Άνοιξε ο δρόμος για ανάκριση του βουλευτή ΔΗΣΥ Νίκου Σύκα, μετά την χθεσινή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να άρει την ασυλία του. Παράλληλα, το Ανώτατο τονίζει ότι στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα σ’ αυτήν έγγραφα, προκύπτει ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία, αντικειμενικά ιδωμένη, εμπλέκει τον καθ’ ου η αίτηση στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν στην Ελλάδα.
Από την απόφαση προκύπτουν σοκαριστικές λεπτομέρειες για τα όσα ισχυρίζεται η παραπονούμενη τόσο για το επεισόδιο όσο και για τους λόγους που την οδήγησαν να αποσύρει την καταγγελία της. Όπως καταγράφεται στην απόφαση του Ανωτάτου, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για άρση της ασυλίας αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της επικεφαλούς των ανακρίσεων ημ. 7/1/2026. Στην ως άνω δήλωση, γίνεται αναφορά στις καταθέσεις που έδωσε η καταγγέλλουσα, αναφερόμενη μεταξύ άλλων στα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ της ίδιας και του καθ’ ου η Αίτηση (Σύκα) με τον οποίο διατηρούσε σχέση, μεταξύ της 31.12.2025 και 3.1.2026. Σύμφωνα με αυτές, την 31.12.2025, στην Ελλάδα, πριν από νυχτερινή τους έξοδο, δέχτηκε προσβλητικά σχόλια από τον καταγγελλόμενο, ενώ, μετά την επιστροφή τους από την έξοδο, ο τελευταίος άσκησε σε βάρος της σωματική βία και την απείλησε.
Γίνεται, επίσης, αναφορά στην ιατρική έκθεση που συντάχθηκε κατόπιν ιατρικής εξέτασης, στην οποία υποβλήθηκε η καταγγέλλουσα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, μετά την άφιξη της στην Κύπρο, και στις φωτογραφίες που η καταγγέλλουσα παρέδωσε στην Αστυνομία. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται επίσης, Γνωμοδοτικό Σημείωμα, ημερ. 7.1.2026, που ετοιμάστηκε από Δικηγόρο Αθηνών και Λέκτορα σε Πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το οποίο από τα καταγγελλόμενα γεγονότα προκύπτουν ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.
Περαιτέρω, αναφέρεται στην απόφαση, ότι στις 6.1.2026 η καταγγέλλουσα προσήλθε στα γραφεία της Αστυνομίας, παραδίδοντας έγγραφο με τίτλο «Υπεύθυνη Δήλωση», όπου δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του καταγγελλόμενου βουλευτή, ούτε την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης. Επιπλέον, δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του, ούτε προβάλλει οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με την καταγγελία της. Κατόπιν προφορικής ερώτησης που της υποβλήθηκε από μέλος της Αστυνομίας, ως προς τον λόγο που επιθυμούσε να αποσύρει την καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι η δημοσιοποίηση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο καταγγελλόμενος αποτελεί δημόσιο πρόσωπο, της προκαλεί «στρες» και ψυχολογική πίεση, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να διαχειριστεί την περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας.

Τέσσερα τα αδικήματα
Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, η αίτηση υποβάλλεται αναφορικά με τη διερεύνηση και/ή διάπραξη των αδικημάτων: 1) Άσκηση βίας, κατά παράβαση του άρθρου 3(1)(4) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(1)/2000 και του άρθρου 5(1)(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. 2) Άσκηση ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.115(1)/2021 και του άρθρου 5(1 )(δ) του Κεφ. 154. 3) Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243(1) και 5(1)(δ) του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 του Ν. 115(Ι)/2021. 4) Απειλή, κατά παράβαση των άρθρων 9ΙΑ και 5(1)(δ) του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 του Ν.115(Ι)/2021.
