Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το τεράστιο στρατιωτικό και οικονομικό τους βάρος, δεν καταφέρνουν να επιβάλουν μια γρήγορη νίκη απέναντι στο Ιράν, ενώ αντίθετα η σύγκρουση αποκαλύπτει δομικές αδυναμίες της Δύσης, επιταχύνει τις παγκόσμιες ανακατατάξεις ισχύος και ενισχύει ίσως το στρατόπεδο που συγκροτείται γύρω από τη Ρωσία και την Κίνα. Πρόκειται για πόλεμο ελιγμών» και φθοράς.

Το Ιράν, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ικανούς και επίμονους αντιπάλους των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η ισχυροποίησή του δεν ειναι στιγμιαίο φαινόμενο φυσικά αλλά το αποτέλεσμα διαδοχικών γεωπολιτικών μεταβολών στη Μέση Ανατολή όπως η κατάρρευση της ισορροπίας στο Ιράκ μετά την αμερικανική επέμβαση, η εδραίωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η συμμαχία με τη Συρία, καθώς και η ανάπτυξη σιιτικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ που απέκτησαν καθοριστικό ρόλο μετά τον πόλεμο κατά του ISIS. Μέσα από αυτά τα γεγονότα, το Ιράν είναι η δύναμη που κατάφερε να οικοδομήσει έναν ευρύτερο «άξονα αντίστασης», αποκτώντας επιρροή από τον Λίβανο έως την Υεμένη και μετατρέποντας τη Μέση Ανατολή σε πεδίο αμφισβήτησης της δυτικής ηγεμονίας.

Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θεωρούσαν το Ιράν μακροπρόθεσμα υπαρξιακή απειλή, και λόγω της στρατιωτικής του ισχύος, αλλά και λόγω της πολιτικής του ταυτότητας: ένα κράτος θεσμικά εχθρικό προς το Ισραήλ, με βαλλιστικό πρόγραμμα και ισχυρή ανάπτυξη drones, που επιμένει στην εξέλιξη πυρηνικού προγράμματος και ταυτόχρονα εντάσσεται σε υπερεθνικούς θεσμούς όπως ο SCO και οι BRICS. Η συμμετοχή του σε αυτούς τους οργανισμούς είναι μέρος ενός αναδυόμενου μπλοκ που ανταγωνίζεται το δυτικό σύστημα. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι μεγάλο ποσοστό των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθύνεται στην Κίνα, παρακάμπτοντας κυρώσεις και ενισχύοντας την κινεζική οικονομία, κάτι που εντείνει τον φόβο των ΗΠΑ για την απώλεια ελέγχου στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη στρατιωτική διάσταση στη δομική οικονομική διάσταση, μπορουμε νσ πούμε ότι η Μέση Ανατολή είναι κρίσιμη για τις ΗΠΑ λόγω της σχέσης της με το «πετροδολάριο». Η βασική θέση εδώ είναι ότι η κυριαρχία του δολαρίου στις διεθνείς αγοραπωλησίες πετρελαίου είναι σημαντική για την αμερικανική οικονομική ισχύ, καθώς δημιουργεί παγκόσμια ζήτηση για τα δολάριο, στηρίζει τη χρηματοδότηση του αμερικανικού χρέους και διατηρεί τη σταθερότητα της αμερικανικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, η προσπάθεια των BRICS για ενίσχυση του εμπορίου σε άλλα νομίσματα και δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών συναλλαγών εκτός SWIFT ειμαι μια απειλή αλλά φυσικά το δολάριο στηρίζεται σε πολύ περισσότερα από το πετρέλαιο: χρηματαγορές, εμπιστοσύνη, αμερικανική οικονομία, θεσμούς, στρατιωτική ισχύ, βάθος κεφαλαιαγορών.

ΟιΗΠΑ λοιπόν προχώρησαν σε μια επιθετική στρατηγική που στηρίζεται σε τρεις βασικούς στόχους: τη διάσωση του συστήματος του δολαρίου, την εξασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας ενόψει μελλοντικών πολέμων και την επαναβεβαίωση της ισχύος τους σε περιοχές όπου αυτή αμφισβητείται, κυρίως λόγω της ανόδου της Κίνας. Σε οτι αφορα στην περιγραφή της ίδιας της πολεμικής σύγκρουσης, η οποία ξεκινά στις 28 Φεβρουαρίου με αεροπορικά πλήγματα κατά του Ιράν, η Δύση πόνταρε σε μια εξέγερση αντίστοιχη με τα γεγονότα του προηγούμενου Δεκεμβρίου. Ωστόσο, αντί για αποσταθεροποίηση προκάλεσε μαζική συσπείρωση του ιρανικού πληθυσμού γύρω από το κράτος, απέτρεψε την ενεργοποίηση της αντιπολίτευσης και ακύρωσε την πιθανότητα άμεσης εσωτερικής ανατροπής.

