Η πρωτοφανής εξέγερση των Πολιτικών Κρατουμένων Κοκκινοτριμιθιάς την Αγία Πέμπτη του 1958, υπήρξε από τις εντυπωσιακότερες μαζικές εκδηλώσεις ηθικής αντίστασης που σημειώθηκαν στη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ και η πολύπλευρη επιτυχία της απετέλεσε ηχηρότατο ράπισμα στην ανάλγητη αποικιοκρατία και την αδίστακτη στρατοκρατία της εποχής. Και η μεγάλη Εβδομάδα του Απριλίου του 1958, ήταν μια παρατεταμένη περίοδος ανθρώπινου πόνου και μαρτυρίου, με ανυπεράσπιστα θύματα της κτηνώδους θηριωδίας, όσους η σκληρή μοίρα του αγώνα θέλησε να ‘ναι οι αδίστακτοι-κατάδικοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης.

Εκείνη η μέρα είχε ορισθεί για μια ειρηνική προσέλευση των γονιών των Πολιτικών Κρατουμένων στον Άγιο Ιωάννη, στη Λευκωσία. Όπως ανακοινώθηκε θα γινόταν δέηση για την απόλυση των Κρατουμένων ενώ μάλλον αόριστη είδηση καθόριζε την 10η Απριλίου 1958, μέρα διαμαρτυρίας σ’ όλη την Κύπρο, με αξίωση την κατάργηση των Κρατητηρίων. Οι γονείς των ομήρων θα κάναν εικοσιτετράωρη απεργία πείνας.

Η εκδήλωση είχε εξαγγελθεί και δεν αιφνιδίασε τους Άγγλους. Δεν ήταν ενέργεια ασυνήθιστη μια τέτοια διαμαρτυρία. Εκείνο που αιφνιδίασε τους Άγγλους ήταν η τρομερή σε πάθος και έκταση εξέγερση των Κρατουμένων Κοκκινοτριμιθιάς, που είχε διαταχθεί από τον Διγενή και προπαρασκευάστηκε με κάθε μυστικότητα. Η απόφαση ήταν να εξασφαλίσουμε και να κρύψουμε πετρέλαιο. Την Αγία Πέμπτη να κηρύξουμε απεργία πείνας και στις 11 το πρωί της ίδιας μέρας να πυρπολήσουμε οτιδήποτε ξύλινο υπήρχε στις παράγκες, στους χώρους του άνευ δίκης εγκλωβισμού μας. 

Όλα προγραμματίστηκαν στην εντέλεια. Σχηματίστηκαν ομάδες. 

Ο καθένας ανέλαβε τον ρόλο του. Περιμέναμε το σύνθημα, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας, χωρίς να δώσουμε οποιαδήποτε υποψία. Λόγω της απεργίας πείνας οι κινήσεις μας περιορίστηκαν στο ελάχιστο και τούτο δεν εξέπληξε τους Άγγλους φρουρούς και τους στρατιώτες.

Και στις 11 ακριβώς το πρωί, το ήσυχο ηφαίστειο εκράγηκε ξαφνικά. Σ’ ένα δευτερόλεπτο πρωτάκουστη οχλοβοή ξέσπασε κι απλώθηκε στα Κρατητήρια. Εκατοντάδες φωνές ανθρώπων που κραύγαζαν ΤΩΡΑ, ξεπετάχτηκαν απ’ οργισμένα στήθια. Και την ίδια στιγμή ένας ορυμαγδός επαναστατικός συγκλόνισε την ατμόσφαιρα. Πόρτες ξεχαρβαλώνονταν, παράθυρα κατακομματιάζονταν, γυαλιά θρυμματίζονταν, οι αγωνιστές έτρεχαν παντού, ομαδικά, μόνοι, με κινήσεις αστραπιαίες, οργή, αγανάκτηση, πάθος ελευθερίας, που σύνθεταν μια φοβερή, ακατάληπτη, βουερή, εκρηκτική συμφωνία.

Κι ύστερα μύρισε ο τόπος πετρέλαιο και ασυγκράτητες πύρινες γλώσσες υψώνονταν στις αυλές των δεσμωτηρίων. Πυρπολήθηκαν οι ξύλινοι πάσσαλοι των θυρών της εισόδου στα διαμερίσματα, οι φωτιές έκαιαν τα πάντα και μαύροι καπνοί μεσουρανούσαν, μεταδίδοντας στον έξω κόσμο το μήνυμα της εξέγερσης.

