Τα ζητήματα που προκύπτουν κατά την κράτηση ατόμων διεμφυλικής ταυτότητας (τσανσέξουαλ), λόγω έλλειψης θεσμοθετημένων διαδικασιών, αναδεικνύονται μέσα από την καταδίκη 23χρονης από τη Βραζιλία. Πρόκειται για διεμφυλικό άτομο, που αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα και διαθέτει νομική αναγνώριση της ταυτότητάς της. Η 23χρονη ζήτησε να τοποθετηθεί στις γυναικείες φυλακές. Ωστόσο, «τοποθετήθηκε προσωρινά» σε ξεχωριστό χώρο, εκτός του γενικού πληθυσμού, προκειμένου, σύμφωνα με τις Κεντρικές Φυλακές, «ν’ αποτραπεί ο κίνδυνος στοχοποίησης ή βίας». Η 23χρονη καταδικάστηκε την Τρίτη, από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, σε 6 χρόνια φυλάκιση για μεταφορά 890 γραμμαρίων κοκαΐνης.
Το Δικαστήριο έλαβε σοβαρά υπόψη, ως ελαφρυντικούς παράγοντες, τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κατά την κράτησή της, με τη συνήγορό της, Ευανθία Κωνσταντίνου, να ζητά μόνιμη ρύθμιση. «Είναι γενικά αναγνωρισμένο ότι τα σωφρονιστικά συστήματα, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και διεθνώς, καλούνται να διαχειριστούν πρακτικές προκλήσεις σε περιπτώσεις κρατουμένων με ιδιαίτερες ευαλωτότητες, ακόμη και όταν καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια στο πλαίσιο των υφιστάμενων δομών. Δεδομένου ότι η υφιστάμενη ρύθμιση είναι προσωρινή, αναμένουμε από το Τμήμα Φυλακών και τους αρμόδιους φορείς να συνεχίσουν την αξιολόγηση της κατάστασης και, με γνώμονα τις ευρωπαϊκές και διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, να προχωρήσουν σε μόνιμη ρύθμιση, με πλήρη σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια», ανέφερε στον «Φ» η κ. Κωνσταντίνου.
Ενώπιον του Δικαστηρίου είχε ζητήσει επιείκεια για την 23χρονη, λόγω της άμεσης παραδοχής της και του λευκού ποινικού της μητρώου. Σημείωσε ακόμη, πως η έκτιση της ποινής της θα συνοδεύεται από αυξημένο αίσθημα ανασφάλειας, απομόνωσης και καθημερινής ψυχολογικής επιβάρυνσης, αφού δεν ομιλεί την ελληνική ή την αγγλική γλώσσα, με αποτέλεσμα ν’ αντιμετωπίζει ήδη σοβαρούς περιορισμούς στην επικοινωνία, στην κοινωνικοποίηση και στη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά ή αναμορφωτικά προγράμματα.
Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο έλαβε σοβαρά υπόψη και επιστολή της αναπληρώτριας διευθύντριας των Κεντρικών Φυλακών, που ανέφερε πως «αντιμετώπισε το ζήτημα, σεβόμενο την προσωπικότητα της κατηγορούμενης και γενικότερα όσα προνοούνται από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CTP)». Στην επιστολή αναφέρεται, όπως σημειώνει το Δικαστήριο, πως η 23χρονη τοποθετήθηκε σε ξεχωριστό χώρο προκειμένου ν’ αποτραπεί οποιοσδήποτε κίνδυνος στοχοποίησης ή βίας. Για την ενέργεια αυτή, συνυπολογίστηκε το γεγονός, όπως προστίθεται, «ότι η κατηγορούμενη επικοινωνεί μόνο στην πορτογαλική γλώσσα, καθώς επίσης και ότι, τυχόν εγκλεισμός της σε πλήρως μεμονωμένο χώρο, θα ελλόχευε κινδύνους ιδιαίτερης επιβάρυνσης, αλλά και ενδεχόμενης απομόνωσης της, κάτι που δεν συνάδει με τα διεθνή πρότυπα κρατουμένων». Οι Κεντρικές Φυλακές, σημειώνεται, έδωσαν «ειδικές οδηγίες για αυξημένη εποπτεία, αποτροπή παρενόχλησης και διασφάλιση η κατηγορούμενη θα τυγχάνει πρόσβασης στις βασικές υπηρεσίες και δραστηριότητες των φυλακών και σε ψυχοκοινωνική υποστήριξη, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό εντός των υπαρκτών περιορισμών ασφαλείας και υποδομών».
Στην επιστολή υποστηρίζεται, επίσης, πως το γεγονός της μη μεταφοράς της κατηγορούμενης στις γυναικείες φυλακές, δεν αποτελεί άρνηση ή υποτίμηση της ταυτότητας του φύλου της, παρά μόνο «προσωρινή, αιτιολογημένη και επανεξεταζόμενη επιλογή ασφάλειας, επιτρεπτή σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, όταν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι προστασίας τόσο της ίδιας, όσο και τρίτων». Τέλος, το Τμήμα Φυλακών διαβεβαίωσε πως «προσαρμόζει τα μέτρα με γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την απαγόρευση εξευτελιστικής μεταχείρισης, την ίση μεταχείριση και τη μέγιστη δυνατή προστασία όλων των προσώπων που τελούν υπό τη φύλαξη του».
Την απείλησαν και την εξανάγκασαν να καταπιεί κοκαΐνη
Η ιστορία της 23χρονης έχει πολλές δραματικές πτυχές, που λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες, αφού από 14 ετών άρχισε να υποβάλλεται σε εγχειρήσεις για αλλαγή φύλου, ενώ, λόγω αυτού, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη της και μετέβηκε στο Σάο Πάολο, όπου διέμενε με άλλη τρανσέξουαλ. Το πρόσωπο αυτό εξαφανίστηκε και η κατηγορούμενη άρχισε να λαμβάνει απειλές εναντίον της και της οικογένειάς της, λόγω οικονομικών οφειλών της συγκατοίκου της. «Λόγω αδυναμίας της κατηγορούμενης να εξεύρει τα απαιτούμενα χρήματα, αλλά και της φύσης των απειλών που της έγιναν (συνοδεύονταν με αποστολή των στοιχείων και των φωτογραφιών συγγενικών της προσώπων), υπέκυψε σε αυτές και αποδέχθηκε, εν είδει εξόφλησης των οφειλομένων της φίλης της, να μεταφέρει τα ναρκωτικά», αναφέρει το δικαστήριο.
Η ίδια ανέφερε πως την ανάγκασαν να καταπιεί σκευάσματα με κοκαΐνη, ωστόσο, έκρυψε μέρος των ναρκωτικών στα εσώρουχά της. Η 23χρονη συνελήφθη στις 21 Οκτωβρίου 2025 στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όταν έφτασε με πτήση από το Κατάρ. Όταν της έγινε έλεγχος εντοπίστηκαν στα εσώρουχά της συσκευασίες με 540 γραμμάρια κοκαΐνης. Ακολούθως, είπε πως κατάπιε και 35 αυγοειδείς συσκευασίες με κοκαΐνη, βάρους 350 γραμμαρίων, τις οποίες απέβαλε στο νοσοκομείο Λάρνακας.