Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Η εξέγερση που ξέσπασε στην Κύπρο την 21η Οκτωβρίου 1931 είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη επανάσταση του κυπριακού Ελληνισμού μαζί με την ΕΟΚΑ. Αποτελεί την κορύφωση του ενώτικου αγώνα της περιόδου πριν το 1950, μα και την ολοκλήρωση μιας μεγάλης προσπάθειας που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα με υπομνήματα, αποστολή «πρεσβειών» στο Λονδίνο και συλλαλητήρια στην Αθήνα. Στα Οκτωβριανά δεν έχει δοθεί η δέουσα σημασία από την Πολιτεία και την Κοινωνία, παρόλο που μετά την ΕΟΚΑ αποτελούν το μεγαλύτερο αντιαποικιακό ξέσπασμα του κυπριακού Ελληνισμού.
Από το 1925 η Κύπρος ήταν και επίσημα αποικία του βρετανικού στάμτος, καθώς προηγουμένους τελούσε υπό καθεστώς ενοικίασης από τους Τούρκους. Την εξουσία είχε ο κυβερνήτης και το Νομοθετικό Συμβούλιο, οι αποφάσεις του οποίου μπορούσαν να ανατραπούν με βασιλικό διάταγμα.
Την περίοδο εκείνη, το αποικιακό καθεστώς είχε επιβάλει βαριά φορολογία και ο λαός ζούσε υπό οικονομική ανέχεια. Το 1931 ήταν μια άγρια χρονιά για τους Κυπρίους, καθώς ο κυβερνήτης Σερ Ροναλντ Στορς, επέβαλε την πολιτική του με νέους φόρους. Το Νομοθετικό Συμβούλιο δεν την ενέκρινε, ωστόσο βασιλικό διάταγμα ακύρωσε την απόφαση. Ακολούθησαν μεγάλες διαδηλώσεις έξω από το Κυβερνείο, πράγμα πρωτόγνωρο για την Κύπρο.
Τον Σεπτέμβριο του 1931, ο σερ Ρόναλντ Στορς αποφασίζει να επιβάλει νέους φόρους αλλά δεν εγκρίνονται από το Νομοθετικό Συμβούλιο και νέο βασιλικό διάταγμα παρακάμπτει ξανά την απόφαση. Η παραίτηση του Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά από το Νομοθετικό Συμβούλιο ήταν η σπίθα που έβαλε φωτιά στην ετοιμότητα του κυπριακού Ελληνισμού να αντισταθεί στη στυγνή βρετανική αποικιοκρατία. Στις 18 Οκτωβρίου, με λόγο που αναγνώστηκε σε όλους τους ναούς, ο Μητροπολίτης Κιτίου ζητά από τον κυπριακό λαό να συμφιλιωθεί και να αγωνιστεί για τον κοινό σκοπό, την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα.
Στις 21 Οκτωβρίου παραιτούνται και οι υπόλοιποι Έλληνες από το Νομοθετικό Συμβούλιο και η ανακοίνωσή τους αναγιγνώσκεται σε εκδήλωση της Εμπορικής Λέσχης Λευκωσίας. Μετά το τέλος της εκδήλωσης, πορεία διαμαρτυρίας ξεκινά προς το Κυβερνείο, ενώ παρόμοια διαμαρτυρία ξεσπά στο Διοικητήριο Λεμεσού, στην Αμμόχωστο, στην Κερύνεια και στο Πισσούρι.
