Τίποτα δεν μας προετοίμασε γι’ αυτό τον συγκλονισμό, στην έκθεση ζωγραφικής με τίτλο «Τ’ ανείπωτα» με περίπου 30 σχέδια παιδιών που αποτυπώνουν τον αντίκτυπο της ενδοοικογενειακής βίας από παιδιά που φιλοξενήθηκαν μαζί με τις μητέρες τους σε καταφύγια του Συνδέσμου για την Πρόληψη και την Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ) του μοναδικού ΜΚΟ που για 30 χρόνια εξυπηρετεί παιδιά θύματα βίας και όχι μόνο γυναίκες θύματα βίας. Οι φωτογραφίες μερικών από τα σχέδια και τα σύντομα σχόλια των παιδιών που τα συνοδεύουν, μιλούν από μόνες τους, αλλά στεκόμαστε στη ζωγραφιά ενός 6χρονου παιδιού και αντιγράφουμε τα λόγια της απόγνωσής του: «Η οικογένεια μου. Πρώτος ο παπάς μου, μετά η αδελφή μου, εγώ, η μάμα μου και ο αδελφός μου ο μικρός. Ο παπάς έχει μεγάλα χέρια που κτυπούν τη μάμα μας. Όλοι έχουν πόδια εκτός από τον παπά μου. Θέλουμε να φύγουμε, αλλά να μην έρθει μαζί μας».
Προς δύο κατευθύνσεις κινήθηκε η διοργάνωση της έκθεσης και της συζήτησης που ακολούθησε την περασμένη Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022 στον πολιτιστικό χώρο «Παλιά Αγορά Παλλουριώτισσας», όπως τις διατύπωσε στον «Φ» η επιστημονική διευθύντρια του ΣΠΑΒΟ δρ Άντρη Ανδρονίκου. Η πρώτη κατεύθυνση αφορά την εναντίωση στη λανθασμένη αντίληψη, «ακόμα και κάποιων επαγγελματιών», ότι δήθεν δεν υφίστανται βία τα παιδιά που είναι απλώς μάρτυρες της βίας από τον πατέρα σε βάρος της μητέρας τους. Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά την ανάδειξη του προβλήματος των διαταγμάτων επικοινωνίας που εκδίδουν τα δικαστήρια για τα παιδιά που φιλοξενούνται στα καταφύγια με τις μητέρες τους, αφού σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχετικό νόμο, ο πατέρας δικαιούται να επικοινωνεί μαζί τους. Τα έργα έχουν παραχθεί από το 2020-2022 στο πλαίσιο του προγράμματος φύλαξης και διαπαιδαγώγησης παιδιών στους χώρους φιλοξενίας σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο, με τη στήριξη και καθοδήγηση των επαγγελματιών του προγράμματος.