Έντρομοι οι Άγγλοι λοχίες-δεσμοφύλακες, έτρεχαν ανάμεσα στις φλόγες προς το διοικητήριο να σωθούν, οι στρατιώτες- φρουροί των πύργων, πανικόβλητοι έστρεψαν τις κάννες των πολυβόλων εναντίον των Κρατουμένων περιμένοντας διαταγές να πυροβολήσουν, έσκαζαν οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις με πάταγο. Κι ακόμα άρχισαν εκρήξεις που έμοιαζαν με κρότους βομβών. Ήταν κουτιά κονσερβών που πετούσαμε στις φωτιές, φούσκωναν κι έσπαζαν με θόρυβο.

Όλα έγιναν ξαφνικά, οργανωμένα, αποφασιστικά, εντυπωσιακά. 

Κι αφού όλα εξελίχτηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες, αποχωρήσαμε στα παραπήγματα, ξαπλώσαμε ο καθένας στο κρεβάτι του και περιμέναμε. Ο αγέρας έπαιρνε σε μερικές παράγκες τους καπνούς. Βήχαμε.Κατάφθασαν ενισχυμένες στρατιωτικές μονάδες εξαγριωμένων Άγγλων με λυκόσκυλα. Έτρεχαν στις νεκρές ζώνες. Δεν έκρυβαν τις εκδικητικές τους διαθέσεις. Μερικοί περίμεναν να πλησιάσουμε τα συρματοπλέγματα να μας «ράψουν». Μας προκαλούσαν: Ελάτε, τολμήστε, πλησιάστε. Ήταν έξαλλοι.

Μαζί μας ήταν ο ανταρτοκαλόγερος, ο Σάββας Αλωνεύτης, ρασοφόρος. Ζήτησε άδεια να πάει στα αποχωρητήρια, τον άφησαν. Κι ενώ επέστρεφε ένας στρατιώτης όπλισε, πυροβόλησε. Ο ανταρτοκαλόγερος άκουσε τον ξηρό κρότο όπλισης, ξαπλώθηκε κάτω. Η σφαίρα θα τον χτυπούσε στην πλάτη. Τρύπησε την παράγκα.

Σκοτείνιασε κι άρχισαν τα βάσανα. Φορούσαν λαστιχένια παπούτσια, την πρώτη φορά δεν το καταλάβαμε. Μούνταραν στις παράγκες. Χτυπούσαν με υποκόπανους όπλων, με γκλοπς, με ξύλα, όπου πρόφταναν, αναποδογύριζαν κρεβάτια, κόλαση. Πυροβολούσαν με ριπές, αλαλαγμούς. Κι όλο έρχονταν και ξανάρχοταν…

Ήταν μια παρατεταμένη εβδομάδα παθών. Την περιγράφουν οι συναγωνιστές Μιχαλάκης Πλατάνης, Αιμίλιος Πατσαλίδης, Δώρος Πουλλής, Ανδρέας Βλάχος, που οι αφηγήσεις τους ακολουθούν. Θα φανεί ίσως παράξενο. Κάλεσαν τους αδίστακτους Πολιτικούς Κρατούμενους και τους δίκασαν, τους πήραν στις Κεντρικές Φυλακές. Στις 2 Μαΐου 1958, επέβαλαν δύο χρόνια φυλάκισης στον Ανδρέα Παπαδόπουλο από τη Λεμεσό, γιατί προκάλεσε ζημιά 10 λιρών σε μια πόρτα. Δύο μήνες στον Γιαννάκη Ιερείδη, τρία χρόνια στον Κώστα Δημητρίου και στον Ανδρέα Κύζα. Δύο χρόνια στον Ανδρέα Τερκουράφη, εννέα μήνες στον Κώστα Καρνάβαλο, έξι στον Σπύρο Φλωρεντιάδη, δύο στον Θεοφάνη Ναθαναήλ, δύο χρόνια στον Γεώργιο Παπαηρακλέους και στον Νίκο Ηλία. 

