Η επιστήμη της μάθησης αποδεικνύει ότι οι σημαντικότερες δεξιότητες της ζωής δεν αποκτώνται μόνο μέσα σε μια σχολική αίθουσα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι έτοιμο να το αναγνωρίσει.

Αν σας ζητούσα να θυμηθείτε πού μάθατε να συνεργάζεστε, να ηγείστε, να διαχειρίζεστε μια αποτυχία ή να αναλαμβάνετε ευθύνη, πόσοι θα απαντούσατε ότι το μάθατε μέσα σε μια σχολική αίθουσα;

Οι περισσότεροι πιθανότατα θα θυμηθούν μια σχολική εκδρομή, μια κατασκήνωση, μια αθλητική ομάδα, μια εθελοντική δράση, έναν άνθρωπο που τους εμπιστεύθηκε για πρώτη φορά μια ευθύνη ή μια στιγμή που χρειάστηκε να πάρουν μια δύσκολη απόφαση. Εκείνες είναι οι εμπειρίες που μας ακολουθούν σε όλη μας τη ζωή. Όχι επειδή τις απομνημονεύσαμε, αλλά επειδή τις ζήσαμε.

Ίσως εκεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη παρανόηση που έχουμε για την εκπαίδευση.

Για δεκαετίες αξιολογήσαμε την επιτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος κυρίως μέσα από εξετάσεις, βαθμούς και απομνημόνευση γνώσεων. Αναμφίβολα, η γνώση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας. Όμως η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Ο κόσμος που διαμορφώνεται γύρω μας απαιτεί ανθρώπους που μπορούν να συνεργάζονται, να δημιουργούν, να επικοινωνούν, να επιλύουν προβλήματα, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και να προσαρμόζονται στις αλλαγές.

Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά δεν αποτελούν πλέον απλώς μια εκπαιδευτική άποψη. Αποτελούν επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ο Αμερικανός παιδαγωγός John Dewey υποστήριζε ότι η εκπαίδευση δεν είναι προετοιμασία για τη ζωή, αλλά η ίδια η ζωή. Η πραγματική μάθηση, έλεγε, γεννιέται όταν ο άνθρωπος συμμετέχει ενεργά, πειραματίζεται και συνδέει τη γνώση με την εμπειρία του.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο David Kolb διατύπωσε τον κύκλο της βιωματικής μάθησης, αποδεικνύοντας ότι η γνώση δημιουργείται μέσα από έναν συνεχή κύκλο εμπειρίας, αναστοχασμού, κατανόησης και εφαρμογής. Δεν μαθαίνουμε επειδή απλώς μας εξηγούν κάτι. Μαθαίνουμε όταν δοκιμάζουμε, κάνουμε λάθη, αναστοχαζόμαστε και εφαρμόζουμε ξανά όσα μάθαμε.

Την ίδια στιγμή, ο Lev Vygotsky ανέδειξε κάτι εξίσου σημαντικό: ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνος του. Μαθαίνει μέσα από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους. Ο γονιός, ο δάσκαλος, ο προπονητής, ο Αρχηγός Προσκόπων, ο μέντορας ή ο εθελοντής δεν μεταφέρουν απλώς γνώσεις. Δημιουργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο νέος άνθρωπος αναπτύσσει αυτοπεποίθηση, κρίση και υπευθυνότητα.

Σήμερα, οι νευροεπιστήμες επιβεβαιώνουν όσα οι μεγάλοι παιδαγωγοί είχαν διατυπώσει δεκαετίες πριν. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μαθαίνει αποτελεσματικά μόνο μέσω της παθητικής παρακολούθησης. Η ενεργή συμμετοχή, το συναίσθημα, η εμπειρία και η κοινωνική αλληλεπίδραση ενισχύουν τη δημιουργία ισχυρότερων νευρωνικών συνδέσεων και οδηγούν σε βαθύτερη και πιο διαρκή μάθηση.

Με άλλα λόγια, η επιστήμη μάς λέει ότι οι σημαντικότερες δεξιότητες της ζωής καλλιεργούνται όταν ο άνθρωπος συμμετέχει και όχι όταν παρακολουθεί.

Αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία της μη τυπικής μάθησης.

Δεν πρόκειται για μια «δεύτερης κατηγορίας» εκπαίδευση ούτε για μια ευχάριστη εξωσχολική δραστηριότητα. Είναι μια οργανωμένη μαθησιακή διαδικασία που αναπτύσσει δεξιότητες τις οποίες δύσκολα μπορεί να καλλιεργήσει από μόνη της η παραδοσιακή διδασκαλία: συνεργασία, ηγεσία, ενσυναίσθηση, επίλυση συγκρούσεων, ανθεκτικότητα, πρωτοβουλία και ενεργό πολιτότητα.

