To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Η ξεροκεφαλιά ως ύβρη
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Η ξεροκεφαλιά ως ύβρη
Τελευταία Ενημέρωση: 19 Ιανουαρίου 2020, 8:04 πμ
Αντιγόνη του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Έλενας Αγαθοκλέους. 
 
Η Έλενα Αγαθοκλέους αντιλαμβάνεται την πρωτοτυπία ως αποτέλεσμα μιας σειράς από γενναίες αποφάσεις σε σωστές δόσεις. Κατά την προσφιλή τακτική της ίδιας και του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών ΜΙΤΟΣ, το ζητούμενο είναι μια νέα ανάγνωση του εκάστοτε κειμένου, ειδικά όταν πρόκειται για τα αρχετυπικά κείμενα της αρχαίας γραμματείας. Ό, τι κι αν σημαίνει αυτό. Αγγίζει άλλωστε τα όρια της φαιδρότητας να διακηρύσσει κάποιος ότι σκοπεύει να «πρωτοτυπήσει» με κείμενα όπως η Αντιγόνη το οποίο σπαζοκεφαλιάζει την αφρόκρεμα της φιλοσοφίας ανά τους αιώνες κι έχει γνωρίζει αμέτρητες ερμηνείες, διασκευές, αναλύσεις, προσαρμογές, παραλλαγές στην επιστήμη και την τέχνη.

Αν έκανε κάποια «διακήρυξη» η σκηνοθέτις για να μάς ιντριγκάρει αυτή ήταν ότι ποτέ δεν υπήρξε το «αγαπημένο της έργο» από την αρχαία δραματουργία κι ότι την απωθούσε η πρωτογενής μανιχαϊστική ερμηνεία του κειμένου, η ηθικολογική προσέγγιση για το μεγαλείο του θεϊκού νόμου που αντιπροσώπευε η Αντιγόνη. Μια όντως αρκετά επιφανειακή ερμηνεία. Αυτό άλλαξε όταν μελέτησε την οπτική του Καστοριάδη που επισημαίνει το πολιτικό βάθος της συγκεκριμένης τραγωδίας και συμπεραίνει ότι η Αντιγόνη δεν υποστηρίζει απαραίτητα μόνο την ανωτερότητα του θείου νόμου απέναντι στον ανθρώπινο, αλλά και την ανάγκη ν’ ακούει ο ένας τον άλλο, «γιατί κανείς δεν έχει ποτέ δίκαιο μόνος του».

Συνεπώς, μάς προϊδέαζε για μια προσέγγιση που δεν γοητεύεται από το σχήμα του αλύγιστου νεαρού κοριτσιού- συμβόλου αντίστασης και αξιοπρέπειας, συμβόλου εξιδανίκευσης του άγραφου νόμου έναντι στον κρατικό. Η παράσταση που παρουσιάστηκε ως «τραγωδία δωματίου» σε μη συμβατικούς χώρους, τις Αποθήκες Παπαδάκη στη Λεμεσό και το Γκαράζ στη Λευκωσία, είχε ως στόχο να αποτελέσει έναν προβληματισμό αναφορικά με την εύρυθμη λειτουργία της πόλης και τη –ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία- ανάγκη να αναγνωρίζουμε στον άλλο το δικαίωμα της άποψης. Ένα χάπενινγκ προορισμένο να μοιάζει με πολιτική διάλεξη- συζήτηση από ενεργούς πολίτες που διαφωνούν μεν, αλλά βρίσκουν το πεδίο να αναπτύξουν την αντικρουόμενη επιχειρηματολογία τους.

Αυτό το πέτυχε, καθώς ένιωσα την παρόρμηση όπως καθόμουν ανάμεσα στο κοινό να ζητήσω τον λόγο για να εκφράσω κι εγώ τη γνώμη μου. Υπάρχουν στιγμές που ξεχνάς ότι πρόκειται για παράσταση. Οι ερμηνευτές πηγαινοέρχονται, μετακινούν καρέκλες, κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο, γράφουν στον υπολογιστή, ασχολούνται με το κινητό τους, χρησιμοποιούν τον βιντεοπροβολέα, βάζουν μουσική στο ηχείο με bluetooth.

