Τον καθοριστικό ρόλο του δεσμού γονέα-παιδιού, όχι μόνο στην κατανόηση των δυσκολιών της διατροφικής διαταραχής, αλλά και ως βασικό θεραπευτικό εργαλείο ανέδειξε η εκδήλωση με τίτλο «Γέφυρες εμπιστοσύνης: Ενισχύοντας τον δεσμό γονιού–παιδιού στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών» που οργάνωσε στις 21 Ιανουαρίου 2026 στην παλιά Λευκωσίαο Παγκύπριος Σύνδεσμος Διατροφικών Διαταραχών.

Έγινε αρχικά σύντομη παρουσίαση δύο βιβλίων – του βιογραφικού μυθιστορήματος του δρος Κώστα Κατσώνη ιδρυτή και επίτιμου προέδρου του Συνδέσμου με τίτλο «Οι δύο φωνές» για την πάλη της κόρης του με την ανορεξία και του παιδικού-εφηβικού βιβλίου της  Μαίριλυν Ζαννέτου με τίτλο «Το κορίτσι που ήθελε μόνο να χωρέσει».

Το κυρίως μέρος της εκδήλωσης περιλάμβανε συζήτηση με τη συμμετοχή πέντε γυναικών επαγγελματιών υγείας που επικεντρώθηκε στον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας σε όλη τη διάρκεια της πορείας ανάρρωσης – των παιδοψυχιάτρων δρος Ειρήνης Λόρδου και δρος Ζωής Κυπριανού, της κλινικής ψυχολόγου Έλενας Αριστοδήμου, της κλινικής διαιτολόγου Ελίνας Αγκαστινιώτη και της εκπαιδευτικής ψυχολόγου Σιμόνης  Αγκαστινιώτη. Τη συζήτηση συντόνισε η σύμβουλος και καθοδηγήτρια αποκατάστασης διατροφικών διαταραχών και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Παγκύπριου Συνδέσμου Στήριξης Ατόμων με Διατροφικές Διαταραχές Άννη Μαρκιτανή. Συγκλονιστική είναι η προσωπική μαρτυρία της κυρίας Μαρκιτανή στον «Φ» για την 10χρονη πάλη της με μια διατροφική διαταραχή «πριν καταφέρει να ξαναβρεί πλήρως τον εαυτό της», όπως μας είπε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την πρόεδρο του Συνδέσμου Άντρεα Κωνσταντινίδου «οι διατροφικές διαταραχές έχουν μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση και δεν αφορούν μόνο το φαγητό ή το σώμα, αλλά κυρίως τις σχέσεις, την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία. Συχνά λειτουργούν ως μηχανισμός ελέγχου και επιβίωσης σε συνθήκες φόβου και ανασφάλειας, ενώ η ανάρρωση ξεκινά από τη σχέση και όχι από το πιάτο».