Χορηγοί της εκδήλωσης ήταν ο Εθνικός Μηχανισμός για τα δικαιώματα της Γυναίκας και η Ελληνική Τράπεζα. Σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε η πρόεδρος του ΣΠΑΒΟ Μαρία Χαβιαρά Κούσιου, ενώ στο αρχικό μέρος της εκδήλωσης παρευρέθηκαν οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Εργασίας Στέφη Δράκου και Κυριάκος Κούσιος και η βουλεύτρια ΔΗΣΥ Σάβια Ορφανίδου.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έξαρση στην οικογενειακή βία – Το προφίλ των θυτών
Η Επίτροπος και το επαγγελματικό θάρρος
Ακριβώς αυτά τα δύο κρίσιμα ζητήματα στην υπόθεση της παιδικής προστασίας στην Κύπρο, έθεσε στον χαιρετισμό της στην εκδήλωση, την οποία έθεσε υπό την αιγίδα της, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Δέσπω Μιχαηλίδου. Δήλωσε αρχικά συγκινημένη ότι «εγκαταλείπει την ομιλία της που έγραψε για την περίσταση, προτιμώντας να μιλήσει από καρδιάς. Πραγματικά -πρόσθεσε- με έχουν εντυπωσιάσει τα σχέδια των παιδιών που αποτυπώνουν το καθένα με τον δικό του τρόπο και με τα δικά του συναισθήματα στο χαρτί ως μάρτυρας της βίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας του –ανάμεσα στον επιτιθέμενο και στο θύμα. Τα παιδιά που παρακολουθούν και βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαλότητας, βιώνουν ψυχικό τραυματισμό και έχουν ένα τραύμα που δύσκολα επουλώνεται. Χρειάζονται πολλές προσπάθειες και συνέργειες της ίδιας της οικογένειας, των αρμόδιων κρατικών φορέων και όλων των ειδικών για να μπορέσουν να ξεπεράσουν το ψυχικό τραύμα που τους έχει προκαλέσει η βιαιότητα που έχουν εισπράξει κατά την παιδική τους ηλικία. Βλέπουμε στα σχέδια τους την απελπισία και την έκφραση της ανάγκης να δραπετεύσουν από την οικογενειακή φυλακή όπου βλέπουν τον εαυτό τους φυλακισμένο και μπορούμε ν’ αντιληφθούμε πόσα έχουν υποστεί στις παιδικές ψυχές τους. Ναι το Γραφείο μας έβαλε την εκδήλωση υπό την αιγίδα του, γιατί πιστεύει ότι οι δομές αυτές πρέπει να ενδυναμωθούν. Θα πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι μηχανισμοί ώστε να προστατευτούν οι γυναίκες –και τα παιδιά- που καταφεύγουν στα καταφύγια του ΣΠΑΒΟ.

Το τελευταίο διάστημα το Γραφείο μας ενημερώθηκε από το ΣΠΑΒΟ για προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες και τα θύματα βίας ως προς την εκτέλεση διαταγμάτων επικοινωνίας του πατέρα με τα παιδιά, είτε αυτά ήδη ισχύουν, είτε εκδίδονται κατά τη διάρκεια παραμονής στα καταφύγια. Το ΣΠΑΒΟ ενημέρωσε αντίστοιχα και την υπουργό Δικαιοσύνης που ανέλαβε πρωτοβουλία για διευθέτηση συνάντησης των αρμοδίων για να δούμε πώς θα αντιμετωπισθούν κάποιες καταστάσεις. Πιστεύω ότι είναι υποχρέωση της πολιτείας να δυναμώσει και νομοθετικά μια άμεση διαδραστικότητα μεταξύ των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και Ψυχικής Υγείας, γιατί εκεί το πράγμα χωλαίνει. Οι καθυστερήσεις που παρουσιάζονται στη διαχείριση τέτοιων καταστάσεων, παρόλο το ενδιαφέρον και την αγάπη των λειτουργών ψυχικής υγείας, επιβαρύνουν παιδιά και οικογένειες με πολλαπλά προβλήματα».
Σε δεύτερη παρέμβασή της μίλησε «για παράπονα που λαμβάνει το Γραφείο της για τη δυσκολία των λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να εντοπίσουν αυτό που λέμε συμφέρον του παιδιού. Όμως – πρόσθεσε εμφαντικά – υπάρχουν περιπτώσεις όπου χρειάζεται επαγγελματικό θάρρος. Κι αυτό που κάνετε εσείς με το να αρνηθείτε την εκτέλεση δικαστικών διαταγμάτων επικοινωνίας στο καταφύγιο, είναι επαγγελματικό θάρρος. Πρέπει να πω ότι υπήρξα δικαστής – και δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου -και είμαι σε θέση να πω ότι χρειάζεται εκπαίδευση των δικαστών. Υπάρχει μια δυσκολία χειρισμού θεμάτων που άπτονται συναισθηματικών καταστάσεων. Ο δικαστής έχει ως εργαλείο τον νόμο και έρχεται κάποια στιγμή που πρέπει ν’ αποφασίσει με βάση το σκεπτικό ότι το συμφέρον του παιδιού είναι και με τους δύο γονείς, οπότε αρχίζουμε εκεί να τα μπλέκουμε. Χρειάζεται σοβαρή εκπαίδευση επαγγελματιών, συνέργεια και διαδραστικότητα και είναι κοινωνική απαίτηση ο καθένας μας να συνδράμουμε να ξεπεραστούν τέτοιες καταστάσεις».