Σημαντική αναφορά πτεπει να γίνει και στη μετάβαση των Φρουρών της Επανάστασης σε αποκεντρωμένη δομή, όπου οι τοπικές μονάδες μπορούσαν να επιχειρούν με μεγαλύτερη αυτονομία, μειώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα των χτυπημάτων που στόχευαν την κεντρική ηγεσία. Το καθοριστικό σημείο, , ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που πάγωσε μεγάλο μέρος του διεθνούς εμπορίου, αύξησε δραματικά την παγκόσμια οικονομική πίεση και ανάγκασε το αμερικανικό ναυτικό να αποχωρήσει από τον Περσικό Κόλπο για να αποφύγει μεγάλες απώλειες.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι καταστροφικές για τις χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις, κυρίως τα αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία υπέστησαν οικονομικό πάγωμα και στρατιωτικές απώλειες.

Ιδιαίτερη έμφαση πρεπει να δίνεται επίσης στην ικανότητα του Ιράν να πλήξει στόχους πέρα από την άμεση γεωγραφία του Κόλπου. Όλα αυτά συγκροτούν, την εικόνα ενός Ιράν που όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά απέδειξε αντοχή, τεχνολογική δυνατότητα και στρατηγική ευελιξία.

Σ ημαντικές περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη σύγκρουση, αρνούμενες να παραχωρήσουν έδαφος ή εναέριο χώρο για επιθέσεις. Στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν μάλιστα επιτράπηκε η χρήση του εδάφους του για ανεφοδιασμό του Ιράν από τη Ρωσία, γεγονός που υπογραμμίζει τις πιέσεις και τις ισορροπίες που δημιουργεί η ρωσική επιρροή στον Καύκασο. Η στάση της Τουρκίας ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα φόβων για αποσταθεροποίηση του Ιράν, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει το κουρδικό κίνημα, αλλά και ως στοιχείο της αυξανόμενης αντιπαράθεσης Τουρκίας–Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.

Και φυσικά ο Λίβανος και ειδικότερα η Χεζμπολάχ, καθώς ο πόλεμος δεν είναι αποκομμένος από την προσπάθεια απομόνωσης και διάλυσης του δικτύου συμμάχων Το Ισραήλ, παράλληλα με τη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο, προχώρησε σε επιχείρηση περαιτέρω εισβολής στον Λίβανο με στόχο την κατάληψη του νότιου τμήματος της χώρας έως τον ποταμό Λιτάνι.Ειναι πολύ πιθανό το Ισραήλ να μην επιδιώκει μόνο στρατιωτική νίκη, αλλά και να πιέσει την αστική πολιτική τάξη του Λιβάνου να στραφεί εναντίον της Χεζμπολάχ, ώστε να αλλάξει ο εσωτερικός συσχετισμός ισχύος. Η πλήρης εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ εινσι στρατηγική προϋπόθεση για να μπορεί το Ισραήλ να επιβάλει ισχύ ευρύτερα στη Μέση Ανατολή χωρίς τον κίνδυνο ενός ισχυρού μετώπου στα βόρεια σύνορά του.

Όσον αφορά τις διπλωματικές κινήσεις και τις συνομιλίες ειρήνης είναι προσχηματικές καθώς η Ουάσινγκτον, βλέποντας ότι η επιχείρηση δεν οδηγεί σε γρήγορη νίκη και αντιμετωπίζοντας δυσαρέσκεια από ευρωπαϊκές χώρες λόγω οικονομικών πιέσεων, ξεκίνησε να προβάλλει την ανάγκη ειρήνευσης.

Τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν προσωρινά, αλλά έκλεισαν ξανά, και οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους παρουσία, καθιστώντας πιθανότερο το ενδεχόμενο εισβολής ή τουλάχιστον μιας παρατεταμένης στρατηγικής ασφυξίας.

Κομβικό σημείο είναι η περιγραφή του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, όχι μόνο στον Περσικό Κόλπο αλλά και με τη δημιουργία δεύτερου μπλόκου στον Ινδικό Ωκεανό, όπου στοχοποιούνται εμπορικά πλοία προς το Ιράν, ενώ επιτρέπεται η κίνηση πλοίων που εξυπηρετούν συναλλαγές σε δολάρια. Αυτή η πολιτική αποκαλύπτει ότι ίσως το πραγματικό επίδικο είναι η οικονομική δραστηριότητα που αμφισβητεί το δολάριο και ενισχύει την Κίνα. Η προσωρινή επαναλειτουργία των στενών παρουσιάζεται ως ιρανικός ελιγμός απονομιμοποίησης του αμερικανικού αποκλεισμού και ως προσπάθεια διαπραγματευτικής πίεσης. Όταν ο διάλογος απέτυχε, το Ιράν έκλεισε ξανά τα στενά, επαναφέροντας την παγκόσμια οικονομική ασφυξία.