Είδαμε πράγματι και μια υπόγεια προσπάθεια απομυθοποίησης της Αντιγόνης και κυρίως των αξιών που πρεσβεύει οι οποίες τίθενται σοβαρά υπό διαπραγμάτευση. Παράλληλα, τίθεται και το έρωτημα, μέσα από το εν μέρει υπεροπτικό ύφος που αποδίδει η Στυλιάνα Ιωάννου, αν η άτεγκτη στάση ζωής, το «μέχρις εσχάτων» τάξιμο σε μια ανυποχώρητη πορεία, είναι τελικά μια υγιής θέση για την εύρυθμη, δημοκρατική λειτουργία της πόλης. Όσο κι ο βλοσυρός, απειλούμενος, παραπληγικός Κρέοντας του Μιχάλη Ασιήκκα, υπερασπίζονται απόλυτα τις γραμμές τους χωρίς να μετακινούνται ούτε χιλιοστό, γεγονός που τους καθιστά αμφότερους επιβλαβείς, υβριστές, άπολεις. Μέσα στις Συμπληγάδες αυτών των αδιάλλακτων απόψεων συνθλίβεται ο Αίμονας, το πλέον υγιές κύτταρο της πόλης. Η καθαρή, καμπανιστή φωνή του Νεκτάριου Θεοδώρου, που μοιάζει να θέλει συνεχώς να πνίξει τον παρακλητικό λυγμό της έκκλησης για σύνεση, προσθέτει τον τρίτο ισχυρό ερμηνευτικά πόλο.  

Κάπου εκεί εγκαθίσταται συνειδητά μια τραμπάλα που γέρνει το όλο εγχείρημα ενίοτε προς το απενοχοποιημένα πειραματικό κι ενίοτε προς το ανατρεπτικά ακαδημαϊκό. Οι ερμηνείες της Ελεάνας Αλεξάνδρου (Ισμήνη) και του Εύρου Δίκαιου (Φύλακας) κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο αφήνοντας χώρο στο τρίγωνο να θέσει τους όρους της συζήτησης. Ο δε Τειρεσίας του ερασιτέχνη ηθοποιού Μάριου Αγαθοκλέους (πατέρα της σκηνοθέτιδας) τονίζει το γεγονός ότι η φωνή που παπαγαλίζει τα λόγια δεν είναι δική του, αλλά προέρχεται από το υπερπέραν, από κάπου πέρα από τα ανθρώπινα. Μοιάζει με επίκληση στον θάνατο, που εισέρχεται φουριόζος μέσα στη ζωή. Ο μάντης προμηνύει, διαμεσολαβεί κι έτσι χάνει την αυτονομία του, δείχνει ευάλωτος και διχασμένος. Με τον τρόπο αυτό συντονίζεται τόσο με την Αντιγόνη, όσο και τον Κρέοντα που διατρανώνουν ότι πρεσβεύουν αρχές πέρα από τα ανθρώπινα όρια.

Επειδή από το σοφόκλειο κείμενο δεν περισσεύει ούτε λέξη, αντιλαμβάνομαι ότι θα ήταν επώδυνη δουλειά το εκτεταμένο «ψαλίδι». Υποθέτω ότι κατά την επεξεργασία η Έλενα Αγαθοκλέους επέλεξε την αφαίρεση κομματιών –ειδικά χορικών- που θεωρούσε ότι δεν εξυπηρετούσαν τη δική της ανάγνωση. Θα μου επιτρέψει όμως μια ένσταση, καθώς ακολουθώντας τη συλλογιστική της αισθάνθηκα ότι μια χαρά κολλούσε το πρώτο στάσιμο με την περίφημη «Ωδή στον Άνθρωπο». Σίγουρα κολλούσε περισσότερο από την ωδή στον έρωτα, τον ανίκητο στη μάχη, που αντίθετα αποφάσισε να κρατήσει. Κι αυτό γιατί ναι μεν ο χορός στο πρώτο στάσιμο μοιάζει να συμπαρίσταται ηθικά στην Αντιγόνη, αλλά στην ουσία μιλά για τον τραγικό χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, που άλλοτε ρέπει προς το κακόν κι άλλοτε προς το εσθλόν.
 
Ενδεχομένως να το έκανε αναλογιζόμενη ότι η ερμηνεία που έδωσε κι ο Καστοριάδης στο συγκεκριμένο σημείο δεν εξυπηρετούσε –ή καλύτερα «φόρτιζε» επικίνδυνα- την οπτική πλευρά που επέλεξε για το δρώμενο. Το «κόβουμε ό,τι (νομίζουμε ότι) δεν μας εξυπηρετεί» δεν φαντάζει και τόσο έντιμο ως πρακτική, αλλά ποιος είμαι εγώ που θα τα βάλω με την ποιητική άδεια;
 
  Γιώργος Σαββινίδης   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...