«Δεν υπάρχουν κλειστές πόρτες στο σπίτι»…
Σημαντικές ήταν οι αναφορές στην επίδραση της βίας στα παιδιά, των τριών ακαδημαϊκών του επιστημονικού πάνελ της συζήτησης που συντόνισε η επιστημονική διευθύντρια του ΣΠΑΒΟ δρ Άντρη Ανδρονίκου και που ήταν η Βασιλική Αρτινοπούλου καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Χρίστος Παναγιωτόπουλος καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας Πανεπιστήμιο στο Λευκωσίας και η Ελένη Αθανασίου λέκτορας Κοινωνικής Εργασίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Όπως είπε η κυρία Αρτινοπούλου «τα παιδιά αντιλαμβάνονται την κακοποίηση της μητέρας τους, εισπράττουν τα μηνύματα από την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση, αντιλαμβάνονται τα πάντα… δεν υπάρχουν κλειστές πόρτες μέσα στο σπίτι…

Μια από τις σοβαρότερες επιπτώσεις της κακοποίησης, είναι αυτή που δεν μπορούμε εύκολα ν’ ανιχνεύσουμε και να μετρήσουμε. Είναι η πολιτιστική αποδοχή της βίας σαν τρόπος συμπεριφοράς, σαν μέθοδος διαπαιδαγώγησης. Επομένως η εξοικείωση των παιδιών με τη βία, είτε λεκτική, είτε ψυχολογική, είτε σωματική, είτε σεξουαλική στο ίδιο το περιβάλλον τους, από τους γονείς τους που είναι τα άτομα της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, είναι το μήνυμα που περνά στην κοινωνία. Η αποδοχή της βίας ως κώδικας επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια, είναι αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά ως αξία της κοινωνικοποίησής τους. Τα παιδιά μπορεί να μην είναι παρόντα στα περιστατικά κακοποίησης της μητέρας τους, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει ένας απόλυτα ειρηνικός και καλοπροαίρετος κακοποιητής που απευθύνεται μόνο σε ένα στόχο της οικογένειας που είναι η μητέρα. Όχι. Απλώς εμείς τείνουμε συχνά ν’ απλουστεύουμε αυτές τις καταστάσεις. Ναι μπορεί να μην είναι παρών το παιδί, αλλά ζει την κουλτούρα και τη συμπεριφορά αυτή μέσα στο σπίτι και καλείται ν’ αντισταθεί – είτε να βγάλει τον ρόλο του ειρηνοποιού, ενοχοποιείται, είτε οπωσδήποτε θα πάρει θέση μέσα του, βλέπει ποιος είναι το θύμα και ποιος ο δράστης, αλλά δεν μπορεί εύκολα ούτε ν’ αμυνθεί, ούτε να πάρει θέση, γιατί πολύ απλά υπάρχει ο φόβος, ο κώδικας της σιωπής, η απειλή για τα χειρότερα αν μιλήσει και αν παρέμβει… Και όλο αυτό το σκηνικό αποτελεί μια εξαιρετικά δυσάρεστη και επώδυνη θέση του παιδιού μάρτυρα της ενδοοικογενειακής βίας».

