«Ο θεσμός του προσωπικού γιατρού, ο οποίος είναι η βάση και η αρχή του ΓεΣΥ, είναι εγκλωβισμένος σε νοοτροπίες δεκαετιών και αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί», ανέφερε στον «Φ» η αντιπρόεδρος της επιστημονικής εταιρείας των οικογενειακών και προσωπικών γιατρών, Μαρία Αβρααμίδου, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα ασθενών οι οποίοι έκαναν λάθος «διάγνωση» στον εαυτό τους.
Αποκάλυψε ότι η ίδια κάθε μήνα δέχεται κατά μέσο όρο 1.000 – 1.200 τηλεφωνήματα στο ιατρείο της και ξεκαθάρισε ότι οι μισοί από τους προσωπικούς γιατρούς του ΓεΣΥ, «λαμβάνουν αμοιβή κάτω των €100.000 ετησίως» και μόνο το 10%-15% των προσωπικών γιατρών έχουν εγγεγραμμένους στον κατάλογο τους πέραν των 2.000 δικαιούχων.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που προκαλούν καθημερινά εντάσεις, «είναι το θέμα της έκδοσης παραπεμπτικών για ειδικούς γιατρούς». Στα ιατρεία των προσωπικών γιατρών, είπε η κ. Αβρααμίδου, «καθημερινά καταγράφονται πολύ ενδεικτικά παραδείγματα. Ένας ασθενής επιμένει ότι πρέπει να τον δει γαστρεντερολόγος διότι νιώθει κάψιμο στο στήθος και νομίζει ότι έχει παλινδρόμηση. Μου έτυχε ένα τέτοιο περιστατικό και τελικά ο ασθενής αυτός είχε καρδιολογικό πρόβλημα. Μου έτυχε να έχω ασθενή η οποία πονούσε τα χέρια της και επέμενε να πάει σε ρευματολόγο και τελικά πήγε σε νευρολόγο διότι ο πόνος αφορούσε το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα.
Για να πετύχουμε τον βασικό στόχο, που είναι να κρατήσουμε το επίπεδο υγείας του πληθυσμού ψηλά, πρέπει να έχουμε μια καλά οργανωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας διότι ο προσωπικός γιατρός είναι εκείνος που θα βοηθήσει τον ασθενή, θα τον οδηγήσει σωστά μέσα στο σύστημα και θα σταματήσουμε να βλέπουμε φαινόμενα που συνέβαιναν στην προ ΓεΣΥ εποχή όταν ο καθένας αποφάσιζε μόνος του το ποιον γιατρό πρέπει να επισκεφθεί και στη συνέχεια πήγαινε από ειδικότητα σε ειδικότητα μέχρι που να εντοπίσει το πραγματικό του πρόβλημα.
Εκτός των άλλων ο θεσμός του προσωπικού γιατρού, όταν λειτουργεί σωστά, προστατεύει και το σύστημα και τους ειδικούς γιατρούς, οι οποίοι με μια ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας θα μπορούν να εξυπηρετήσουν τα περιστατικά εκείνα που πραγματικά χρειάζονται τις υπηρεσίες ενός ειδικού. Εάν όλοι πάμε στους ειδικούς γιατρούς, τότε έχουμε λίστες αναμονής και το να ψάχνει κάποιος ραντεβού και να μην βρίσκει, είναι κακή ποιότητα υπηρεσιών».
Για να αντιμετωπιστεί ο τεράστιος αριθμός παραπεμπτικών που καταγράφονταν, «ο ΟΑΥ επέβαλε το μέτρο για τα παραπεμπτικά το οποίο έχει οικονομικό αντίκτυπο στους προσωπικούς γιατρούς. Τα παραπεμπτικά μειώθηκαν κατά 10%, όμως, είδαμε ότι διπλασιάστηκαν τα μακροχρόνια παραπεμπτικά τα οποία δεν υπολογίζονται στο πλαίσιο του μέτρου. Άρα, τελικά λειτούργησε σωστά αυτό το μέτρο;».
«Υπάρχουν και στρεβλώσεις οι οποίες προκαλούν αλυσιδωτά προβλήματα. Για παράδειγμα δεν έχουμε το δικαίωμα να παραπέμψουμε ασθενείς μας για κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις. Δεν λέμε ότι δεν πρέπει να μπαίνουν περιορισμοί, αλλά δεν γίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη διάφορες παράμετροι πριν εφαρμοστεί ένας περιορισμός. Επίσης, απαίτησή μας είναι να εφαρμοστούν κατευθυντήριες οδηγίες για την έκδοση παραμεπτικών. Θέλουμε να εφαρμοστεί κλινικός έλεγχος. Επίσης, πρέπει όλοι οι ειδικοί γιατροί να κατανοήσουν ότι επιβάλλεται να συμπληρώνουν τον φάκελο του ασθενή. Τώρα, σε αρκετές περιπτώσεις δεν αναγράφεται καν η διάγνωση και προσπαθούμε εμείς μέσα από τη συνταγογράφηση ή τις εξετάσεις να καταλάβουμε ποιο είναι το πρόβλημα. Πρέπει και ο πολίτης να μας εμπιστευθεί, πρέπει και ο ΟΑΥ να εκπαιδεύσει τους ασθενείς».
