Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΥπάρχουν στιγμές που η εργασιακή ανασφάλεια δεν είναι αποτέλεσμα μιας συγκυρίας, αλλά συνέπεια μιας διαχρονικής αδυναμίας της Πολιτείας να δώσει καθαρές και οριστικές λύσεις. Οι εκπαιδευτικοί των υποστηρικτικών προγραμμάτων του υπουργείου Παιδείας γνωρίζουν πολύ καλά αυτή την πραγματικότητα.
Η ιστορία τους δεν ξεκινά σήμερα. Ξεκινά το 2013, όταν μια μεγάλη ομάδα εκπαιδευτικών βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σοβαρή εργασιακή αδικία: Τη μετατροπή του καθεστώτος εργασίας τους σε «αγορά υπηρεσιών». Μια επιλογή που είχε σημαντικές εργασιακές και οικονομικές συνέπειες και η οποία, χρόνια αργότερα, κρίθηκε παράνομη από το Διοικητικό Δικαστήριο.
Θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε την αφετηρία για την οριστική αποκατάσταση της εργασιακής κανονικότητας. Περισσότερο από μία δεκαετία μετά, όμως, η εργασιακή αβεβαιότητα εξακολουθεί να είναι παρούσα.
Οι εκπαιδευτικοί των προγραμμάτων έχουν πλέον μετατραπεί σε μισθωτούς και, πιο πρόσφατα, αρκετοί έχουν αποκτήσει καθεστώς αορίστου χρόνου. Παρά το σημαντικό αυτό βήμα, βασικά ερωτήματα εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάσταση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν τα προγράμματα παραμένουν κλειστά και οι εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται. Οι εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου δεν λαμβάνουν μισθό για την περίοδο αυτή, ενώ, παράλληλα, αναμένουν απάντηση για το κατά πόσο δικαιούνται ανεργιακό επίδομα. Πρόκειται για μια εκκρεμότητα με άμεσες οικονομικές συνέπειες για ανθρώπους που έχουν εργαστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
Την ίδια ώρα, τα προγράμματα εξακολουθούν να έχουν πρόσθετες ανάγκες, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από τους εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου. Οι ανάγκες αυτές θα μπορούσαν να καλυφθούν από εκπαιδευτικούς ορισμένου χρόνου που ήδη υπηρετούν στα συγκεκριμένα προγράμματα και διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία. Για να γίνει αυτό, όμως, απαιτείται η διενέργεια προκηρύξεων, η ανάγκη των οποίων επισημαίνεται εδώ και δύο χρόνια.
Οι ανάγκες υπάρχουν. Οι εκπαιδευτικοί υπάρχουν. Η εμπειρία υπάρχει. Αυτό που φαίνεται να απουσιάζει είναι ένας έγκαιρος σχεδιασμός που να δίνει καθαρές λύσεις.
Ιδιαίτερη διάσταση έχει η περίπτωση των εκπαιδευτικών του προγράμματος «ΔΡΑΣΕ» στη Μέση Εκπαίδευση.
Οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί έχασαν την εργασία τους μετά την απόφαση του ΥΠΑΝ να εντάξει το πρόγραμμα στους καταλόγους της ΕΕΥ. Ως συμβιβαστική λύση, τους προτάθηκε η απασχόληση σε άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων τα ΚΙΕ και τα Επιμορφωτικά Προγράμματα. Ωστόσο, η προϋπηρεσία που είχαν αποκτήσει στο «ΔΡΑΣΕ» δεν προσμετρήθηκε, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν το καθεστώς αορίστου χρόνου.
Έτσι, εκπαιδευτικοί που έχουν ήδη υπηρετήσει στο συγκεκριμένο πρόγραμμα και έχουν αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία, χωρίς, όμως, να έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο για την απόκτηση του καθεστώτος αορίστου χρόνου, βρίσκονται και πάλι σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας. Χωρίς τη διενέργεια προκηρύξεων, το επαγγελματικό τους μέλλον παραμένει μετέωρο.
Δεν μπορεί κάθε αλλαγή πολιτικής να σημαίνει και μια νέα αρχή για ανθρώπους που ήδη υπηρετούν. Δεν μπορεί η εμπειρία που αποκτήθηκε μέσα στα ίδια τα προγράμματα να αντιμετωπίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και δεν μπορεί οι εκπαιδευτικοί να περιμένουν κάθε χρόνο μια απόφαση, μια προκήρυξη ή μια απάντηση για το ποιο θα είναι το εργασιακό τους καθεστώς και αν θα μπορούν να συνεχίσουν να προσφέρουν στα προγράμματα στα οποία ήδη υπηρετούν.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο εργασιακό. Είναι και ζήτημα σεβασμού προς τους ανθρώπους που επί χρόνια προσφέρουν μέσα από τα υποστηρικτικά προγράμματα του υπουργείου Παιδείας, τα οποία απευθύνονται σε μεγάλο βαθμό στις πιο οικονομικά ευάλωτες ομάδες της κοινωνίας.
Αν πραγματικά αναγνωρίζεται η αξία αυτών των προγραμμάτων, τότε θα πρέπει να αναγνωρίζεται και η αξία των ανθρώπων που τα υλοποιούν.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό πρόβλημα: Οι αποφάσεις φαίνεται να λαμβάνονται χωρίς να προηγείται ο διάλογος που απαιτείται για να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές συνέπειες αυτών των αποφάσεων.
Αυτό που χρειάζεται είναι πραγματικός σχεδιασμός για τα προγράμματα, καταγραφή των αναγκών τους και αξιοποίηση των εκπαιδευτικών που ήδη υπηρετούν σε αυτά και διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία.
Λείπει ένας διάλογος που να οδηγεί σε λύσεις.
* Οργανωτική Γραμματέας ΣΕΚ