Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου. Ο θόρυβος γύρω του, όμως, δεν πέθανε μαζί του.

Μέρες μετά, όλοι εξακολουθούν να έχουν κάτι να πουν. Κάτι να αποκαλύψουν. Κάτι να ερμηνεύσουν. Κάποιον να δικαιώσουν και κάποιον να καταδικάσουν. Ξεσκονίζουμε σχέσεις, οικογενειακές πληγές, παλιές δηλώσεις, παρουσίες και απουσίες. Μετράμε ποιος πήγε, ποιος δεν πήγε, ποιος μίλησε, ποιος σώπασε και το πιο παράδοξο ακόμη και τη σιωπή αισθανόμαστε ότι δικαιούμαστε να την ερμηνεύσουμε.

Κάπου χάσαμε το μέτρο και μαζί του, φοβάμαι, χάσαμε και κάτι πολύ πιο σημαντικό: τον σεβασμό.

Δεν αναφέρομαι στη διερεύνηση των συνθηκών του θανάτου του. Όταν υπάρχουν ερωτήματα, υπάρχουν Αρχές, επιστήμονες και διαδικασίες που οφείλουν να δώσουν απαντήσεις.

Μιλώ για εμάς. Για μια κοινωνία που μοιάζει να μην αντέχει πια τίποτε που δεν μετατρέπεται σε περιεχόμενο.

Ένας άνθρωπος πεθαίνει και ο θάνατός του γίνεται είδηση. Η είδηση γίνεται εκπομπή. Η εκπομπή γίνεται απόσπασμα. Το απόσπασμα γίνεται ανάρτηση. Η ανάρτηση γεννά σχόλια, κρίσεις, στρατόπεδα, «ειδικούς» και αυτόκλητους δικαστές.

Και αύριο χρειαζόμαστε το επόμενο επεισόδιο.

Σαν να μην πέθανε ένας άνθρωπος. Σαν να τελείωσε απλώς ένας κύκλος σειράς.

Θα ήταν εύκολο να κατηγορήσουμε μόνο τα μέσα ενημέρωσης. Θα ήταν και βολικό. Γιατί αυτή η βιομηχανία περιεχομένου δεν υπάρχει χωρίς κοινό.

Εμείς πατάμε. Εμείς διαβάζουμε. Εμείς σχολιάζουμε. Εμείς κοινοποιούμε. Εμείς ζητάμε ακόμη μία λεπτομέρεια. Και μετά αγανακτούμε επειδή κάποιος μας την έδωσε.

Μιλάμε διαρκώς για όρια, ιδιωτικότητα και σεβασμό, αλλά την ίδια στιγμή θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι δικαιούμαστε πρόσβαση σε κάθε πτυχή της ζωής ενός δημόσιου ανθρώπου.

Μόνο που δημόσιο πρόσωπο δεν σημαίνει δημόσια περιουσία.

Η αγάπη του κοινού δημιουργεί δεσμό. Δεν δημιουργεί ιδιοκτησία.

Και η αναγνωρισιμότητα δεν μπορεί να αποτελεί ισόβια παραίτηση από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Πολύ περισσότερο όταν ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πια εδώ για να πει ο ίδιος: μέχρι εδώ.

Στην περίπτωση του Μαζωνάκη, όμως, φτάσαμε ακόμη πιο μακριά. Μπήκαμε στις οικογενειακές σχέσεις. Στις πληγές. Στο πένθος. Στην πίστη του. Ιερείς εμφανίστηκαν σε τηλεοπτικές εκπομπές και η δημόσια συζήτηση έφτασε ακόμη και σε προσωπικές πνευματικές συνομιλίες και στην εξομολόγηση.

Αν ούτε εκεί μπορούμε να σταματήσουμε, πού ακριβώς βρίσκεται το όριο;

Ο Μαζωνάκης είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την πίστη. Όπως είχε και μια ιδιαίτερη σχέση με την πίστα. Ίσως αυτές οι δύο λέξεις να περιέγραφαν δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους του: εκείνον που επέλεγε να μοιράζεται με χιλιάδες ανθρώπους και εκείνον που είχε κάθε δικαίωμα να κρατά για τον εαυτό του.

Κι εδώ μια παλιά του επιτυχία ακούγεται σήμερα διαφορετικά.