Κατά τα άλλα επιβλήθηκε στέρηση των δικαιωμάτων και των προνομίων των Πολιτικών Κρατουμένων για μακρό διάστημα. Η περίοδος των παθών εκείνου του χρόνου ήταν παρατεταμένη.

w Ο Μιχαλάκης Πλατάνης D.P. 1151 θυμάται: Η εξέγερση διατάχθηκε από τον Διγενή. Τη διαταγή του Αρχηγού την πήρα από τον Σύνδεσμό μας στα Κρατητήρια, συναγωνιστή Μιχαλάκη Ελευθερίου D.P. 600. Σύμφωνα με την εντολή του Διγενή, έπρεπε να προβούμε σ’ εκτεταμένους εμπρησμούς, σε καθορισμένη ώρα και μέρα. Συνεννοήθηκα αμέσως με τα άλλα δύο μέλη του Συμβουλίου, τους συναγωνιστές Στέφανο Πρωτοπαπά και Δάφνη Παναγίδη. Στη συνέχεια δώσαμε οδηγίες στους υπεύθυνους των διαμερισμάτων για την προπαρασκευή της δράσης. Θα ανάθεταν αρμοδιότητες σε συγκρατούμενους, θα εφοδιάζονταν με πετρέλαιο και θα τον κρύβαν και στην ορισμένη ώρα θα κινούνταν άρτια, οργανωμένα και με αστραπιαία ταχύτητα, ώστε όσα καίγονταν να γίνουν παρανάλωμα του πυρός ενώ ταυτόχρονα θα προκαλούνταν εκτεταμένες ζημιές όπου ήταν δυνατό. 

Πράγματι, τις 10 Απριλίου 1958, στην καθορισμένη ώρα ξέσπασε η εξέγερση. Σε ελάχιστα λεπτά οι πύρινες γλώσσες της φωτιάς αφάνισαν πόρτες και παράθυρα που ξεχαρβαλώθηκαν από οργανωμένες ομάδες. Πυρπολήθηκαν ακόμα και οι ξύλινοι πάσσαλοι των θυρών εισόδου των διαμερισμάτων. Οι μαύροι καπνοί μεσουρανούσαν.Στην αιφνιδιαστική, μαζική επιχείρηση, μετέσχαν όλοι οι Πολιτικοί Κρατούμενοι με ενθουσιασμό. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακή επιτυχία όπως διάταξε ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ. Όλα έγιναν σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα. 

Σε λίγο άρχισαν τα αντίποινα. Κατάφθαναν στα Κρατητήρια ενισχυμένες στρατιωτικές μονάδες. Απαγορεύτηκαν οι επισκέψεις, αναστάληκαν όλα τα προνόμια, μας άφησαν χωρίς φαγητό. Και τις νύχτες ξενύχτι. Οι στρατιώτες εισέβαλλαν στις χωρίς πόρτες τσίγκινες παράγκες, όπου κυριαρχούσε πυκνό σκοτάδι, γιατί καταστράφηκαν κι οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, μας χτυπούσαν αδίστακτα με όπλα και γκλοπς, αναποδογύριζαν τα κρεβάτια. 

Τα μαρτύρια συνεχίζονταν κάθε νύχτα, χωρίς διακοπή. Μάτι δεν κλείναμε. Μα κανείς δεν λιποψύχησε, όλοι βασανίζονταν χωρίς μεμψιμοιρίες και το ηθικό σθένος ήταν ακαταμάχητο.

Την τρίτη μέρα μετά την εξέγερση, μας επέτρεψαν να βγούμε από τις παράγκες στις αυλές των διαμερισμάτων. Τότε ο Μιχαλάκης Ελευθερίου, βρήκε ευκαιρία να μου στείλει τις εκθέσεις για τα αποτελέσματα των εμπρησμών και των καταστροφών. Έκανε ένα δέμα και το ’δωσε σε συγκρατούμενο διπλανού διαμερίσματος. Εκείνος έδεσε τις εκθέσεις σε μια πέτρα και την πέταξε πάνω από το συρματόπλεγμα. Ο φρουρός του πύργου το πρόσεξε και σήμανε συναγερμό. Έκρυψα αμέσως τις εκθέσεις σε μια σχισμή της παράγκας και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μόλις πρόλαβα.  Το ίδιο κάναν και οι συγκρατούμενοι.

