Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ άτυπη φροντίδα φαίνεται επιτέλους να αποκτά μεγαλύτερη θέση στη δημόσια συζήτηση και στην κοινωνική πολιτική της Κύπρου. Οι πρόσφατες εξελίξεις αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν ένα ουσιαστικό ερώτημα: θα περιοριστούμε στην αναγνώριση της προσφοράς των άτυπων φροντιστών ή θα προχωρήσουμε στην αναγνώριση και προστασία των δικών τους αναγκών και δικαιωμάτων;
Ο νέος περί Κοινωνικής Συμμετοχής, Συμπερίληψης και Ανεξάρτητης Διαβίωσης Ατόμων με Αναπηρίες Νόμος του 2026 αποτελεί σημαντική μεταρρύθμιση. Ενισχύει την ανεξάρτητη διαβίωση, την προσωπική βοήθεια και την κατ’ οίκον φροντίδα, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο που επηρεάζει άμεσα πολλές οικογένειες που παρέχουν καθημερινά φροντίδα. Η σταδιακή εφαρμογή του νέου Επιδόματος Προσωπικής Βοήθειας και Κατ’ Οίκον Φροντίδας αποτελεί μέρος αυτής της νέας προσέγγισης.

Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόθεση της κυβέρνησης, στο πλαίσιο της προτεινόμενης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, να ενισχύσει τη συνταξιοδοτική προστασία των άτυπων φροντιστών μέσω του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Το «Θάλπω» χαιρετίζει αυτή την κατεύθυνση. Η αναγνώριση ότι η παροχή άμισθης φροντίδας μπορεί να περιορίσει ή να διακόψει τη συμμετοχή στην εργασία και, κατά συνέπεια, να επηρεάσει τη μελλοντική σύνταξη αποτελεί σημαντική εξέλιξη. Η διάσταση αυτή είναι ακόμη πιο κρίσιμη επειδή το βάρος της άτυπης φροντίδας εξακολουθεί να αναλαμβάνεται δυσανάλογα από τις γυναίκες, με συνέπειες στο εισόδημα, την επαγγελματική εξέλιξη και τη συνταξιοδοτική τους επάρκεια. Η φροντίδα ενός ατόμου μεγαλύτερης ηλικίας, ενός παιδιού ή ενήλικα με αναπηρία, ενός ανθρώπου με χρόνια νόσο ή άλλου προσώπου με ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας μπορεί να οδηγήσει κάποιον στη μείωση των ωρών εργασίας του ή ακόμη και στην πλήρη αποχώρηση από την απασχόληση. Το κόστος δεν είναι μόνο το άμεσα χαμένο εισόδημα. Είναι και οι χαμένες εισφορές, η χαμηλότερη μελλοντική σύνταξη, οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές και ο αυξημένος κίνδυνος οικονομικής ανασφάλειας αργότερα στη ζωή. Γι’ αυτό η συνταξιοδοτική προστασία των άτυπων φροντιστών αποτελεί ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ποιοι άτυποι φροντιστές θα αναγνωρίζονται;
Εξίσου σημαντικό με την εισαγωγή ενός νέου μέτρου είναι το ερώτημα ποιοι τελικά θα αναγνωρίζονται ως άτυποι φροντιστές και ποιοι θα έχουν πρόσβαση στις προβλεπόμενες συνταξιοδοτικές πιστώσεις ή εισφορές. Οι ακριβείς όροι επιλεξιμότητας θα είναι καθοριστικοί για το εάν η μεταρρύθμιση θα είναι πράγματι συμπεριληπτική.
Εάν η αναγνώριση για σκοπούς συνταξιοδοτικής προστασίας συνδεθεί αποκλειστικά με την επιλεξιμότητα ή την αναγνώριση άτυπης φροντίδας στο πλαίσιο της νέας νομοθεσίας για τα άτομα με αναπηρίες, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα περιοριστικό πλαίσιο που θα αφήνει εκτός σημαντικές ομάδες φροντιστών.