Παρόλο που οι εξεγερθέντες λιθοβόλησαν και πυρπόλησαν το ξύλινο Κυβερνείο και οι αποικιακές αρχές δεν είχαν καμιά απώλεια σε ανθρώπινο δυναμικό, η οργανωμένη μαζική βία έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Ήταν από τη μια η λαϊκή οργή, που επικεντρώθηκε στα σύμβολα της αποικιοκρατίας, τα κτήρια, τις σημαίες, τις κυβερνητικές αποθήκες, τις φορολογικές εισπράξεις και τρία οχήματα και από την άλλη η πρωτοφανής σκληρότητα των Βρετανών.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Πέτρο Παπαπολυβίου, οι Βρετανοί, πέραν της δολοφονίας του 15χρονου Ονούφριου Κληρίδη στη Λευκωσία, καθώς έβαλλε με πραγματικά πυρά το άοπλο πλήθος, προχώρησε σε ακραία κατασταλτικά μέτρα που θύμιζαν την… οθωμανοκρατία. Στην Κερύνεια, ο Λοΐζος Λοϊζίδης πέθανε από τα βασανιστήρια, ενώ στα Μανδριά Λεμεσού, ο γέροντας Ιωάννης Σαλλούης, λογχίστηκε από στρατιώτη του στέμματος και απεβίωσε. Ο γέροντας έπρεπε να κουβαλήσει ένα δοκάρι για την ανακατασκευή της γέφυρας που κάηκε στην εξέγερση και το αδίκημά του ήταν ότι δεν περπατούσε γρήγορα.
Ο μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος εξυβρίστηκε και προπηλακίστηκε κατά τη σύλληψή του, ενώ σε χωριά όπως στο Άρσος Λεμεσού, στο Πισσούρι και την Αγκαστίνα, ορισμένοι επιλέχθηκαν τυχαία και ξυλοκοπήθηκαν μέχρι λιποθυμίας από τους Βρετανούς στρατιώτες, με μαστίγια ή όπλα προς παραδειγματισμό (Πηγή: «Ο Φιλελεύθερος», 22 Οκτωβρίου 1931, papapolyviou.com).
Ήταν εμφανές ότι οι αποικιακές αρχές δεν ανέμεναν τη μεγαλειώδη εξέγερση της 21ης Οκτωβρίου 1931, όπως δεν ανέμεναν την επιμονή των Κυπρίων («χυδαίο όχλο», τον ονόμασε ο Σερ Ρόναλντ Στορς) στην ένωση με την Ελλάδα.
Παλμεροκρατία
Μετά την εξέγερση των Οκτωβριανών, μια ανελέητη δικτατορία επιβλήθηκε στους εξεγερθέντες Κυπρίους. Παλμεροκρατία ονομάστηκε η σκληρή αποικιακή αντίδραση στην υπέρλαμπρη επανάσταστη του Οκτώβρη του 1931 και πήρε τ’ όνομά της από τον σερ Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ, αν και ο ίδιος ανέλαβε κυβερνήτης το 1933.
Είχε προηγηθεί η επιβολή μιας «περί επιβαρύνσεως δι’ επανόρθωσιν» ειδικής φορολογίας για όλους τους Έλληνες της Κύπρου, με σκοπό την επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στα Οκτωβριανά. Παράλληλα, απαγορεύτηκε και η «κωδονοκρουσία άνευ αδείας» και έτσι κατέρρευσε η θρησκευτική ανοχή που είχαν επιδείξει οι Βρετανοί από το 1878 μέχρι το 1931.
Όσοι θεωρήθηκαν υποκινητές της εξέγερσης των Οκτωβριανών εξορίστηκαν ως «πρόσωπα ιδιαιτέρως επικίνδυνα για την Αποικία» και ηγέτες του «στασιαστικού κινήματος». Πρόκειται για τους Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά, Κυρηνείας Μακάριο Μυριανθέα, πρωθιερέα Φανερωμένης Διονύσιο Κυκκώτη και Θεοφάνη Τσαγγαρίδη, Σάββα Λοϊζίδη, Χαράλαμπο Βατυλιώτη, Θεοφάνη Θεοδότου, Γεώργιο Χατζηπαύλου, Θεόδωρο Κολοκασίδη, Κώστα Σκελέα.
Στη διάρκεια της Παλμεροκρατίας περιορίστηκαν σε απομονωμένες κοινότητες της υπαίθρου ενωτικοί ή κομμουνιστές πολιτευτές και παρακολουθούνταν στενά από τις αποικιακές αρχές.
Σε άλλα μέτρα, οι Άγγλοι κατήργησαν το Νομοθετικό Συμβούλιο, ακύρωσαν τις εκλογές βουλευτών ή χωριτικών αρχών (κοινοτάρχες, δήμαρχοι), φιμώθηκε ο Τύπος με την επιβολή ελέγχου και λογοκρισίας, η οποία επεκτάθηκε και σε τηλεγραφήματα, απαγορεύθηκε η ύπαρξη και λειτουργία πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, απαγορεύθηκαν οι συγκεντρώσεις, επιβλήθηκε αστυνομικό καθεστώς.