Το πρόγραμμα φύλαξης και διαπαιδαγώγησης παιδιών
Παρουσιάζοντας το πρόγραμμα φύλαξης και διαπαιδαγώγησης παιδιών στους χώρους φιλοξενίας η προϊσταμένη του προγράμματος Μαρία Ψύχα ανέφερε ότι αυτό στεγάζεται στους χώρους φιλοξενίας σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο και στελεχώνεται από ειδικούς επαγγελματίες. Είπε ότι από τον Ιανουάριο του 2022 μέχρι και τον Οκτώβρη του 2022 φιλοξενήθηκαν στον χώρο φιλοξενίας Λευκωσίας 180 παιδιά, στη Λεμεσό 128 και στην Πάφο 56. Στο σύνολο έλαβαν στήριξη από το πρόγραμμα 364 παιδιά.
Πρόσθεσε ότι «στόχοι του προγράμματος είναι να βοηθήσει τις γυναίκες θύματα στην ενίσχυση του γονικού τους ρόλου, να καλύψει κοινωνικές και συναισθηματικές ανάγκες τόσο των παιδιών όσο και των γυναικών, να επιβλέπει και παρακολουθεί πιθανά προβλήματα υγείας των παιδιών, να βοηθήσει στη σωματική, νοητική, ψυχοκοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, να παρέχει φροντίδα σε θέματα ατομικής υγιεινής και διατροφής των παιδιών, να φροντίσει παιδιά με ιδιαιτερότητες, να παρέχει δραστηριότητες για τα παιδιά με στόχο τη δημιουργική απασχόληση, να παρέχει πληροφορίες και καθοδήγηση στις μητέρες για θέματα διαβίωσης των παιδιών και 24ωρη επίβλεψη των παιδιών σε περιπτώσεις μετακίνησης της μητέρας, καθώς και ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας. Η αναγκαιότητα του προγράμματος στηρίζεται στη δυσκολία εξασφάλισης εργασίας και εισοδήματος.

Ως απόρροια της κακοποίησης, οι γυναίκες συχνά αναγκάζονται να ξεκινήσουν την ζωή τους από την αρχή. Συμπεριλαμβανομένου του εντοπισμού θέσης εργασίας, χώρου διαμονής, τη σωματική και ψυχολογική αποκατάσταση. Ως αποτέλεσμα υπάρχει κίνδυνος επιστροφής στην κακοποιητική σχέση, οικονομική εξάρτηση από τον δράστη, οικονομική εξασθένηση και χρονιότητα εξάρτησης από την επιδοματική πολιτική. Μεγάλο ποσοστό των θυμάτων παρουσιάζουν έκπτωση στον γονικό ρόλο. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η απομάκρυνση των παιδιών από την οικογένεια και η αύξηση γενεδιακής επίβλεψης από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και ο κίνδυνος επαναθυματοποίησης των παιδιών σε περιπτώσεις επαναμετακίνησης τους σε χώρους παιδικής προστασίας ή σε αναδοχή». Σε σχέση με τα αποτελέσματα του προγράμματος η Μαρία Ψύχα ανέφερε ότι «οι γυναίκες κατάφεραν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας αναπτύσσοντας έτσι την παραγωγικότητα τους, η εξάρτηση από την επιδοματική πολιτική έχει ελαχιστοποιηθεί και το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας στα θύματα έχει αυξηθεί, ενώ ο κίνδυνος επιστροφής στην κακοποιητική σχέση έχει μειωθεί. Επίσης τα θύματα λαμβάνουν την κατάλληλη βοήθεια για να ενισχύσουν τον γονικό τους ρόλο και τα παιδιά λαμβάνουν πλέον την κατάλληλη στήριξη και φροντίδα αναπτύσσοντας κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες.
Τέλος, τόσο οι γυναίκες όσο και τα παιδιά μπορούν πιο εύκολα να επανενταχθούν πίσω στην κοινωνία ως μονογονεϊκές οικογένειες, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο επιστροφής και επαναθυματοποίησης».
