To Top
16:23 Τετάρτη
26 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Αναζητούν τον υποψήφιο που θα νικήσει τον Τραμπ
ΑΡΧΙΚΗΕΙΔΗΣΕΙΣΚΟΣΜΟΣ • Αναζητούν τον υποψήφιο που θα νικήσει τον Τραμπ
  26 Ιανουαρίου 2020, 8:00 πμ  
Στη μάχη των προκριματικών εκλογών ρίχνεται σε λίγες μέρες το Δημοκρατικό Κόμμα, στις ΗΠΑ. Μεσούσης της δίκης του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία, θα ξεκινήσει μια επίπονη διαδικασία, προκειμένου να αναδειχθεί ο υποψήφιος που θα κονταροκτυπηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο τον ερχόμενο Νοέμβριο. Η εκλογή είναι καίριας σημασίας, καθώς οι Δημοκρατικοί μετά το ναυάγιο που υπέστησαν το 2016 θέλουν πάση θυσία να κερδίσουν την εξουσία, ειδικά απέναντι σε έναν πρόεδρο τόσο πολωτικό και τόσο αρνητικό όπως ο σημερινός. Οι κάλπες θα ανοίξουν παραδοσιακά στην Αϊοβα στις 3 Φεβρουαρίου, θα ακολουθήσει το Νιου Χάμσαϊρ στις 11 Φεβρουαρίου, ενώ καθοριστικό θα είναι το αποτέλεσμα της Σούπερ Τρίτης στις 3 Μαρτίου, οπόταν και θα ψηφίσουν πολλές και μεγάλες Πολιτείες.

Το θέμα, όπως επεσήμανε μιλώντας στον Φιλελεύθερο, η Κριστίν Χάρλεν, καθηγήτρια Αμερικανικής Πολιτικής και Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Leeds είναι ότι είναι πολύ δύσκολο, για όποιο κερδίσει το χρίσμα να νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ. «Η οικονομία της χώρας πηγαίνει πολύ καλά και συνήθως από το 1980 και μετά το εκλογικό σώμα δίνει σε έναν πρόεδρο την ευκαιρία δεύτερης θητείας. Για να νικήσει ένας Δημοκρατικός πρέπει να διατηρεί ένα προφίλ εντελώς αντίθετο με τον νυν πρόεδρο, καθώς οι ψηφοφόροι τείνουν να ψηφίζουν κάποιον που διαφέρει από τον προκάτοχό του. Πάντως η μεγαλύτερη αδυναμία του Τραμπ είναι πως δεν είναι οξυδερκής και ότι είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι οι πολιτικές του, εξαιτίας του χαρακτήρα του και του τρόπου συμπεριφοράς του». Επίσης, είναι ασυνήθιστα διχαστικός, γεγονός που εξηγεί την αδυναμία του να υπερβεί το δημοσκοπικό ταβάνι του 45%, παρά την ισχυρή οικονομία που κανονικά θα έπρεπε να δίνει αέρα στα πανιά του.
Οι επικρατέστεροι υποψήφιοι είναι ο πρώην αντιπρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, η Γερουσιαστής της Μασαχουσέτης, Ελίζαμπεθ Γουόρεν, του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, της Μινεσότα, Έιμι Κλόμπουτσαρ, ο δήμαρχος του πόλης Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνας, Πιτ Μπούτιτζετζ, ο εκατομμυριούχος Τομ Στέιερ και ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης και μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, Μάικλ Μπλούμπεργκ. Οι δημοσκοπήσεις εδώ και καιρό δείχνουν ένα σταθερό προβάδισμα του Τζο Μπάιντεν, ενώ στη δεύτερη θέση εναλλάσσονται οι Ελίζαμπεθ Γουόρεν και ο Μπέρνι Σάντερς. 