Σχολιάζοντας τα όσα κατά καιρούς λέγονται και αφορούν το ύψος της αποζημίωσης των προσωπικών γιατρών αλλά και τον μεγάλο, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, αριθμό δικαιούχων που έχουν εγγεγραμμένους στους καταλόγους τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τους εξυπηρετήσουν, η κ. Αβρααμίδου απάντησε παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία:
«Από τους περίπου 600 προσωπικούς γιατρούς για ενήλικες μόνο το 10%-15% διαθέτει πέραν των 2.000 δικαιούχων στη λίστα τους. Το 55% των προσωπικών γιατρών, εξάλλου, έχουν αμοιβή κάτω των €100.000 (πριν τους φόρους). Άρα, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λέμε ότι οι προσωπικοί γιατροί κάθονται και πληρώνονται. Δεν είναι οι 2.500 που μας δημιουργούν τα προβλήματα, είναι εκείνοι οι 100 – 200 που είναι απαράδεκτα απαιτητικοί. Στο κάτω – κάτω λειτουργεί ο νόμος της αγοράς. Εάν ένας ασθενής νιώθει ότι δεν εξυπηρετείται από τον προσωπικό του γιατρό, μπορεί να αλλάξει προσωπικό γιατρό».
Πολλοί καταγγέλλουν τους προσωπικούς γιατρούς ότι δεν απαντούν τα τηλέφωνα, ότι εξαφανίζονται, ότι δεν εξυπηρετούν τους ασθενείς τους. Καταρχάς πρέπει να εξηγήσουμε το τι σημαίνει “ο γιατρός δεν απαντά το τηλέφωνο”. Τι ώρα πήρε ο δικαιούχος και δεν απάντησε ο γιατρός. Μήπως τηλεφώνησε στις 11 το βράδυ ή ήταν αργία; Μου έτυχε να με πάρουν Δευτέρα του Πάσχα για να μου ζητήσουν να εκδώσω παραπεμπτικό.
Ο προσωπικός γιατρός δικαιούται να απουσιάζει μέχρι και δύο ημέρες χωρίς να ορίσει αντικαταστάτη. Εάν θα απουσιάσει περισσότερο, έχει υποχρέωση να ορίσει αντικαταστάτη. Ο σχεδιασμός του ΓεΣΥ προέβλεπε λειτουργία εφημερευόντων γιατρών και τις μη εργάσιμες ώρες τις καθημερινές για να εξυπηρετούνται οι δικαιούχοι. Προς το παρόν, τα ιατρεία αυτά λειτουργούν Σαββατοκύριακα και αργίες. Εάν κάποιοι από εμάς επανειλημμένα και ποτέ δεν απαντούν το τηλέφωνο στους ασθενείς τους, τότε οι ασθενείς τους οφείλουν να τους καταγγείλουν. Πρέπει, όμως, να πούμε και κάποια άλλα πράγματα. Οι συμβάσεις των προσωπικών γιατρών δεν προβλέπουν ούτε άδεια ασθενείας, ούτε άδεια αναπαύσεως. Οι γυναίκες γιατροί, δεν έχουν καν το δικαίωμα της άδειας μητρότητας».
Σχολιάζοντας τις καταγγελίες για προσωπικούς γιατρούς οι οποίοι υπολογίζουν την τηλεφωνική εξυπηρέτηση ως επίσκεψη, η κ. Αβρααμίδου, εξήγησε ότι «το να κάτσει ένας γιατρός να εκδώσει μια συνταγή δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Ένας ασθενής μπορεί στο μεσοδιάστημα να έχει επισκεφθεί έναν ειδικό γιατρό. Ο προσωπικός γιατρός πρέπει να δει, τι συνταγογράφησε ο ειδικός; Υπάρχει επανάληψη κάποιων φαρμάκων στις συνταγές; Πρέπει να αφαιρεθούν ή να προστεθούν κάποια φάρμακα; Πολύ ευχαρίστως να έρχονται οι ασθενείς στα ιατρεία μας και να κάνουμε αυτή την εργασία στην παρουσία τους. Στο ιατρείο μου δέχομαι 1.000 – 1.200 τηλεφωνήματα τον μηνά και σύμφωνα με τα δεδομένα του ιατρείου, ανοίγονται στο λογισμικό 700–800 επισκέψεις τον μήνα. Άρα, υπάρχουν εκατοντάδες τηλεφωνήματα τα οποία δεν υπολογίζονται ως επίσκεψη αλλά οι ασθενείς εξυπηρετούνται».
Για τους υπερήλικες προσωπικούς γιατρούς, η κ. Αβρααμίδου είπε: «Είναι ευθύνη του ΠΙΣ να αδειοδοτεί τους γιατρούς. Εμείς λέμε ότι πρέπει να εφαρμοστεί ένα σύστημα αξιολόγησης για όλους τους γιατρούς όλων των ηλικιών το οποίο δεν θα αφορά μόνο το κριτήριο της ηλικίας, διότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες καταστάσεις που ενδεχομένως να εμποδίζουν τον γιατρό στην ορθή άσκησης του επαγγέλματος του».
Παρέμβαση
Ένας μόνο χρόνος στην κανονικότητα
Στην συνέντευξη της, η κ. Αβρααμίδου αναφέρθηκε σε μια αλήθεια την οποία κανένας μας δεν λαμβάνει υπόψη. «Παρά το γεγονός ότι το ΓεΣΥ έκλεισε τέσσερα χρόνια ζωής, στην πραγματικότητα μόλις που έκλεισε έναν χρόνο λειτουργίας στην κανονικότητα, αφού με την έναρξη της εφαρμογής του άρχισε και η πανδημία και οι περιορισμοί που έθεσαν το σύστημα σε μια διαφορετική βάση». Σαφώς και υπάρχουν προσωπικοί γιατροί οι οποίοι δεν συμπεριφέρονται σωστά στους ασθενείς τους. Ωστόσο, το να βάζουμε όλους τους προσωπικούς γιατρούς στο ίδιο καλάθι είναι τεράστιο λάθος. Οι νοοτροπίες δεν αλλάζουν εύκολα, όμως αλλάζουν. Υπεύθυνοι για να βοηθήσουμε το σύστημα να λειτουργήσει σωστά, είμαστε όλοι.