Η άτυπη φροντίδα δεν αφορά μόνο τη στήριξη ατόμων με αναπηρία. Παρέχεται καθημερινά σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με αυξημένες ανάγκες φροντίδας, ανθρώπους με άνοια, καρκίνο, χρόνιες ή εκφυλιστικές παθήσεις, ανθρώπους που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και άλλες καταστάσεις που δημιουργούν μακροχρόνια εξάρτηση. Και σε αυτές τις περιπτώσεις ένας σύζυγος, γονέας, παιδί, συγγενής ή ακόμη και άλλο πρόσωπο του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να μειώσει σημαντικά την εργασία του ή να εγκαταλείψει εντελώς την αγορά εργασίας για να παρέχει φροντίδα.

Η κοινωνική προστασία του φροντιστή δεν θα πρέπει, επομένως, να εξαρτάται αποκλειστικά από τη διάγνωση ή τη διοικητική κατηγορία στην οποία εντάσσεται το άτομο που λαμβάνει τη φροντίδα. Η νέα νομοθεσία για την αναπηρία μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική οδό αναγνώρισης των άτυπων φροντιστών και της σημασίας του ρόλου τους, όχι όμως τη μοναδική. Η ποικιλία των καταστάσεων που δημιουργούν ανάγκη άτυπης φροντίδας είναι πολύ ευρύτερη.
Χρειάζεται ένα ευρύτερο και αυτοτελές πλαίσιο αναγνώρισης των άτυπων φροντιστών, με κριτήρια που να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική ένταση και διάρκεια της φροντίδας, τις ανάγκες του ανθρώπου που λαμβάνει τη φροντίδα και τον αντίκτυπο που έχει η φροντίδα στη δυνατότητα του φροντιστή να εργάζεται και να καταβάλλει εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων. Η αναγνώριση πρέπει να βασίζεται στην πραγματικότητα της φροντίδας και όχι μόνο στην κατηγορία του λήπτη της.
Ο φροντιστής είναι και ο ίδιος πολίτης με ανάγκες και δικαιώματα
Χρειάζεται επίσης μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την άτυπη φροντίδα. Ο άτυπος φροντιστής δεν είναι απλώς ένα μέσο μέσω του οποίου παρέχεται φροντίδα σε κάποιον άλλο. Είναι ένας άνθρωπος με δικές του ανάγκες, όρια, κοινωνική ζωή, εργασία, οικογένεια και δικαιώματα. Η φροντίδα που παρέχει αποτελεί ουσιαστική κοινωνική και οικονομική συνεισφορά και αυτό πρέπει να αποτυπώνεται όχι μόνο στην αναγνώριση του ρόλου του, αλλά και στην κοινωνική του προστασία.
Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της πολιτικής επικεντρώνεται, εύλογα, στον άνθρωπο που χρειάζεται υποστήριξη. Μια μονομερής όμως προσέγγιση μπορεί να αφήνει τον άνθρωπο που παρέχει καθημερινά τη φροντίδα σχεδόν αόρατο. Η πολιτική πρέπει, επομένως, να εξετάζει συστηματικά και τις ανάγκες του ίδιου του φροντιστή.
Μαζί με την αξιολόγηση των αναγκών του ανθρώπου που χρειάζεται φροντίδα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ξεχωριστής αξιολόγησης των αναγκών του φροντιστή. Πόσο εντατική είναι η φροντίδα που παρέχει και για πόσο χρονικό διάστημα; Μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται παράλληλα; Ποια είναι η σωματική και ψυχοκοινωνική του επιβάρυνση; Χρειάζεται εκπαίδευση, καθοδήγηση, συμβουλευτική ή προσωρινή ανακούφιση από τη φροντίδα; Η πρόσβαση τουλάχιστον σε κατάλληλη ενημέρωση, εκπαίδευση και καθοδήγηση πρέπει να θεωρείται βασικό στοιχείο κάθε πολιτικής για τους φροντιστές.
Από την αναγνώριση σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης
Η συνταξιοδοτική προστασία πρέπει να αποτελέσει μέρος ενός πολύ ευρύτερου πλαισίου. Κεντρικό στοιχείο πρέπει να είναι η ανάπτυξη φροντίδας ανάπαυλας (respite care). Καμία οικογένεια δεν μπορεί να παρέχει φροντίδα 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, επί χρόνια, χωρίς υποστήριξη.