Η Βρετανίδα ειδικός θεωρεί πως ο πρώην αντιπρόεδρος διατηρεί τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει το χρίσμα, επειδή έχει τη μεγαλύτερη γεωγραφικά θέση υποστηρικτών. «Επίσης, έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του για την προεκλογική του εκστρατεία από τους Γερουσιαστές που έχουν εμπλακεί στη δίκη για πιθανή καθαίρεση του Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν κάποιον που μπορεί να νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με κάποιον που ταιριάζει στις πολιτικές τους πεποιθήσεις», ανέφερε. Παρόλα αυτά η ύπαρξη δύο ισχυρών πόλων που κινούνται αριστερά, δηλαδή η υποψήφια της Ελίζαμπεθ Γουόρεν και του Μπέρνι Σάντερς, ενδεχομένως να διασπάσει την ψήφο των Δημοκρατικών και αυτό θα έχει αρνητικές συνέπειες.

Το κλίμα πάντως μεταξύ των υποψηφίων καθώς πλησιάζει η κούρσα των εκλογών γίνεται όλο και πιο έντονο, αν και από ό,τι φαίνεται δεν θα αφήσουν την κατάσταση να εκτροχιαστεί, λαμβάνοντας υπόψη πως καθώς απώτερος στόχος είναι η απομάκρυνση του Ντόναλντ Τραμπ, δεν θέλουν να επαναλάβουν τα λάθη του 2016 όταν το κόμμα διασπάστηκε στα δύο ανάμεσα στη Χίλαρι Κλίντον και τον Μπέρνι Σάντερς. Ο Μπάιντεν συχνά έχει βρεθεί στο στόχαστρο τόσο της Γουόρεν όσο και του Μπούτιτζετζ και ο Σάντερς ξεκίνησε άγρια κόντρα με την Γουόρεν. Κάθε ψήφος φαίνεται πως μετρά και οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι θέλουν οπωσδήποτε να την κερδίσουν. Ωστόσο, όλοι οι υποψήφιοι φροντίζουν να χαμηλώνουν τους τόνους και στρέφουν τα πυρά τους, με κάθε ευκαιρία εναντίον του μεγιστάνα προέδρου, αναγνωρίζοντας πως αυτός είναι ο τελικός στόχος.

Μέχρι στιγμής τα θέματα που κυριαρχούν στα δημοκρατικά ντιμπέιτ αλλά και στις προεκλογικές εκστρατείες που διεξάγει ο κάθε υποψήφιος, είναι αυτά που ενδιαφέρουν κυρίως και την εκλογική βάση του κόμματος. «Βλέπουμε πως στην ατζέντα βρίσκεται ψηλά η μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας, πως μπορεί να καταστεί πιο προσιτή οικονομικά η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η αντιμετώπιση των όλο και αυξανόμενων ανισοτήτων, η κλιματική αλλαγή και η μετανάστευση», υπέδειξε η δρ Κριστίν Κριστίν Χάρλεν. Εκτός συζήτησης παραμένει η δίκη στη Γερουσία για παραπομπή του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς όλοι οι υποψήφιοι θεωρούν πως είναι θέμα ευαίσθητο, ενώ θεωρείται βέβαιο πως δεν πρόκειται να αποφέρει οποιοδήποτε εκλογικό κέρδος. Πάντως, αν θα ευνοηθεί κάποιος υποψήφιος είναι κάτι που θα φανεί το επόμενο διάστημα.
 
Η αναμέτρηση θα καθορίσει την ιδεολογική ταυτότητα του κόμματος
 
Οι προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος είναι σημαντικές και για έναν άλλο λόγο, εκτός από την ανάδειξη του υποψηφίου που θα διεκδικήσει την προεδρία της χώρας σε δέκα μήνες. Η πορεία που θα ακολουθήσει το κόμμα και ειδικά η ανάδειξη του νικητή θα αφήσει έντονα το αποτύπωμά της στην ιδεολογική ταυτότητα που θα ακολουθήσουν οι Δημοκρατικοί στο μέλλον. Καθώς από το 2012 μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων του έχει κινηθεί προς τα δεξιά, η εκλογή ενός υποψήφιου που θεωρείται προοδευτικός θα σφραγίσει ανεξίτηλα αυτή τη στροφή. Αυτή τη στιγμή, υπάρχει ένα ξεκάθαρο χάσμα και μια διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να πορευτούν αριστερά και σε αυτούς που υποστηρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν ένα κόμμα του κέντρου, με μετριοπαθείς απόψεις, που θα αγκαλιάζει όλους τους ψηφοφόρους. 
Οι δύο ψυχές του Δημοκρατικού Κόμματος, από τη μία οι καθιερωμένοι και μετριοπαθείς πολιτικοί του κόμματος με την πολυετή εμπειρία και από την άλλη τα νέα, φιλελεύθερα «αουτσάιντερ» με τις προοδευτικές ιδέες και τον σκληρό λόγο αντιπαραβάλλονται συνεχώς. Η κόντρα έγινε ακόμη πιο έντονη μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, όπου αναδείχτηκαν στελέχη όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, έφερε στο πολιτικό προσκήνιο των Δημοκρατικών μια σειρά από προοδευτικά ζητήματα και που ζητά από το κόμμα να ακολουθήσει μια διαφορετική πολιτική.