Η ανάγκη μας για αυθεντική σύνδεση

«Είμαι μία επαγγελματίας που έχει αναρρώσει» ανέφερε στην εφημερίδα μας η Άννη Μαρκιτανή και πρόσθεσε: «Η διατροφική διαταραχή υπήρξε το παρελθόν που ποτέ δεν θα ευχόμουν, αλλά ταυτόχρονα και η πηγή πολύτιμων μαθημάτων, γνώσεων και εμπειριών, τις οποίες δεν θα αντάλλασσα με τίποτα. Έμαθα να την αγκαλιάζω, να την τιμώ και να τη μοιράζομαι με άλλους, ως μια υπενθύμιση ελπίδας. Η σύνδεση είναι κάτι που όλοι έχουμε ανάγκη και είμαστε «φτιαγμένοι» να την αναζητούμε. Είναι μια έμφυτη κινητήρια δύναμη στη ζωή μας. Μια διατροφική διαταραχή μπορεί πιο εύκολα να ριζώσει όταν υπάρχει αίσθημα αποσύνδεσης. Οι υποστηρικτικές σχέσεις — είτε με φίλους, είτε με οικογένεια, είτε με επαγγελματίες υγείας ή μέντορες — είναι καθοριστικές για την ανάρρωση. Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, όταν δεν νιώθουμε πραγματικά συνδεδεμένοι με τους ανθρώπους — και ιδιαίτερα με τους δικούς μας ανθρώπους — αναζητούμε υποκατάστατα για να καλύψουμε αυτή την ανάγκη. Τα υποκατάστατα μπορεί να πάρουν πολλές μορφές, όπως για παράδειγμα: αλκοόλ, ουσίες, σεξ ή μια διατροφική διαταραχή Αποδεχόμενοι την ανθρώπινη ανάγκη μας για αυθεντική σύνδεση και μαθαίνοντας πώς να τη δημιουργούμε με υγιή τρόπο, μπορούμε να μειώσουμε ή να ανακουφίσουμε την παρόρμηση για διατροφικές συμπεριφορές και να φέρουμε ίαση και πληρότητα στη ζωή μας. Ίσως κάποιος έχει σοβαρούς λόγους να απομακρυνθεί από τους ανθρώπους γύρω του, ή ίσως οι σχέσεις αυτές χάθηκαν με άλλον τρόπο. Όμως ανεξάρτητα από το πώς ή το γιατί σταμάτησε να βασίζεται στους άλλους για συναισθηματική στήριξη και σύνδεση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο».

Τα δύο βιβλία που συζητήθηκαν στην εκδήλωση

Νιώθοντας χειρότερα πριν να νιώσεις καλύτερα…

Όπως υπογράμμισε η κυρία Μαρκιτανή, «το να μάθουμε να απευθυνόμαστε ξανά στους ανθρώπους – ξεκινώντας από τους πιο κοντινούς μας, αυτούς που θεωρούμε οικογένεια και κάποιες φορές αρχικά από ένα άτομο της θεραπευτικής ή υποστηρικτικής μας ομάδας (και αυτό είναι απολύτως εντάξει) – μπορεί να αποτελέσει ένα θεμελιώδες πρώτο βήμα. Ένα βήμα που μας βοηθά να αλλάξουμε τη μέχρι τώρα δυναμική μας και να ανακαλύψουμε πώς η σύνδεση με τους άλλους μπορεί να μας βοηθήσει να σπάσουμε παλιά μοτίβα, να νιώσουμε τα συναισθήματά μας, να αμφισβητήσουμε τις σκέψεις μας, να θεραπεύσουμε βαθύτερα ζητήματα και να αλλάξουμε την πορεία της ζωής μας. Μου αρέσει συχνά να χρησιμοποιώ την αναλογία ότι η σχέση μας με το φαγητό μοιάζει πολύ με τη σχέση μας με τους ανθρώπους ή με τη ζωή – και το αντίστροφο. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και της ιδιοσυγκρασίας μας εκφράζονται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε απέναντι στο φαγητό είναι πολύ πιθανό να μοιάζει με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους. Για παράδειγμα αν φοβάσαι να δοκιμάσεις καινούργια φαγητά και είσαι υπερβολικά επικριτικός ή καχύποπτος απέναντί τους, είναι πιθανό να είσαι αντίστοιχα φοβικός και επικριτικός και απέναντι σε νέους ανθρώπους ή σχέσεις. Η βελτίωση της σχέσης μας με τους ανθρώπους μπορεί να βοηθήσει και στη βελτίωση της σχέσης μας με το φαγητό – και το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: βελτιώνοντας τη σχέση μας με το φαγητό, είναι πολύ πιθανό να βελτιωθεί και η σχέση μας με τους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι οι αλλαγές σε οποιονδήποτε από τους δύο αυτούς τομείς είναι πιθανό να ωφελήσουν και τους δύο. Σε σχεδόν κάθε άλλη ασθένεια, όταν κάποιος αρχίζει να αναρρώνει, νιώθει καλύτερα. Η ανάρρωση από μια διατροφική διαταραχή, όμως, δεν μοιάζει έτσι – τουλάχιστον όχι στην αρχή. Όταν ξεκινούν οι πρώτες αλλαγές, όπως η αποκατάσταση βάρους, η διακοπή των επεισοδίων υπερφαγίας ή η αντίσταση στην παρόρμηση για κάθαρση, είναι πολύ πιθανό το άτομο να νιώσει χειρότερα… Η βοήθεια όμως έρχεται μέσα από το να απευθύνεσαι στους άλλους και να μαθαίνεις να συνδέεσαι μαζί τους με έναν τρόπο που να σου ταιριάζει και να είναι αληθινός για σένα».