Εξίσου σημαντική είναι η προστασία της συμμετοχής των φροντιστών στην αγορά εργασίας, μέσα από ευέλικτες ρυθμίσεις, επαρκείς άδειες φροντίδας και πολιτικές που επιτρέπουν σε όσους μπορούν και επιθυμούν να συνεχίζουν να εργάζονται. Η εγκατάλειψη της εργασίας δεν πρέπει να αποτελεί τη μοναδική πρακτική επιλογή όταν ένα μέλος της οικογένειας χρειάζεται φροντίδα. Η συνταξιοδοτική προστασία πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως κίνητρο εξόδου από την απασχόληση.
Χρειάζεται επίσης πρόσβαση σε ενημέρωση, εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Πολλοί άνθρωποι γίνονται φροντιστές από τη μια ημέρα στην άλλη, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, μια διάγνωση άνοιας ή καρκίνου, ένα ατύχημα ή την επιδείνωση μιας χρόνιας νόσου, χωρίς καμία προετοιμασία για τον ρόλο που καλούνται να αναλάβουν.
Και βέβαια χρειάζεται επαρκής κοινωνική προστασία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει συνταξιοδοτικές πιστώσεις για περιόδους άμισθης φροντίδας, κρατικά επιδοτούμενες εισφορές όταν ο φροντιστής αναγκάζεται να αποχωρήσει από την εργασία, καθώς και εξέταση κατάλληλων οικονομικών ή συμβατικών μορφών στήριξης. Η φροντίδα είναι μορφή κοινωνικά αναγκαίας εργασίας και η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει έμπρακτα αυτή τη συνεισφορά. Ταυτόχρονα, οποιαδήποτε παροχή προς τον φροντιστή δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μείωση των παροχών ή δικαιωμάτων του ανθρώπου που λαμβάνει τη φροντίδα.
Η άτυπη φροντίδα και το κενό της μακροχρόνιας φροντίδας
Δεν μπορούμε να εξετάζουμε την άτυπη φροντίδα ανεξάρτητα από το ευρύτερο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας στην Κύπρο. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στην οργάνωση, χρηματοδότηση και παροχή μακροχρόνιας φροντίδας, με περιορισμένες υπηρεσίες κατ’ οίκον και κοινοτικής φροντίδας και σημαντικές ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό. Όσο το επίσημο σύστημα δεν μπορεί να καλύψει επαρκώς αυτές τις ανάγκες, μεγάλο μέρος της ευθύνης μεταφέρεται αναπόφευκτα στις οικογένειες.
Η άτυπη φροντίδα λειτουργεί έτσι ως ένας αθέατος πυλώνας του συστήματος υγείας και κοινωνικής φροντίδας, χωρίς όμως οι άνθρωποι που τον στηρίζουν να διαθέτουν αντίστοιχη αναγνώριση, υποστήριξη και προστασία. Η στήριξη των άτυπων φροντιστών δεν μπορεί, ωστόσο, να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της ανάπτυξης επαρκών επίσημων υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας. Η οικογένεια πρέπει να έχει πραγματική επιλογή και υποστήριξη, όχι να αναλαμβάνει τη φροντίδα επειδή δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη λύση.
Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση και το Care Deal
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την Κύπρο. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη Φροντίδα και η ευρωπαϊκή πολιτική για την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή και ποιοτική μακροχρόνια φροντίδα έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι η βιωσιμότητα των συστημάτων φροντίδας προϋποθέτει στήριξη τόσο των ανθρώπων που λαμβάνουν φροντίδα όσο και εκείνων που την παρέχουν.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή συζήτηση εξελίσσεται προς μια περισσότερο ολοκληρωμένη προσέγγιση, ένα European Care Deal, που αντιμετωπίζει τη φροντίδα όχι ως περιθωριακό κοινωνικό ζήτημα αλλά ως κεντρικό θέμα κοινωνικής πολιτικής, απασχόλησης, ισότητας των φύλων, δημογραφικής αλλαγής και κοινωνικής προστασίας.
Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Κύπρο. Μας δίνει την ευκαιρία να μη δημιουργήσουμε ξεχωριστά και αποσπασματικά συστήματα για την αναπηρία, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή συγκεκριμένες ασθένειες, αλλά να αναπτύξουμε μια συμπεριληπτική προσέγγιση στη φροντίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Ένα τέτοιο πλαίσιο πρέπει να αναγνωρίζει τον άτυπο φροντιστή σύμφωνα με τη φροντίδα που πραγματικά παρέχει και τις συνέπειες αυτής της φροντίδας στη ζωή του. Η αναγνώριση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στην κατηγορία ή στη διάγνωση του ανθρώπου που φροντίζει.