Στην αρχή του καλοκαιριού, επικρατούσε και αυξανόταν εκθετικά η ανατρεπτική φωνή των προοδευτικών. Ωστόσο, στη συνέχεια φάνηκε πως η στροφή προς τα αριστερά ίσως να είναι ένα επικίνδυνο βήμα, αφού όλο και περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η βάση του Δημοκρατικού Κόμματος δεν συμμερίζεται τις ιδέες τους. Είναι για αυτό τον λόγο που τον περασμένο Δεκέμβριο στην πιο σημαντική παρέμβασή του στην προεκλογική κούρσα ο τέως πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα κάλεσε το κόμμα του να παραμείνει προσηλωμένο σε πολιτικές και υποσχέσεις που εδράζονται στην πραγματικότητα και να μην στρίψει πολύ αριστερά. «Οι περισσότεροι ψηφοφόροι δεν θέλουν να γκρεμίσουν το σύστημα», είπε σε μια αποστροφή που θεωρήθηκε ότι χτυπάει καμπανάκι κυρίως προς τους γερουσιαστές Μπέρνι Σάντερς και Ελίζαμπεθ Γουόρεν, τους πιο «ριζοσπάστες» εκ των υποψηφίων. 

Το στοίχημα για το Δημοκρατικό Κόμμα είναι αν θα καταφέρει να ενώσει και τις δύο ψυχές του και να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του, αποκτώντας τη δυναμική που χρειάζεται για να επικρατήσει στις επόμενες προκλήσεις. Προς το παρόν οι μεγάλες εντάσεις έχουν αποφευχθεί, καθώς οι υποψήφιοι παρουσιάζονται ενωμένοι κάτω από τον κοινό σκοπό να εκδιώξουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Η ενότητα αυτή θα δοκιμαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό όταν θα αναδειχθεί ο νικητής και όταν οι ηττημένοι θα πρέπει να σταθούν παρά τω πλευρώ του.
 
Δεν πτοείται από τη χαμηλή δημοτικότητα
 
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται βέβαιος για την επανεκλογή του, παρά το γεγονός πως η δημοτικότητά του παραμένει χαμηλή. Και αυτό σε αντίθεση με τις εξαιρετικά επιδόσεις της οικονομίας και τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα της ανεργίας, που κανονικά θα έπρεπε να του δίνει πολλούς πόντους. Αυτό όμως δεν τον πτοεί, καθώς μια χαμηλή δημοτικότητα δεν αποτέλεσε ποτέ σοβαρό εμπόδιο για έναν Αμερικανό πρόεδρο, προκειμένου να εξασφαλίσει μια δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο. Μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πολλές ομοιότητες με τους προκατόχους του που κατάφεραν τελικά να επανεκλεγούν. 
 
Ο Μπαράκ Ομπάμα, για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2011, σχεδόν τρία χρόνια μετά την πρώτη του νίκη, είχε ισοζύγιο δημοτικότητας 42,1-51,4% (μ.ό. RealClearPolitics), ενώ είχε υποστεί βαριές απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου του 2010, χάνοντας τον έλεγχο της Βουλής (το ίδιο συνέβη στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 και στον Ντόναλντ Τραμπ). Κι όμως, τον Νοέμβριο του 2012 ο πρώτος Αφροαμερικανός πρόεδρος των ΗΠΑ επικράτησε του Μιτ Ρόμνεϊ και κέρδισε τη δεύτερη θητεία του. Αντίστοιχα, o Μπιλ Κλίντον πέρασε σχεδόν το σύνολο του δεύτερου εξαμήνου του 1994 με ποσοστά επιδοκιμασίας χαμηλότερα από τα σημερινά του Ντόναλντ Τραμπ (στοιχεία Gallup), τελειώνοντας τη χρονιά με ισοζύγιο 40-52% και χάνοντας κι αυτός πανηγυρικά τον έλεγχο της Βουλής. Δύο χρόνια αργότερα, θα επικρατούσε άνετα επί του Μπομπ Ντόουλ.
 