Οι στρατιώτες εισέβαλαν στην παράγκα. Μας διέταξαν να σταθούμε. Κάποιος από τους Άγγλους με υπέδειξε. Ο επικεφαλής λοχίας μου ζήτησε να παραδώσω εκείνο που μου πέταξαν από το άλλο διαμέρισμα. Αμέσως του έδωσα ένα πακέτο τσιγάρα «ΕΛΛΑΣ». Ρώτησε γιατί το κάναν δέμα και του απάντησα πως μόνο αν το ’δεναν σε πέτρα μπορούσαν να το πετάξουν πάνω από το συρματόπλεγμα.

Την ίδια στιγμή συνέλαβαν και τον συναγωνιστή που το πέταξε κι ευτυχώς είπε κι εκείνος πως ήταν τσιγάρα. Έκαναν εξονυχιστική έρευνα, πήραν ακόμα και σημειώσεις από βιβλία που διάβαζα. Δεν ικανοποιήθηκαν. Κάλεσαν τον υπεύθυνο λοχαγό, διέταξε και με έβγαλαν στην αυλή όπου με γύμνωσαν για να ερευνήσουν μήπως είχα κρύψει οτιδήποτε. Μετά από λίγο έφεραν και τον Στέφανο Πρωτοπαπά. Δεν σεβάστηκαν την ηλικία του. Τον γύμνωσαν κι εκείνον.

Ο λοχαγός με ρώτησε από πού έπαιρνα τις σημειώσεις. Του υπέδειξα πως ήταν σημειώσεις από το βιβλίο του Κάρνεγκυ «πώς να αποκτούμε φίλους και να επηρεάζουμε το περιβάλλον μας». Κάλμαρε, είχε διαβάσει το βιβλίο.

Οι νυχτερινές επιδρομές των Άγγλων στρατιωτών συνεχίστηκαν για τρεις περίπου βδομάδες. Κτυπήματα, λιθοβολισμοί, δαιμονιώδεις θόρυβοι στις παράγκες για να μην μπορούμε να κοιμηθούμε. Ήθελαν να μας σπάσουν το ηθικό, χωρίς βέβαια να τα καταφέρουν. Όταν επιτράπηκαν οι επισκέψεις, διαβιβάσαμε τις αναφορές στον Αρχηγό που μας συγχάρηκε.

Πώς οργανώθηκε η αντίσταση στον θάλαμο 27

Ο Αιμίλιος Πατσαλίδης D.P. 1418 μαρτυρεί για τα γεγονότα: Ήμουνα θαλαμάρχης του θαλάμου 27, του διαμερίσματος Α. Θυμάμαι τους συγκρατούμενους με τη σειρά των κρεβατιών: Μίνως Κρονίδης, Κωστάκης Ηρακλέους, Παύλος Στόκκος, Γιαννάκης Κωνσταντίνου, Νίκος Λεωνίδου, Κλήμης Θεοχαρίδης, Αιμίλιος Πατσαλίδης, Γιάννης Σπανός, Ηρόδοτος Χριστοφίδης, Ντίνος Ιωάννου, Μιχαλάκης Ολύμπιος, Λεόντιος Νίκου, Γιαννάκης Χαραλάμπους, Χαράλαμπος Ναύτης, Χρυσόστομος Περατικός, Ανδρέας Μερακλής, Γιαννάκης Σουγλίδης, Κώστας Παφίτης, Παναγής Μιχαήλ, Λουκής Αριστοδήμου, Ιωάννης Παπαδόπουλος. Ανδρέας Κακουλλής, Κούλης Σουγλίδης.

Το μήνυμα για την εξέγερση μου το πέταξε από το διπλανό διαμέρισμα ο Μιχαλάκης Ελευθερίου.

Καταρτίστηκαν οι ομάδες του θαλάμου 27. Άλλοι θα ’βγαζαν τις πόρτες, άλλοι τα παράθυρα. Όσα καίγονταν θα τα μεταφέρναμε στο κέντρο της αυλής, θα τα βρέχαμε με πετρέλαιο και θα τους βάζαμε φωτιά. Μια ομάδα θα κατάστραφε τις προσωπικές κάρτες. Την ορισμένη ώρα, 11 το πρωί, Αγία Πέμπτη, 10 Απριλίου 1958, δόθηκε το σύνθημα. Όλα έγιναν στην εντέλεια. Κι αφού κάψαμε τα πάντα, αποσυρθήκαμε στις παράγκες και περιμέναμε. 