Ακόμα, απαγορεύθηκε η ανύψωση ελληνικών σημαιών και κάθε άλλη πολιτική έκφραση, επιβλήθηκαν περιορισμοί στη διακίνηση, ενώ υιοθετήθηκαν μέτρα στην εκπαίδευση, με κύριο σκοπό να υποδουλωθεί η ελληνική παιδεία. Η εθναρχούσα Εκκλησία αποκεφαλίστηκε με τον εξορισμό δύο Μητροπολιτών και τον περιορισμό του Πάφου Λεόντιου.
Η στάση της Ελλάδας και το ακούραστο ενωτικό φρόνημα των Κυπρίων
Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, δεν είδε με καλό μάτι την εξέγερση των Οκτωβριανών και αντέδρασε έντονα στο άκουσμά της. Ενδεικτικά, μιλώντας για το θέμα της εξέγερσης στη Βουλή των Ελλήνων (18 Νοεμβρίου 1931) ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η εν Κύπρω κίνησις ήτο φυσικόν να έχη βαθυτάτην και συμπαθεστάτην απήχησιν εις την ψυχήν ολοκλήρου του Ελληνικού Έθνους. Κατά των εκδηλώσεων δε της συμπαθείας ταύτης κανείς δεν θα είχε να αντείπη … Αλλ’ επιλαμβάνομαι της ευκαιρίας ταύτης διά να δηλώσω επισημότερον ποία είναι η αντίληψις της παρούσης Κυβερνήσεως, εν σχέσει προς τας εθνικάς διεκδικήσεις όχι μόνον των Κυπρίων αλλά και των Δωδεκανησιωτών.
Όσον βαθεία και αν είναι η απήχησις που ευρίσκουν εις την Ελληνικήν ψυχήν οι εθνικοί πόθοι των Ελλήνων κατοίκων των νήσων τούτων, είναι αδύνατον το Ελληνικόν Κράτος να αναλάβη την υποστήριξιν της πραγματοποιήσεως αυτών… Έχομεν μάλιστα δικαίωμα, από τους Έλληνας το γένος κατοίκους αυτών, να ζητήσωμεν να είναι ολιγώτερον εγωισταί. Οφείλουν να πεισθούν ότι επιζητούντες να διαταράξουν τας φιλικάς και αρμονικάς σχέσεις Ελλάδος προς την Μεγάλην Βρετανίαν και την Ιταλίαν με την παράλογον ελπίδα, ότι θα υποβοηθήσουν ούτω την πραγματοποίησιν των εθνικών των πόθων, τούτους μεν ουδέ κατά κεραίαν θα προαγάγουν, ηδύναντο όμως να προκαλέσουν συμφοράν διά την Ελλάδα με την οποίαν ζητούν να ταυτίσουν την τύχην των …» (Βλ. Πανταζή Τερλεξή, Διπλωματία και Πολιτική του Κυπριακού, Ανατομία ενός λάθους, σελίδες 77—79).
Ο πόθος των Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα, ως φυσικό επακόλουθο της ιστορικής εξέλιξης του νησιού, δεν «έσβησε» με τη στυγνή αποικιοκρατική δικτατορία ή την ψυχρή στάση των Αθηνών. Κατά χιλιάδες οι Κύπριοι αντιστάθηκαν στον ναζισμό το 1940, στελέχωσαν τον ελληνικό στρατό και τις αντάρτικες ομάδες και ανέμεναν τη λευτεριά τους. Το 1950, το 95,7% των Κυπρίων ψήφισε για ένωση με την Ελλάδα, ωστόσο το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό από τη βρετανική αποικιοκρατία.
Έμελλε, οι Κύπριοι να εξεγερθούν εν όπλοις και να διδάξουν στο παγκόσμιο πώς αντιστέκονται οι λαοί. Με την ΕΟΚΑ κατέστη σαφές πως οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα συμβιβάζονταν με την αποικιοκρατία.