Με προσεκτικά βήματα η Ελίζαμπεθ Γουόρεν
 
Μετά την αποτυχία της Χίλαρι Κλίντον να εκλεγεί στον Λευκό Οίκο το 2016, η Ελίζαμπεθ Γουόρεν διεξάγει έναν πιο προσεκτικό προεκλογικό αγώνα, αποφεύγοντας τους διθυράμβους, παρά το γεγονός πως η υποψηφιότητά της βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Αν και δεν έχει σταματήσει να προβάλλει γυναικεία θέματα, εντούτοις η απουσία ανάδειξης ζητημάτων που σχετίζονται με το φύλο της, είναι πλέον φανερή. Τέσσερα χρόνια μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια της Χίλαρι Κλίντον να εκλεγεί στην προεδρία των ΗΠΑ, η Γουόρεν είναι περισσότερο προσεκτική, με την προσέγγισή της αυτή να γίνεται αποδεκτή από αρκετές γυναίκες στην εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Από την άλλη μεριά, αυτή η προεκλογική τακτική της Ελίζαμπεθ Γουόρεν διαφαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση της περιόδου που διανύουμε με την ανάδειξη του κινήματος των γυναικών κατά του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, την προσπάθεια αφύπνισης για τις σεξουαλικές επιθέσεις μέσω της καμπάνιας #MeToo, αλλά και την εκλογή ενός μεγάλου αριθμού γυναικών στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.
 
Πακτωλός χρημάτων από Μπλούμπεργκ
 
Ηανακοίνωση της υποψηφιότητας του Μάικλ Μπλούμπεργκ δεν ξάφνιασε πολλούς. Ο μεγιστάνας των Μέσων Ενημέρωσης εδώ και καιρό φλερτάρει με την ιδέα της προεδρίας. Δεν το τόλμησε το 2016, προκειμένου, όπως ο ίδιος δήλωσε να μην διασπάσει το Δημοκρατικό Κόμμα. Το κάνει τώρα, υποστηρίζοντας πως έφτασε η ώρα οι ΗΠΑ να ξεφορτωθούν τον Ντόναλντ Τραμπ. Ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο αν και άνηκε παλαιότερα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τώρα θέλει να γίνει ένας Δημοκρατικός πρόεδρος. 

Δεν είναι μόνο ο ιδρυτής ενός δημοσιογραφικού ομίλου, που φέρει άλλωστε και το όνομά του, ο οποίος είναι ονομαστός για την επαγγελματικότητα, την αξιοπιστία στη διάδοση της είδησης και τους καλούς μισθούς. Είναι επίσης κι ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, φέροντας τα εύσημα επειδή κατόρθωσε να αναστήσει την αμερικανική μητρόπολη έπειτα από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Επιπλέον, στο βιογραφικό του έχει το κύριο συστατικό του αμερικανικού μύθου. Παρόλο που ξεκίνησε φτωχός, έχει κατορθώσει να γίνει ο όγδοος πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο, σύμφωνα με το Forbes, με περιουσία 54 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Είναι για αυτό, που από τότε που ξεκίνησε την προεκλογική του εκστρατεία, τον Νοέμβριο, έχει ξοδέψει τα περισσότερα χρήματα σε πολιτικές διαφημίσεις από οποιονδήποτε άλλο αντίπαλό του, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς. «Πρώτη προτεραιότητα είναι να ξεφορτωθούμε τον Ντόναλντ Τραμπ. Ξοδεύω όλα μου τα χρήματα για να γλυτώσουμε από αυτόν», δικαιολογήθηκε όταν κλήθηκε να σχολιάσει τον πακτωλό χρημάτων που έχει ρίξει σε διαφημιστικό χρόνο. Οποιοσδήποτε άλλος Δημοκρατικός υποψήφιος θα μπορέσει να διαθέσει το ήμισυ, ή ακόμη και το ένα τρίτο, των χρημάτων του Ντόναλντ Τραμπ. Αντιθέτως, ο Μάικλ Μπλούμπεργκ υπολογίζεται ότι θα ξοδέψει ένα δισεκατομμύριο δολάρια, ίσως και παραπάνω, για την προεκλογική του εκστρατεία. Το γεγονός δημιουργεί ένα τόσο άνισο πεδίο, που ο ίδιος ο μεγιστάνας δεσμεύθηκε να στηρίξει με αυτά τα χρήματα οποιονδήποτε κερδίσει τη μάχη για το Δημοκρατικό χρίσμα, ακόμη και αν δεν επιλεγεί ο ίδιος.