«Το κράτος να μας δώσει τα εφόδια»
Δρ Άνδρη Ανδρονίκου, επιστημονική διευθύντρια ΣΠΑΒΟ: «Δεν είναι ξενοδοχείο ο χώρος φιλοξενίας. Από τη στιγμή που μια γυναίκα μαζί με τα παιδιά της μπαίνει σ’ ένα χώρο φιλοξενίας, σημαίνει ότι κινδυνεύει η ζωή της. Πρόκειται για περιπτώσεις που η Αστυνομία και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με ειδικό εργαλείο αξιολόγησης το οποίο χρησιμοποιεί και ο ΣΠΑΒΟ, αξιολογούν ότι αυτή η γυναίκα είναι υψηλής επικινδυνότητας για γυναικοκτονία και γι’ αυτό φιλοξενείται μαζί με τα παιδιά της. Επομένως κρατώντας ως βασική αρχή τον λόγο που βρίσκεται εκεί και τη διαδικασία μέσω της οποίας φτάνει στον χώρο φιλοξενίας, δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ ότι αυτό το παιδί είναι ασφαλές με οποιαδήποτε διαδικασία να έρθει σε επαφή με ένα δράστη ο οποίος το οδήγησε εκεί μαζί με τη μητέρα του. Δεν έχω επιτρέψει εκτέλεση δικαστικού διατάγματος επικοινωνίας στο καταφύγιο. Οφείλει το κράτος, ο νόμος, η πολιτεία να δώσει σε εμάς τους επαγγελματίες εκείνα τα εφόδια για να μπορούμε κι εμείς να λειτουργούμε με ασφάλεια και να εφαρμόζουμε σωστά τη δεοντολογία μας. Το θέμα της βίας δεν αφορά μόνο το ΣΠΑΒΟ, αφορά πολλές κρατικές υπηρεσίες, αφορά τα υπουργεία-υφυπουργεία Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας, Οικονομικών, Επικοινωνιών και Έργων, τα πανεπιστήμια, μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Έχουμε όλοι ευθύνη απέναντι στα θέματα της βίας και οφείλουμε όλοι να συμβάλουμε στο μέγιστο και να βάλουμε το δικό μας λιθαράκι για να υπάρξει η αλλαγή και η μεταρρύθμιση της παιδικής προστασίας».
ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ
Μια καρδιά στο χρώμα τ’ ουρανού
Το εξάχρονο κοριτσάκι κρυφάκουσε τη συζήτηση των γονιών του πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Δεν ύψωσαν τον τόνο της φωνής τους. Δεν αλληλοβρίστηκαν. Δεν αντάλλαξαν λόγια που πληγώνουν. Η μικρή όμως έπιασε την ένταση στον αέρα. Είδε τα τραβηγμένα πρόσωπα. Άκουσε τις εκρηκτικές σιωπές, που φώναζαν την τελειωμένη πια, σχέση τους… Πήρε μια άσπρη κόλλα κι ένα γαλάζιο μαρκαδόρο κι έφτιαξε μια τεράστια καρδιά. Να τη διαπερνά το βέλος της αγάπης. «Παπά» και «μάμα» έγραψε μέσα στην καρδιά, με τα ορνιθοσκαλίσματά του. Κι έσπρωξε τη ζωγραφιά κάτω από την πόρτα. Πάγωσαν και οι δύο. Εκείνος πήρε από κάτω το χαρτί. Άνοιξε την πόρτα. Το παιδί δεν έκλαιγε. Τίποτα δεν είπε. Τους κοίταζε σοβαρό. Και σοβαρό δέχτηκε τα φιλιά και τα δήθεν χαρούμενα γέλια τους. Ήταν ζέστη, αλλά ο άντρας ένιωσε να κρυώνει. Προχώρησε προς την έξοδο με κομμένα γόνατα… κοίταξε πάνω τον ουρανό. Είχε το γαλάζιο χρώμα της καρδιάς που του έφτιαξε η κόρη του –το ίδιο γλυκό και πικρό γαλάζιο.