Οι επιθέσεις άρχισαν αιφνιδιαστικά αφού έπεσε το σκοτάδι. Ομάδες Άγγλων στρατιωτών μούνταραν στο θάλαμο. Τρέχαν στον διάδρομο και χτυπούσαν αλύπητα δεξιά και αριστερά με υποκόπανους των όπλων και γκλοπς. Έφευγαν και ξανάρχονταν. Άρπαζαν τα κρεβάτια, τα αναποδογύριζαν, χτυπούσαν. Ήταν εξαγριωμένοι. Η τιμωρία σκληρή κι απάνθρωπη. 

Το κρεβάτι μου δεν μπορούσαν να το αναποδογυρίσουν, γιατί το είχα στερεωμένο με ξύλο. Το παράτησαν κι έπιασαν το κρεβάτι του Γιάννη Σπανού, που ήταν δίπλα μου. Το σήκωσαν, το πέταξαν με τόση δύναμη, που ο Γιάννης κυριολεκτικά, εκσφενδονίστηκε σ’ ένα κομοδίνο ενώ τον χτυπούσαν όπως μπορούσαν με όπλα, με γκλοπς. Πανδαιμόνιο, άγριες κραυγές, βογγητά.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου τη συνέχεια. Οι Εγγλέζοι φύγαν. Θυμάμαι τον Γιάννη, που με το κεφάλι μπηγμένο στο κομοδίνο μού φώναζε γελώντας: 

– Ρε Αιμίλιε, ρε Αιμίλιε, γύρισε να δεις πού είμαι. Το κεφάλι μου σφηνώθηκε στο κομοδίνο. Και γελούσε.

Ήταν θέαμα μοναδικό. Σιγά – σιγά απαλλάχτηκε από το κομοδίνο. Αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε αναποδογυρισμένα τα κρεβάτια και μείναμε στο τσιμεντένιο πάτωμα, σκουλλισμένοι με παπλώματα, κουβέρτες, στρώματα. Ήταν κι ένας τρόπος να αποφύγουμε τις πέτρες και τα σκυβαλοδοχεία που μας πετούσαν απ’ τα ανοιχτά παράθυρα. Ήταν δριμύτατο το ψύχος. Κι όλο έρχονταν ξαφνικά, κάναν εφόδους, χτυπούσαν. Άλλοτε λιθοβολούσαν τις παράγκες, ή κρατώντας ξύλα, χτυπούσαν τους τσίγκους σαν δαίμονες για να μην μας αφήσουν να κοιμηθούμε…

Το επεισόδιο με τον Μερακλή

Ποιος ξεχνά τον Μερακλή! Εφτά – οκτώ το βράδυ, μπήκαν ένας ανθυπολοχαγός με έναν κακό λοχία και μια ομάδα. Όλοι Εγγλέζοι. Είχαμε συμφωνήσει να μη μιλήσουμε Αγγλικά. Μας μιλούσαν, σωπαίναμε. Ποιος ξέρει Αγγλικά; Κανείς. Ηθική αντίσταση. Νευρίασαν. Ποιός ξέρει Αγγλικά; Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.

Οπότε ο Ανδρέας Μερακλής, σηκώθηκε, χαιρέτησε τον Εγγλέζο στρατιωτικά κι είπε στα Εγγλέζικα:

– Εγώ κύριε.

Ξαφνιαστήκαμε όλοι. Δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο. Ο Ανδρέας έσπαζε τη συμφωνία. Είχε το νούμερο 269.

Να τους μεταφράσεις αυτά που θα σου πω, διέταξε ο Εγγλέζος:

– Αύριο στις 5 το πρωί να βγούν έξω στην αυλή για να γίνει έλεγχος με τις φωτογραφίες…

Κι ο αμίμητος Μερακλής, πήρε πόζα, πήγε πάνω – κάτω στον διάδρομο και κουνώντας το χέρι μετέφρασε:

– Ο Κύριος λέγει ότι αύριο το πρωί, στις 5 η ώρα ακριβώς, θα ‘ρθει στην αυλή η… βασίλισσα του και να βγήτε όλοι έξω για να… 

Ήταν τέτοια η συναισθηματική αντίθεση που δαγκώναμε τη γλώσσα να μην σκάσουμε γέλια. Μα ο Κλήμης Θεοχαρίδης δεν άντεξε. Ένα πνιχτό χάχανο τον ταρακούνησε ολόκληρο που δεν μπόρεσε να το συγκρατήσει. Τον άρπαξαν και τον τιμώρησαν με ψωμί – νερό…

Μέρες και νύχτες παρατάθηκε το μαρτύριο. Δεν είχαμε τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Και μια μέρα εμφανίστηκε ένας βοσκός από την Κοκκινοτριμιθιά, έξω από τα συρματοπλέγματα. Έβοσκε το κοπάδι του.