Καθώς καθυστέρησε να μπει στην κούρσα των Δημοκρατικών χάνοντας τα πρώτα ντιμπέιτ, καταλαμβάνει την πέμπτη θέση στις εθνικές δημοσκοπήσεις, πίσω από τους Τζο Μπάιντεν, Μπέρνι Σάντερς, Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Πιτ Μπούτιτζετζ. Θεωρεί πως έχει τα φόντα να τους νικήσει και τους τέσσερις. «Ένας από τους λόγους που είμαι αισιόδοξος πως μπορώ να νικήσω τον Ντόναλντ Τραμπ είναι επειδή μπορώ να γίνω αποδεκτός από τους μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνους που τον ψήφισαν», τονίζει. Ακολουθώντας τη δική του στρατηγική δεν πρόκειται να συμμετάσχει στις προκριματικές της Αίοβα, του Νιου Χαμσαϊρ της Νέβαδα και της Νότιας Καρολίνα, αλλά στην Σούπερ Τρίτη, όπου θα συμμετάσχουν πολύ περισσότερες και το κυριότερο μεγαλύτερες Πολιτείες. 

Έχει πάντως μεγάλες πιθανότητες να τα πάει πολύ καλά, ανέφερε η δρ Κριστίν Χάρλεν. «Οι ψηφοφόροι στις ΗΠΑ φαίνεται πως πείθονται από υποψηφίους που τα έχουν καταφέρει στη ζωή τους και σίγουρα ο Μάικλ Μπλούμπεργκ έχει να επιδείξει πολλά τόσο ως επιχειρηματίας όσο και ως δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Την ίδια στιγμή αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό στο οποίο δίνουν βαρύτητα περισσότερο οι Ρεπουμπλικανοί παρά οι Δημοκρατικοί ψηφοφόροι και αυτό θα λειτουργήσει σε μεγάλο βαθμό υπέρ του, στην περίπτωση που κερδίσει το χρίσμα», επισήμανε η Βρετανίδα ειδικός. 

Ταυτόχρονα, διαθέτει και άλλα πλεονεκτήματα που τον κάνουν έναν καλό υποψήφιο. Είναι πρώην Ρεπουμπλικανός και ασπάζεται αρκετές από τις ιδέες τους παρόλο που σε άλλες, όπως για παράδειγμα σε ό,τι αφορά την οπλοκατοχή, οι πολιτικές του πλησιάζουν περισσότερο αυτές του Δημοκρατικού Κόμματος. Πάντως, το γεγονός πως διαθέτει μια τεράστια περιουσία του δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Καθώς δεν έχει ανάγκη την προσέλκυση χρημάτων, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ρίξει σημαντικά κεφάλαια για διαφήμιση και να κάνει τη διαφορά. Επίσης, οι υποψήφιοι με μεγάλη χρηματοδότηση τείνουν να κερδίζουν μια εκλογική αναμέτρηση, επειδή αυτό δείχνει πως έχουν πείσει πολλούς να υποστηρίξουν την καμπάνια τους. Παρόλα αυτά δεν πρέπει να υποτιμούμε τη σημασία που έχουν στις ΗΠΑ οι οργανώσεις που έχουν ρίζες στην κοινωνία και οι πρωτοβουλίες πολιτών.
  Ξένια Τούρκη   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...