Το Ιράν δεν είναι ακριβως απομονωμένο, καθώς λαμβάνει υλική στήριξη από τη Ρωσία και την Κίνα, είτε μέσω τροφίμων, είτε μέσω εμπορίου εξοπλισμών, είτε μέσω της διαχείρισης πετρελαϊκών αποθεμάτων που έχουν ήδη μεταφερθεί σε περιοχές όπως η Μαλαισία και η Ινδονησία.

Η άμεση εισβολή στο Ιράν χαρακτηρίζεται δύσκολη λόγω γεωγραφίας και μεγέθους της χώρας, οπότε η στρατηγική τους φαίνεται να μετατρέπεται σε πολιορκία: πλήγματα σε βιομηχανία και ενέργεια, αποκλεισμός εξαγωγών, απειλή εισβολής ώστε να αποτραπεί η ανοικοδόμηση, και προσπάθεια εξουδετέρωσης των συμμάχων του Ιράν σε άλλα μέτωπα. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το Ιράν μπορεί να αντέξει υλικά σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, καθώς ο πληθωρισμός φέρεται να έχει τριπλασιαστεί. Εδώ εισάγεται το σενάριο ότι ακόμη κι αν υπάρξει συμφωνία ειρήνης, η Δύση μπορεί να επιδιώξει μακροπρόθεσμη νίκη μέσω οικονομικής εξάντλησης και πρόκλησης εσωτερικών αναταραχών, αξιοποιώντας κοινωνικές αντιδράσεις, δυτικόφιλη αντιπολίτευση και αυτονομιστικά κινήματα, ιδιαίτερα τους Κούρδους.

Ενδεικτικό γεγονός η έξοδος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον OPEC, κάτι που που μπορεί να συνδέεται με πιθανή επιδίωξη πτώσης των τιμών του πετρελαίου. Ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσε να πλήξει την ιρανική οικονομία, καθώς τα έσοδα από το πετρέλαιο αποτελούν σημαντικό μέρος του ΑΕΠ της, και να λειτουργήσει ως εργαλείο αποσταθεροποίησης, όπως είχε συμβεί ιστορικά με άλλες συγκρούσεις στην περιοχή.

Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο αποτελεί προπομπό ενός ευρύτερου παγκόσμιου ανταγωνισμού ανάμεσα στο δυτικό μπλοκ και στη συμμαχία Ρωσίας–Κίνας και που δημιουργεί προϋποθέσεις για νέους πολέμους ακόμη κι αν υπάρξει προσωρινή κατάπαυση. Η Ευρώπη, παρότι εμφανίζεται επικριτική απέναντι στη διαχείριση της σύγκρουσης από τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές διαφωνίες δεν αναιρούν την στρατηγική εξάρτηση της ηπείρου από το αμερικανικό σύστημα.

ιδιαίτερη αξία τέλος έχει αυτο που φανηκε δηλαδή η αδυναμία των κρατών του Περσικού Κόλπου να προστατευθούν χωρίς την αμερικανική ομπρέλα, καθώς οι υποδομές τους υπέστησαν σοβαρές ζημιές και τα αποθέματα πυρομαχικών για τα συστήματα Patriot εξαντλήθηκαν. Η πρόσφατη επίθεση σε λιμάνια των ΗΑΕ που χρησιμοποιούνταν για εξαγωγές παρακάμπτοντας τα στενά ενισχύει την εικόνα ότι η περιοχή έχει εισέλθει σε περίοδο μεγάλης αστάθειας. Η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ εμφανίζονται να διστάζουν να επιτρέψουν χρήση του εναέριου χώρου τους για το αμερικανικό «Project Freedom», φοβούμενα νέες ιρανικές επιθέσεις, γεγονός που αναδεικνύει το δίλημμα των αραβικών μοναρχιών: είτε να παραδώσουν πλήρως την ασφάλειά τους στις ΗΠΑ, εγκαταλείποντας τις σχέσεις τους με τούς BRICS, είτε να απομακρυνθούν από τους παραδοσιακούς προστάτες τους ρισκάροντας οικονομικές και στρατηγικές απώλειες.

Καταληγοντας βα αναφερουμε οι ότι οι αλλαγές στις παγκόσμιες ισορροπίες, που ήδη ξεκινούν να γίνονται ορατές, θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν ένα νέο, πιο συγκρουσιακό διεθνές περιβάλλον.