Η θεωρία, όμως, αποκτά πραγματική αξία όταν αποδεικνύεται στην πράξη.

Στην Κύπρο υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στον Προσκοπισμό, οι νέοι ηλικίας 15 έως 18 ετών, οι Ανιχνευτές, ακολουθούν ένα ολοκληρωμένο εξελικτικό πρόγραμμα που δεν αξιολογεί μόνο τις γνώσεις τους, αλλά κυρίως την υπευθυνότητα, την ηγεσία, τη συνεργασία, την κοινωνική προσφορά, την αυτονομία και την ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Η κορύφωση αυτής της πορείας είναι η απονομή του Πτυχίου Δημοκρατίας, της ανώτατης διάκρισης που μπορεί να λάβει ένας ανήλικος Πρόσκοπος στην Κύπρο και η οποία απονέμεται από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η διάκριση αυτή ονομάζεται Πτυχίο Δημοκρατίας. Γιατί η δημοκρατία δεν διδάσκεται μόνο μέσα από τα βιβλία της Πολιτικής Αγωγής. Καλλιεργείται όταν οι νέοι μαθαίνουν να συνεργάζονται, να αναλαμβάνουν ευθύνες, να λαμβάνουν αποφάσεις, να σέβονται τη διαφορετική άποψη και να υπηρετούν το κοινό καλό.

Το ίδιο συμβαίνει καθημερινά σε αθλητικούς συλλόγους, πολιτιστικούς φορείς, οργανώσεις νέων και εθελοντικές οργανώσεις. Η κοινωνία αναγνωρίζει την αξία αυτών των εμπειριών σε προσωπικό επίπεδο, όμως σπάνια τις αντιμετωπίζει ως αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Αν λοιπόν γνωρίζουμε πλέον πώς μαθαίνει ο άνθρωπος, τότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αξίζει η μη τυπική μάθηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν την έχουμε ακόμη ενσωματώσει ουσιαστικά στις δημόσιες πολιτικές για την παιδεία.

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε περισσότερες διακηρύξεις, αλλά σε συγκεκριμένες αποφάσεις.

Χρειαζόμαστε ένα Εθνικό Πλαίσιο Αναγνώρισης της Μη Τυπικής και Άτυπης Μάθησης, ώστε οι δεξιότητες που αποκτούν οι νέοι μέσα από τον εθελοντισμό, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και τις οργανώσεις να μπορούν να πιστοποιούνται και να αναγνωρίζονται.

Χρειαζόμαστε ένα ψηφιακό portfolio δεξιοτήτων, που θα συνοδεύει κάθε νέο άνθρωπο και θα αποτυπώνει όχι μόνο τους ακαδημαϊκούς τίτλους, αλλά και τις εμπειρίες, τις ευθύνες και τις δεξιότητες που απέκτησε έξω από τη σχολική τάξη.

Χρειαζόμαστε ουσιαστική συνεργασία ανάμεσα στα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τις οργανώσεις νεολαίας, ώστε η βιωματική μάθηση να αποτελέσει οργανικό μέρος της εκπαιδευτικής εμπειρίας.

Χρειαζόμαστε επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στις σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις, ώστε η ενεργητική και βιωματική μάθηση να αξιοποιείται περισσότερο και μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Χρειαζόμαστε, τέλος, μια νέα κουλτούρα αξιολόγησης. Μια παιδεία που θα αναγνωρίζει ότι η αξία ενός νέου ανθρώπου δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά σε έναν βαθμό ή σε ένα απολυτήριο, αλλά και στην ικανότητά του να συνεργάζεται, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να προσφέρει και να συμμετέχει ενεργά στη δημοκρατική ζωή.

Ίσως τελικά το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι αν η μη τυπική μάθηση αξίζει μεγαλύτερη αναγνώριση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε για μια σύγχρονη παιδεία, αγνοώντας όσα η ίδια η επιστήμη μάς έχει ήδη διδάξει για τον τρόπο που μαθαίνει ο άνθρωπος.

Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση της εκπαίδευσης δεν είναι να γεμίζει το μυαλό με περισσότερες πληροφορίες. Είναι να διαμορφώνει ανθρώπους που μπορούν να μετατρέπουν τη γνώση σε πράξη, τη συνεργασία σε δύναμη και την εμπειρία σε σοφία. Και ίσως η πραγματική παιδεία να είναι τελικά εκείνη που δεν αποτυπώνεται μόνο σε έναν βαθμό, αλλά στον άνθρωπο που διαμορφώνει.