Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και την ένταξη της Κύπρου και άλλων χωρών της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, ενισχύθηκε ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας μας. Έκτοτε, η εξωτερική πολιτική της Κύπρου συνδέεται στενά με την Ελλάδα και την ΕΕ. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου και οι διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν καταστήσει σημαντική την ανάπτυξη συνεργασιών της Κύπρου και της Ελλάδας με χώρες όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, καθώς και με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν, κατά την άποψή μου, τη σημασία της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και της καλλιέργειας στρατηγικών σχέσεων με χώρες της ευρύτερης περιοχής, όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η κεντροδεξιά πολιτική παράταξη μπορεί, κατά την εκτίμησή μου, να συμβάλει στη συνέχιση της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Βασικοί κοινοβουλευτικοί εκφραστές του χώρου είναι κυρίως ο ΔΗΣΥ (27%) και το ΔΗΚΟ (10%). Το ΑΚΕΛ (24%) διατηρεί ισχυρές ιστορικές αναφορές στην αριστερή ιδεολογία· η ηγεσία του θα μπορούσε να εξετάσει περαιτέρω προσαρμογές προς ένα σύγχρονο κεντροαριστερό πρότυπο, αντίστοιχο με εκείνο του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία ή του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ, εφόσον επιδιώκει ευρύτερη εκλογική απήχηση. Το ΕΛΑΜ (11%), από την ίδρυσή του το 2008, τοποθετείται στον χώρο της δεξιάς και έχει διευρύνει την εκλογική του επιρροή, μεταξύ άλλων και με μετακινήσεις ψηφοφόρων από τον ΔΗΣΥ. Σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η σταθερή ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και η προάσπιση των στρατηγικών της συμφερόντων, πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις.
Το πολιτικό σκηνικό ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028
Ξεκινώντας από τον ΔΗΣΥ, ως το μεγαλύτερο κόμμα της κεντροδεξιάς που διεκδικεί με αξιώσεις την Προεδρία της Δημοκρατίας, διακρίνονται ενδείξεις κατακερματισμού των επιλογών και διαφορετικών εσωκομματικών προσεγγίσεων. Τρεις πιθανές υποψηφιότητες από τον ευρύτερο χώρο είναι εκείνες του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη, του τέως προέδρου του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου και της νυν προέδρου του κόμματος Αννίτας Δημητρίου. Στη συνέχεια εξετάζονται συνοπτικά οι πολιτικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει καθεμία από αυτές τις επιλογές.
Η περίπτωση του Νίκου Χριστοδουλίδη
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει ακολουθήσει, κατά την εκτίμησή μου, θετική κατεύθυνση στην εξωτερική πολιτική, ενώ η περίοδος διακυβέρνησής του συνδέθηκε και με θετικούς οικονομικούς δείκτες. Ωστόσο, θεωρώ ότι ορισμένες επιλογές του προκαλούν προβληματισμό. Πρώτον, η ισχυρή παρουσία του ΔΗΚΟ στο Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια διατήρησης της στήριξής του ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Δεύτερον, χειρισμοί όπως η δημόσια αιτιολόγηση του διορισμού του Νίκου Τορναρίτη δεν έπεισαν ότι απουσίαζαν πολιτικές σκοπιμότητες. Ζητήματα όπως το λεγόμενο «video gate», η παύση του Γενικού Ελεγκτή, η παραμονή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και ο ρόλος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου έχουν επίσης τροφοδοτήσει δημόσια συζήτηση για τη διαφάνεια, το κράτος δικαίου, τις ίσες ευκαιρίες και τη λογοδοσία. Με βάση τις εκτιμήσεις που παρατίθενται εδώ, η υποψηφιότητά του θα στηριζόταν κυρίως στο ΔΗΚΟ, με συσπείρωση περίπου 8%, και σε έρεισμα περίπου 6% στον ΔΗΣΥ. Ενδεχόμενη στήριξη από το ΕΛΑΜ ήδη από τον πρώτο γύρο παραμένει αβέβαιη, ιδίως εάν το κόμμα επιλέξει δικό του υποψήφιο.
Η περίπτωση του Αβέρωφ Νεοφύτου
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έχει εκφράσει την απογοήτευσή του για τη στάση στελεχών του κόμματος και ιδιαίτερα του Νίκου Αναστασιάδη κατά τις εκλογές του 2023. Η επαναφορά της υποψηφιότητάς του θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια πολιτικής αποκατάστασης, χρειάζεται όμως να στηριχθεί σε σαφή πρόταση για το εθνικό ζήτημα και τη διακυβέρνηση. Στις εκλογές του 2023 έλαβε ποσοστό 26%, αποτέλεσμα που δεν του επέτρεψε να περάσει στον δεύτερο γύρο. Με βάση τις εκτιμήσεις του παρόντος κειμένου, θα μπορούσε να αντλήσει στήριξη από την Άμεση Δημοκρατία του Φειδία, γύρω στο 5%, και να διατηρήσει έρεισμα περίπου 4% στον ΔΗΣΥ, εάν δεν ακολουθήσει τις εσωκομματικές διαδικασίες. Μια ανεξάρτητη υποψηφιότητά του ενδέχεται, πάντως, να κατακερματίσει περαιτέρω τον χώρο και να επηρεάσει τη σχετική θέση των άλλων υποψηφίων.
Η περίπτωση της Αννίτας Δημητρίου
Η Πρόεδρος της Βουλής και πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου, θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να λειτουργήσει ως ενοποιητική επιλογή για το κόμμα. Η υποστήριξή της από τον ΔΗΣΥ, παρότι πιθανόν να επηρεαστεί από άλλες υποψηφιότητες, εκτιμάται στο παρόν κείμενο ότι θα μπορούσε να προσεγγίσει το 20%. Παράλληλα, ένας υποψήφιος υποστηριζόμενος από το ΑΚΕΛ ενδέχεται να διεκδικήσει την είσοδό του στον δεύτερο γύρο με ποσοστό κοντά στο 30%. Οι σχετικές προβλέψεις, ωστόσο, εξαρτώνται από τις πολιτικές συνθήκες, τις συμμαχίες και τα δεδομένα που θα έχουν διαμορφωθεί έως το 2028.
Συμπέρασμα
Κατά την άποψή μου, μια συσπείρωση της κεντροδεξιάς γύρω από ενδεχόμενη υποψηφιότητα της προέδρου του ΔΗΣΥ Αννίτας Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει πρόταση συνεννόησης και ανανέωσης. Η θεσμική της εμπειρία ως Προέδρου της Βουλής αποτελεί σημαντικό στοιχείο αυτής της αξιολόγησης. Σε ένα τέτοιο πολιτικό πλαίσιο, η αξιοποίηση στελεχών με εμπειρία στην εξωτερική πολιτική (Νίκος Χριστοδουλίδης), την οικονομία (Αβέρωφ Νεοφύτου) και τη νομοθετική λειτουργία (Νικόλας Παπαδόπουλος) θα έπρεπε να βασιστεί σε σαφείς αρμοδιότητες, κοινό πρόγραμμα και αξιοκρατικά κριτήρια. Μια συνεκτική κεντροδεξιά πρόταση, με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, θεσμική συνέπεια και δυνατότητα ευρύτερων συνεργασιών, θα μπορούσε να προσφέρει στη χώρα σταθερότητα και προοπτική.