Γράψαμε στα γρήγορα ένα μήνυμα, του φωνάξαμε, το δέσαμε σε μια πέτρα. Ανάλαβε ο Κλήμης να το πετάξει. Η κόλλα ξέφυγε και γαντζώθηκε στα συρματοπλέγματα. Δοκίμασε ο Αιμίλιος, τα κατάφερε. Άρπαξε το μήνυμα ο βοσκός κι έγινε καπνός. Το σήμα διαβιβάστηκε όπου έπρεπε, γράψαν οι εφημερίδες τα μαρτύριά μας…

Η δράση των κρατουμένων

O Ανδρέας Βλάχος D.P. 127  διηγείται: Βρισκόμουν στην κουζίνα των Κρατητηρίων. Εκτελούσα, με εντολή της Οργάνωσης, χρέη συνδέσμου τριών θαλάμων. Ο Μιχαλάκης Ελευθερίου μας διεβίβασε εντολή να μαζέψουμε πετρέλαιο, από τις ποσότητες που χρησιμοποιούσαμε για την κουζίνα και να κάνουμε διανομή στα διαμερίσματα. Το μεταφέραμε με την τάβλα διανομής φαγητού.

Στην καθορισμένη ώρα της Αγίας Πέμπτης του 1958 δράσαμε με τους συγκρατούμενους: Μιχαλάκη Ελευθερίου, Γιάννη Παφίτη, Χρίστο Παρούτη, Ορθόδοξο Κάρυο, Κωστή Στυλιανού, Μερακλή Μορφίτη και τον Κυριάκο το δάσκαλο από την Ακανθού. 

Σπάσαμε τα παράθυρα, τις πόρτες, βάλαμε φωτιά σ’ όσα καίονταν στο θάλαμο διανομής. Όχι στην κουζίνα. 

Θυμάμαι τον Παφίτη που βούτηξε στη δεξαμενή της πυροσβεστικής με σκοπό να την ανοίξει για να μη βρούν νερό να σβήσουν τις φωτιές. Τον σημάδεψαν να τον πυροβολήσουν οι Εγγλέζοι.

w Δώρος Πουλλής D.P. 123 : Ο Δώρος Πουλλής ήταν ο κρατούμενος που ζήτησε άδεια να βαφτίσει τα παιδιά του – δίδυμα αγόρια – στα Κρατητήρια. Του επέτρεψαν. Εξασφαλίστηκε κολυμβήθρα από την εκκλησία Κοκκινοτριμιθιάς, ιερείς υπήρχαν συγκρατούμενοι, έγινε το μυστήριο. Και τα ονόματα των παιδιών Διγενής και Ελευθέριος! Όταν το πληροφορήθηκαν οι Άγγλοι του φυσούσαν και δεν κρύωνε. Αναφέρει ο Δώρος για την εξέγερση των Κρατητηρίων:

 «Το χαρακτηριστικότερο γεγονός που θυμάμαι είναι το πάθημα ενός Εγγλέζου. Βάλαμε φωτιά ακόμα και στους ξύλινους πασσάλους της θύρας εισόδου του διαμερίσματος. Ένας Εγγλέζος ζητούσε νερό να σβήσει τις φλόγες, μάλιστα φώναξε: νερό, νερό. Έξω από την παράγκα είχε απομείνει ένας κουβάς με πετρέλαιο που δεν χρησιμοποιήθηκε. Έτρεξε ένας συγκρατούμενος, άρπαξε τον κουβά και του τον έδωσε. Κι ο Εγγλέζος νομίζοντας πως ήταν νερό το έχυσε στις φλόγες. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Φούντωσε η φωτιά, εμείς γελούσαμε με την καρδιά μας. Κι ο Εγγλέζος, μετά την πρώτη έκπληξη, γέλασε κι εκείνος αφού κατάφερε να απομακρυνθεί από τις φλόγες».