Αλλάζοντας τη δική σου πραγματικότητα!

Κατέληξε με τα εξής η Άννη Μαρκιτανή: «Για μένα η οικογένεια κατέχει την πιο ξεχωριστή και κυρίαρχη θέση και τη θεωρώ το μεγαλύτερο «χαρτί» που είχα με το μέρος μου για να ξεπεράσω τις πιθανότητες και να υπερβώ το συνταγογραφημένο αναμενόμενο που δεν ήταν άλλο από το ότι δεν είχα καμιά πιθανότητα να γίνω καλά. Τους ευχαριστώ για το ότι δεν τα παράτησαν, ακόμη κι όταν εγώ ήμουν έτοιμη να το κάνω πολλές φορές στην πορεία. Για το ότι στάθηκαν δίπλα μου μέχρι να καταφέρω να διασχίσω τον λαβύρινθο αυτής της εσωτερικής μάχης, μέχρι να φτάσω στην πλήρη ανάρρωση — μέχρι να ξαναγεννηθώ. Και τότε, ξαναγεννήθηκαν κι εκείνοι. Η μεταξύ μας διαδρομή ήταν εξαιρετικά δύσκολη, με τις οικογενειακές δυναμικές να δοκιμάζονται στα άκρα. Υπήρξαν καβγάδες, ένταση, απελπισία, βαριές σιωπές, έντονο αίσθημα ανημποριάς, δεκάδες «συμβόλαια» που μου έβαζε ο πατέρας μου να υπογράψω ως δέσμευση ότι θα ακολουθώ τους θεραπευτικούς μου στόχους, αναχωρήσεις για θεραπεία στο εξωτερικό, πολλές υποτροπές, αποδράσεις από θεραπευτικά κέντρα, επαγγελματίες σε διάφορα μέρη του κόσμου να φτάνουν στα όριά τους — και αρκετοί να με παρατούν. Κι όμως, παρά όλα αυτά ανάρρωσα πλήρως.  Η εμπλοκή της οικογένειάς μου — παρόλο που τότε δεν ήμουν σε θέση ούτε διέθετα την απαραίτητη συναισθηματική αντικειμενικότητα για να το αναγνωρίσω, καθώς βρισκόμουν ακόμη μέσα στις συμπεριφορές της διατροφικής διαταραχής — ήταν συνώνυμη με ανθεκτικότητα, αφοβία, άνευ όρων αγάπη, αδιάκοπη προσπάθεια, ακούραστη φροντίδα, επιμονή και πίστη και φυσικά πολλά σενάρια δοκιμής και λάθους.  Πίστεψαν σε μένα όταν δεν τους έδινα κανέναν λόγο να το κάνουν και ακόμη κι όταν ειδικοί τους έλεγαν ότι δεν θα έπρεπε. Τόσο πολύ, που κάποια στιγμή άρχισα κι εγώ να τα βλέπω όλα καθαρά — και αυτό συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τη στιγμή που άρχισα να αισθάνομαι μια βαθιά εσωτερική μετατόπιση και με αυτό αναφέρομαι σε μια αλλαγή που περιλαμβάνει τη γνώση του πώς να απελευθερώνεις συναισθηματικά μπλοκαρίσματα και λανθασμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό σου και κατ’ επέκταση την απόκτηση της τέχνης του να αλλάζεις τη δική σου πραγματικότητα. Όταν ξεπέρασα μια πολύ δυσλειτουργική σχέση που είχα μαζί τους, δεν βρήκα μόνο τον εαυτό μου — βρήκα κι εκείνους, βρήκα τους άλλους, βρήκα τη ζωή. Και από τότε δεν τους άφησα ποτέ».