«Ανήκω σε μένα».

Τρεις λέξεις.

Και ένα ερώτημα: πόσο ανήκει τελικά ένας δημόσιος άνθρωπος στον εαυτό του;

Όσο ζει, απαιτούμε πρόσβαση στη ζωή του. Όταν πεθάνει, απαιτούμε πρόσβαση ακόμη και στον θάνατό του. Σαν ο θάνατος να μας παρέδωσε τα κλειδιά μιας ζωής και μαζί το δικαίωμα να ανοίξουμε κάθε πόρτα της. Όμως κάποια πράγματα ίσως ανήκουν αποκλειστικά σε εκείνον που έφυγε. Στις σιωπές του. Στις πληγές του. Στην πίστη του. Στην ψυχή του.

Είναι τα κομμάτια μιας ζωής που ένας άνθρωπος δικαιούται να πάρει μαζί του.

Γιατί ο θάνατος δεν καταργεί την αξιοπρέπεια ούτε την ιδιωτικότητα. Αντίθετα, ίσως τότε να έχουμε ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να προστατεύσουμε όσα εκείνος δεν βρίσκεται πια εδώ για να προστατεύσει.

Και υπάρχει και μια οικογένεια που πενθεί.

Ό,τι κι αν προηγήθηκε. Όποιες κι αν ήταν οι σχέσεις, οι διαφωνίες, οι αποστάσεις ή οι πληγές, δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα τις δικάσουμε. Και κυρίως δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα αποφασίσουμε πώς «πρέπει» να πενθήσει κάποιος.

Το πένθος δεν είναι δημόσιο αγαθό. Δεν είναι τηλεοπτικό προϊόν. Δεν είναι περιεχόμενο.

Είναι μία από τις πιο προσωπικές στιγμές της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Η ζωή μου βήμα», τραγούδησε επίσης ο Μαζωνάκης.

Και μια ζωή πράγματι είναι βήματα. Άλλα τα κάνουμε μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους. Άλλα μόνοι. Άλλα μαζί με εκείνους που αγαπάμε. Κι υπάρχουν και κάποια που δεν θα μάθει ποτέ κανείς.

Ίσως έτσι πρέπει να είναι.

Η δική του ζωή έκανε το τελευταίο της βήμα.Εμείς, όμως, αντί να κάνουμε ένα βήμα πίσω, κάναμε πολλά μπροστά.

Μέχρι πού;

Πότε η ενημέρωση γίνεται εισβολή; Πότε η περιέργεια μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον; Πότε η ανάγκη για ένα ακόμη click μάς κάνει να ξεχνάμε ότι πίσω από την ιστορία υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι;

Ίσως τελικά αυτή η ιστορία να μην αφορά μόνο τον Γιώργο Μαζωνάκη.

Αφορά εμάς.Μια κοινωνία που απέκτησε πρόσβαση σχεδόν στα πάντα και κάπου στην πορεία ξέχασε ότι το «μπορώ να μάθω» δεν σημαίνει πάντοτε «δικαιούμαι να ξέρω».

Κάποια ερωτήματα πρέπει ασφαλώς να απαντηθούν. Θα τα απαντήσουν εκείνοι που έχουν την αρμοδιότητα και τα στοιχεία.

Όμως δεν χρειάζεται να μάθουμε όλα.Και κυρίως, δεν δικαιούμαστε όλα.

Η ζωή του ήταν βήμα. Η δική του έκανε το τελευταίο της.Ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε εμείς ένα βήμα πίσω.

Να αφήσουμε μια οικογένεια να πενθήσει. Να αφήσουμε την πίστη ενός ανθρώπου εκεί όπου ο ίδιος επέλεξε να την τοποθετήσει. Να αφήσουμε κάποιες πόρτες κλειστές.

Και, επιτέλους, να αφήσουμε έναν νεκρό να αναπαυθεί.

Γιατί δεν είναι όλα περιεχόμενο.

Και αν ούτε ο θάνατος δεν είναι αρκετός για να μας θυμίσει πού βρίσκεται το όριο, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην οθόνη.

Βρίσκεται στην κοινωνία που την κοιτάζει.

«Ανήκω σε μένα».

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η τελευταία του φράση που οφείλουμε να σεβαστούμε.