Την αίτηση παρουσίασε στο Ανώτατο ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης ο οποίος ανέφερε ότι η υπόθεση δεν αφορά τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα του βουλευτή και πως πρέπει να αρθεί η ασυλία για όλα τα στάδια της διαδικασίας. Ο συνήγορος του κ. Σύκα, Χρήστος Πουργουρίδης παρόλο που δεν έφερε ένσταση στο αίτημα εξέθεσε τους προβληματισμούς του όσον αφορά την τελική έκβαση της υπόθεσης, δεδομένης της απόσυρσης του παραπόνου εκ μέρους της καταγγέλλουσας, καλώντας το Ανώτατο να συνεκτιμήσει και αυτό το στοιχείο στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης. Διευκρίνισε, δε, ότι αυτό δεν αφορά το στάδιο της λήψης κατάθεσης από τον βουλευτή.
Στην απόφασή τους οι έξι δικαστές ανέφεραν ότι η τάση που νομολογιακά παρατηρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι όπως το ακαταδίωκτο (inviolability) των βουλευτών προσεγγίζεται περιοριστικά. «Γίνεται κατανοητό, τονίζει το Ανώτατο, ότι η βουλευτική ασυλία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα προστασίας του βουλευτή έναντι του εφαρμοστέου Ποινικού Δικαίου του κράτους. Ενέργειες που δεν εμπίπτουν εντός των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων του βουλευτή, όπως είναι οι προσωπικές ή οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του, δεν δύναται να αντλούν προστασία από το ακαταδίωκτο των βουλευτών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται υποψία ύπαρξης πραγματικού, σοβαρού και εμφανούς κομματικό-πολιτικού στοιχείου στην απόφαση δίωξης του βουλευτή που έχει ως σκοπό όπως τον παρεμποδίσει να ασκεί ορθά και αποτελεσματικά τα βουλευτικά του καθήκοντα, κατά τη διάρκεια της θητείας του.
«Υπάρχει μαρτυρία που τον εμπλέκει»
Είναι κατάληξη των δικαστών ότι στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον τους με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα σ’ αυτήν έγγραφα, προκύπτει ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία, αντικειμενικά ιδωμένη, εμπλέκει τον καθ’ ου η αίτηση στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν στην Ελλάδα. «Τονίζεται ότι, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ισχύει, όπως και σε κάθε περίπτωση, το τεκμήριο της αθωότητας. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε απαιτείται στο στάδιο αυτό να εξεταστεί η επάρκεια και η ποιότητα του μαρτυρικού υλικού. Πολύ περισσότερο να εκτιμηθεί κατά πόσο οι σχετικοί μάρτυρες θα είναι πρόθυμοι ή διατεθειμένοι να καταθέσουν σε περίπτωση που καταχωριστεί κατηγορητήριο. Η εξέταση των στοιχείων που τέθηκαν, περιορίζεται στο να καταδειχθεί ότι η αίτηση δεν είναι αυθαίρετη», σημειώνει το Δικαστήριο.
Όσον αφορά στην παρεμβολή για την απόσυρση του παραπόνου από την καταγγέλλουσα, το Δικαστήριο αναφέρει ότι από μόνη της, δεν εμποδίζει την προώθηση της παρούσας αίτησης, αφού το καθήκον διερεύνησης από τις ανακριτικές Αρχές παραμένει, ενώ για υποθέσεις του είδους υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια (βλ. άρθρο 20(1)(6) του Ν.115(Ι)/2021).
Τέλος το Ανώτατο έκρινε ότι τα αδικήματα που εξετάζονται εναντίον του καθ’ ου η αίτηση είναι σοβαρά, όχι μόνο ως εκ της φύσεως τους, αλλά και υπό το φως των προβαλλόμενων περιστάσεων διάπραξης τους, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Περαιτέρω, τα διερευνώμενα αδικήματα, ουδεμία σχέση διαφαίνεται να έχουν με την πολιτικό-κομματική δραστηριότητα του καθ’ ου η αίτηση, είτε εντός, είτε εκτός της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ούτε υπήρξε εισήγηση προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και προχώρησε στην άρση της ασυλίας του.