Αγάπη, φόβος, ενοχή, ελπίδα

«Η ανάρρωση, ιδιαίτερα όταν αφορά παιδιά και εφήβους, δεν αποτελεί μια απλή ή γραμμική διαδικασία, είναι σύνθετη, βαθιά ανθρώπινη και άρρηκτα συνδεδεμένη με τις σχέσεις μέσα στις οποίες εκτυλίσσεται» είπε μεταξύ άλλων στην παρέμβασή της στη συζήτηση η κλινική ψυχολόγος Έλενα Αριστοδήμου. Πρόσθεσε ότι «παρότι η δημόσια συζήτηση συχνά εστιάζει στο άτομο – στα συμπτώματα, τις συμπεριφορές και την ατομική ανθεκτικότητα – η θεραπεία δεν συμβαίνει στο κενό. Κανένα παιδί δεν αναρρώνει μόνο του, αφού η οικογένεια αποτελεί κεντρικό πλαίσιο της θεραπευτικής πορείας. Ο ρόλος της οικογένειας στην ανάρρωση είναι πολυδιάστατος. Μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και ενδυναμωτικά, αλλά και αποσταθεροποιητικά, συχνά ταυτόχρονα. Αυτό δεν συνιστά αποτυχία, αλλά αντανάκλαση της έντασης συναισθημάτων που κινητοποιούνται όταν ένα παιδί υποφέρει: αγάπη, φόβος, ενοχή, ελπίδα και αίσθηση ανημπόριας. Από ψυχολογική σκοπιά, η οικογένεια νοείται ως ένα ζωντανό σύστημα που αναδιοργανώνεται γύρω από τη δυσκολία. Οι ρόλοι, τα όρια και οι τρόποι επικοινωνίας μεταβάλλονται, επηρεάζοντας όλα τα μέλη. Η ανάρρωση επομένως δεν αφορά μόνο την αλλαγή του παιδιού, αλλά και την εξέλιξη της οικογένειας. Οι γονείς συχνά αναζητούν σαφείς απαντήσεις και βεβαιότητες, όμως η θεραπευτική διαδικασία απαιτεί αντοχή στην αβεβαιότητα. Ο φόβος μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικό έλεγχο ή σύγκρουση, αλλά με την κατάλληλη υποστήριξη η οικογένεια μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρή θεραπευτική δύναμη. Καθοριστική είναι η μετατόπιση από το ερώτημα «πώς σταματάμε το πρόβλημα» στο «τι σημαίνει αυτή η εμπειρία». Οι θεραπευτές συχνά λειτουργούν ως «μεταφραστές», διευκολύνοντας την κατανόηση και την επικοινωνία. Η ανάρρωση δεν περιορίζεται στη μείωση των συμπτωμάτων αλλά περιλαμβάνει την αναδόμηση της ταυτότητας, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την επιδιόρθωση των σχέσεων μετά τη ρήξη. Σε αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της οικογένειας είναι πρωτίστως σχεσιακός: να συνοδεύει, να μαθαίνει πότε να παρεμβαίνει και πότε να εμπιστεύεται, δημιουργώντας χώρο για ουσιαστική αλλαγή».

Μια σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία

Οι παιδοψυχίατροι δρ Ζωή Κυπριανού και δρ Ειρήνη Λόρδου προσέγγισαν το ζήτημα τόσο μέσα από την κλινική τους εμπειρία, αλλά και από τη σκοπιά της συστημικής θεραπείας. Ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι «οι διατροφικές διαταραχές δεν περιορίζονται στο φαγητό ή στο σωματικό βάρος, αλλά αποτελούν σύνθετες ψυχοσωματικές καταστάσεις οι οποίες συχνά εκφράζουν βαθύτερες συναισθηματικές ανάγκες, όπως η ανάγκη για έλεγχο, ασφάλεια, αποδοχή και αναγνώριση. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της σύγχρονης εποχής, όπου κυριαρχούν έντονα και συχνά μη ρεαλιστικά πρότυπα εικόνας και επιτυχίας. Παιδιά και έφηβοι καλούνται να προσαρμοστούν σε εικόνες που δεν αφήνουν χώρο για τη διαφορετικότητα και την αυθεντική έκφραση του εαυτού τους. Η πίεση αυτή οδηγεί συχνά σε εσωτερική υπερφόρτωση συναισθημάτων, σύγχυση ταυτότητας και χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενισχύοντας την αντίσταση απέναντι στη θεραπεία, καθώς και τη δυσκολία εμπιστοσύνης προς την οικογένεια και τον θεραπευτή. Μέσα από τη συστημική προσέγγιση, η οικογένεια δεν αντιμετωπίζεται ως «αίτιο» της διαταραχής, αλλά ως ένα δυναμικό σύστημα σχέσεων που μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων, η ενσυναίσθηση και η δημιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου επικοινωνίας αποτελούν βασικούς παράγοντες στήριξης. Η μείωση της κριτικής και του ελέγχου γύρω από το φαγητό ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης, επιτρέποντας στο παιδί ή τον έφηβο να εκφράσει τις εσωτερικές του συγκρούσεις χωρίς να τις μεταφέρει στο σώμα. Παράλληλα προκύπτει η ανάγκη ανάπτυξης προγραμμάτων ομαδικών παρεμβάσεων στήριξης, τόσο για τους γονείς όσο και για τα παιδιά και τους εφήβους. Οι ομαδικές παρεμβάσεις προσφέρουν έναν ασφαλή χώρο μοιράσματος εμπειριών και δυσκολιών, ενισχύουν την αλληλοϋποστήριξη και συμβάλλουν στη μείωση του αισθήματος μοναξιάς που συχνά συνοδεύει τις διατροφικές διαταραχές. Η αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών αποτελεί μια σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία που απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία, χρόνο και συνέπεια, με την οικογένεια ενεργό σύμμαχο στη θεραπευτική πορεία. Η ενίσχυση του δεσμού γονιού-παιδιού δεν είναι απλώς υποστηρικτική, αλλά συνιστά θεμέλιο για τη θεραπεία, την αποκατάσταση και τη ψυχική ανθεκτικότητα».

Στιγμιότυπο από τη συζήτηση της 21ης Ιανουαρίου

Δεν χρειάζονται τέλειοι αλλά…παρόντες γονείς

«Είναι σημαντικό οι συζητήσεις για τη διατροφή, ακόμα κι αν φαίνονται «αθώες» ή καλοπροαίρετες να αποφεύγονται» τόνισε η κλινική διαιτολόγος Eλίνα Αγκαστινιώτη. Πρόσθεσε ότι «συζητήσεις για θερμίδες, κιλά, «καλά/κακά» φαγητά ή δίαιτες μπορεί να ενεργοποιήσουν σκέψεις και συμπεριφορές της διαταραχής. Μπορεί ακόμα να σαμποτάρουν την ανάρρωση. Ακόμα και θετικά σχόλια για απώλεια βάρους ή «υγιεινές επιλογές» μπορεί να ενισχύσουν τη διαταραχή αντί τη θεραπεία». Από τη δική της πλευρά η εκπαιδευτική ψυχολόγος Σιμόνη Αγκαστινιώτη υπογράμμισε ότι «οι γονείς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην πρόληψη, όσο και στην  υποστήριξη των παιδιών με διατροφικές διαταραχές. Οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια είναι σημαντικό να βασίζονται στην ανοιχτή επικοινωνία, στην εμπιστοσύνη και στην αποδοχή. Όταν οι γονείς συμμετέχουν ενεργά και υποστηρικτικά, γίνονται πυλώνες ασφάλειας και σταθερότητας που μπορούν να κάνουν πραγματική διαφορά στη ζωή των εφήβων. Οι γονείς δεν είναι μόνοι σε αυτό το ταξίδι, καθώς υπάρχει μια ομάδα ειδικών που μπορεί να υποστηρίζει και να καθοδηγεί όλη την οικογένεια προς τη θεραπεία. Άλλωστε οι γονείς πρέπει να θυμούνται πάντα πως τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους αλλά παρόντες γονείς».