Οι φροντιστές στο τραπέζι των αποφάσεων
Η εκπροσώπηση των ανθρώπων που λαμβάνουν φροντίδα και η εκπροσώπηση των ανθρώπων που την παρέχουν δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι ανάγκες τους είναι στενά συνδεδεμένες, αλλά δεν ταυτίζονται πάντοτε. Ζητήματα όπως η απώλεια εισοδήματος, η συνταξιοδοτική προστασία, η δυνατότητα παραμονής στην εργασία, η ανάγκη για ανάπαυλα, η ψυχοκοινωνική επιβάρυνση, η δυσανάλογη εξάρτηση από τις γυναίκες για την κάλυψη των αναγκών φροντίδας και η ίδια η δυνατότητα ενός ανθρώπου να συνεχίσει να παρέχει φροντίδα μακροπρόθεσμα αφορούν άμεσα τον φροντιστή.
Γι’ αυτό οι ίδιοι οι άτυποι και οικογενειακοί φροντιστές, καθώς και οι οργανώσεις που τους εκπροσωπούν, πρέπει να έχουν άμεση και θεσμική συμμετοχή στις διαδικασίες διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων που τους αφορούν. Πρόκειται για βασική αρχή καλής κοινωνικής πολιτικής: καμία απόφαση για τους φροντιστές χωρίς τους ίδιους τους φροντιστές στο τραπέζι.
Από τα επιμέρους μέτρα σε μια εθνική πολιτική
Η νέα νομοθεσία για την αναπηρία, η προτεινόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της μακροχρόνιας φροντίδας και οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργούν ένα σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας.
Απαιτείται ένας οργανωμένος κοινωνικός διάλογος που θα οδηγήσει σε μια Εθνική Πολιτική για τους Άτυπους και Οικογενειακούς Φροντιστές, ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της μακροχρόνιας φροντίδας και ευθυγραμμισμένη με τη νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για τη φροντίδα.
Μια τέτοια πολιτική πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς αρχές: ευρεία και συμπεριληπτική αναγνώριση των φροντιστών με βάση την ένταση και τη διάρκεια της πραγματικής φροντίδας· αυτοτελή αξιολόγηση των δικών τους αναγκών· συνταξιοδοτικές πιστώσεις και, όπου απαιτείται, κρατικά επιδοτούμενες εισφορές· προστασία από τη φτώχεια και το συνταξιοδοτικό χάσμα που συνδέεται με το φύλο· δυνατότητα συνδυασμού εργασίας και φροντίδας μέσω αδειών και ευέλικτων ρυθμίσεων· φροντίδα ανάπαυλας· ενημέρωση, εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική υποστήριξη· εξέταση κατάλληλων επιδομάτων ή προαιρετικών συμβατικών μορφών στήριξης με ασφαλιστική κάλυψη· διασφάλιση ότι η στήριξη προς τον φροντιστή δεν μειώνει τις παροχές του λήπτη φροντίδας· και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των φροντιστών στη διαμόρφωση πολιτικής.
Το «Θάλπω» είναι έτοιμο να συμβάλει σε αυτόν τον διάλογο, μεταφέροντας τη φωνή, τις εμπειρίες και τις πραγματικές ανάγκες των άτυπων και οικογενειακών φροντιστών. Καθώς η Ευρώπη προχωρά τη συζήτηση για ένα νέο Care Deal, η Κύπρος έχει την ευκαιρία να διαμορφώσει το δικό της νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τη φροντίδα: ένα σύστημα που στηρίζει τον άνθρωπο που χρειάζεται φροντίδα, χωρίς να αφήνει αόρατο τον άνθρωπο που την παρέχει.
*Ο Μάριος Κανταρής είναι Διδάκτορας Πολιτικής Υγείας και Πρόεδρος του «Θάλπω» – Δίκτυο Ενδυνάμωσης Άτυπων Φροντιστών Κύπρου