να κατέχει συντριπτικό ποσοστό της αγοράς. Αναφέρεται επίσης ότι η Tesla έχει δυσκολευτεί να ανταγωνιστεί την κινεζική BYD σε κόστος και αποδοτικότητα.

Όμως, αν οι ΗΠΑ (και μαζί τους οι σύμμαχοί τους) στραφούν λόγω κρίσης και κόστους προς τα υβριδικά οχήματα αντί για πλήρη ηλεκτροκίνηση, τότε η Κίνα κινδυνεύει να μείνει με τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στις μπαταρίες και στην EV βιομηχανία, χάνοντας ένα πλεονέκτημα που έχτιζε επί δεκαετίες.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Κίνα βρίσκεται σε μια αντιφατική θέση: δεν επιθυμεί αμερικανική νίκη στο Ιράν, αλλά φοβάται εξίσου μια αμερικανική οικονομική ή στρατηγική κατάρρευση, γιατί θα κατέρρεε η παγκόσμια αγορά και η ίδια θα αντιμετώπιζε ύφεση και κοινωνική πίεση.

Τελικώς, ο μόνος βέβαιος χαμένος είναι ο απλός πολίτης, που καλείται να πληρώσει το κόστος των γεωπολιτικών συγκρούσεων και των οικονομικών ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων.