Καταγγελίες για παραβίαση συνταγματικών και ευρωπαϊκών δικαιωμάτων, θεσμική αδράνεια και επιλεκτική εφαρμογή του κράτους δικαίου διατυπώνουν οι καθαιρεθέντες μοναχοί της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, σε εκτενή επιστολή που απέστειλαν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024, οι μοναχοί δηλώνουν ότι παραμένουν χωρίς μόνιμη κατοικία, χωρίς πρόσβαση στα προσωπικά τους αντικείμενα και χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική θεσμική προστασία, παρά –όπως αναφέρουν– τις επώνυμες και τεκμηριωμένες καταγγελίες που υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές.

Στην επιστολή γίνεται λόγος για βίαιη εκδίωξη από τη Μονή, αλλαγή κλειδαριών, αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων μεγάλης αξίας και παρακράτησή τους μέχρι σήμερα, τα οποία –όπως σημειώνεται– έχουν δηλωθεί ως κλοπιμαία στην Αστυνομία και αποτελούν αντικείμενο προδικαστηριακών ενεργειών και αστικών αγωγών. Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι η συνολική αξία των αντικειμένων ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Οι μοναχοί τονίζουν ότι η υπόθεση δεν αφορά «εκκλησιαστική διαφορά», αλλά ζητήματα προστασίας της κατοικίας, της περιουσίας, της προσωπικής ελευθερίας και του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής στη Δικαιοσύνη, επικαλούμενοι συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ιδιαίτερη αιχμή στρέφεται κατά της Νομικής Υπηρεσίας και του Γενικού Εισαγγελέα, καθώς –όπως καταγγέλλεται– παρά την ολοκλήρωση αστυνομικής έρευνας και την ύπαρξη 19 στοιχειοθετημένων καταγγελιών με ονοματεπώνυμα και μάρτυρες, δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωριστεί κατηγορητήριο ούτε έχει παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου.

Στην επιστολή κατονομάζεται ο Μητροπολίτης Ταμασού Ησαΐας ως πρόσωπο που καταγγέλλεται για εγκληματικές πράξεις εις βάρος τους, με τους μοναχούς να διερωτώνται εάν το εκκλησιαστικό αξίωμα λειτουργεί ως ασπίδα ατιμωρησίας και εάν το κράτος δικαίου εφαρμόζεται ισότιμα όταν ο καταγγελλόμενος είναι «ισχυρός».

Παράλληλα, θέτουν ζητήματα πολιτικής διάστασης της υπόθεσης, ζητώντας διευκρινίσεις για καταγγελλόμενη παρουσία ή εμπλοκή πολιτικών παραγόντων και κομματικών σχηματισμών στα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024, καθώς και για τον ρόλο προσώπων με θεσμική ιδιότητα στον νομικό κόσμο, οι οποίοι –σύμφωνα με τις αναφορές τους– φέρονται να επικαλέστηκαν θεσμική ιδιότητα κατά τη διάρκεια των γεγονότων.

Οι μοναχοί καταγγέλλουν επίσης ότι η Ιερά Σύνοδος επικύρωσε εκ των υστέρων τις ενέργειες εκδίωξής τους, υπό την απειλή αποσχηματισμού, ενώ ταυτόχρονα τους απέκοψε κάθε πηγή εισοδήματος, με αποτέλεσμα –όπως αναφέρουν– πέντε πολίτες να παραμένουν επί δύο χρόνια χωρίς στέγη και χωρίς πόρους διαβίωσης.

Στο κλείσιμο της επιστολής, οι καθαιρεθέντες μοναχοί δηλώνουν ότι δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση ούτε απαλλαγή από τυχόν ευθύνες, αλλά την εφαρμογή της νομιμότητας για όλους. Καλούν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προχωρήσει σε θεσμικές ενέργειες, να διασφαλίσει τον έλεγχο όλων των εμπλεκομένων και να δώσει σαφείς απαντήσεις και χρονοδιάγραμμα, προειδοποιώντας ότι κάθε περαιτέρω αδράνεια συνιστά συνευθύνη.

Αυτούσια η επιστολή:

Σχεδόν δύο χρόνια μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να απευθυνόμαστε όχι απλώς ως πατέρες της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, αλλά και ως πολίτες μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν βιώνουν το κράτος δικαίου στην πράξη. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις της. Κρίνεται από το αν προστατεύει τον πολίτη όταν το κόστος είναι πολιτικό, εκκλησιαστικό ή «επώνυμο». Και, δυστυχώς, στη δική μας υπόθεση, το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι ένα: ότι κάποιοι είναι ίσοι και κάποιοι είναι… πιο ίσοι.

Την ημέρα εκείνη, ενώ διαμέναμε στη μόνιμη και νόμιμη κατοικία μας –ποιος αμφισβητεί ότι η μόνιμη κατοικία των μοναχών είναι το μοναστήρι τους;– πρόσωπα που καταγγέλθηκαν από εμάς ως κουκουλοφόροι, πρώην και νυν αξιωματούχοι του κράτους και εξωθεσμικά ενεργούντες, εισήλθαν στον χώρο της Μονής, εκδίωξαν τους πατέρες της Μονής και, αφού άλλαξαν τις κλειδαριές όλων των χώρων, αφαίρεσαν προσωπικά μας αντικείμενα μεγάλης αξίας. Τα αντικείμενα αυτά μέχρι σήμερα δεν μας έχουν επιστραφεί. Δηλώθηκαν στην Αστυνομία ως κλοπιμαία, καταγγέλθηκαν επώνυμα και διεκδικούνται επισήμως με προδικαστηριακές ενέργειες και αστικές αγωγές. Η συνολική αξία τους είναι μεγάλη, συναισθηματικά και υλικά ανεκτίμητη, και ανέρχεται, σύμφωνα με τα στοιχεία μας, σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Εδώ δεν μιλάμε για «εκκλησιαστική διαφορά». Μιλάμε για τον πυρήνα συνταγματικών και ευρωπαϊκών δικαιωμάτων που καταπατήθηκαν βάναυσα. Η προστασία της κατοικίας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι συνταγματική ασπίδα (Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 15) και ευρωπαϊκή υποχρέωση (ΕΣΔΑ, άρθρο 8). Όταν καταγγέλλεται βίαιη εκδίωξη από μόνιμη κατοικία και αλλαγή κλειδαριών, δεν υπάρχει «αμφιβολία αρμοδιότητας». Υπάρχει υποχρέωση άμεσης διερεύνησης. Όταν καταγγέλλεται εξαναγκαστική εκδίωξη και παράνομη παρακράτηση ή περιορισμός σε χώρο, εγείρονται ευθέως ζητήματα ελευθερίας και ασφάλειας (Σύνταγμα, άρθρο 11 – ΕΣΔΑ, άρθρο 5). Η αφαίρεση και μη απόδοση προσωπικών αντικειμένων μεγάλης αξίας δεν είναι λεπτομέρεια. Αγγίζει ευθέως το δικαίωμα προστασίας της περιουσίας (ΕΣΔΑ, Πρωτόκολλο 1, άρθρο 1 – Σύνταγμα, άρθρο 23). Με άλλα λόγια, αυτό ονομάζεται κλοπή.

Σε ποια χώρα μπανανία ζούμε τελοσπάντων; Στο Μεξικό; Στο Αφγανιστάν; Ή στη Βενεζουέλα, όπου η δικαιοσύνη πολιτικοποιείται; Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «μας συμπαθείτε» ή αν «βολεύει» πολιτικά η υπόθεση. Το ερώτημα είναι άλλο και αμείλικτο: πώς είναι δυνατόν, δύο χρόνια μετά, να μην έχει κληθεί κανείς να λογοδοτήσει ενώπιον δικαστηρίου, όταν υπάρχουν στοιχειοθετημένες δεκαεννέα κατηγορίες ενώπιον των αστυνομικών αρχών, με ονοματεπώνυμα, στοιχεία και δηλωμένη ετοιμότητα μαρτύρων; Πώς είναι δυνατόν, δύο χρόνια μετά, να μην έχει παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο από τον Γενικό Εισαγγελέα; Η Νομική Υπηρεσία από ποιους κατευθύνεται;

Αφού υπάρχει πρόσωπο με όνομα, επίθετο και ταυτότητα, γνωστό ανά το Παγκύπριο και την Εκκλησία, το οποίο καταγγείλαμε για εγκληματικές πράξεις εις βάρος μας, καθώς και άλλα πρόσωπα που έδρασαν κατ’ εντολήν του, γιατί όλες οι αρμόδιες αρχές «βλέπουν τον ουρανό και τ’ άστρα» και αναρωτιούνται αν πρέπει ή δεν πρέπει να κατηγορήσουν έναν άνθρωπο της Εκκλησίας; Οι Μητροπολίτες υπερέχουν του νόμου και του Συντάγματος της Δημοκρατίας; Μήπως το πραγματικό ερώτημα είναι αν το κράτος δικαίου εφαρμόζεται ισότιμα όταν ο καταγγελλόμενος φέρει εκκλησιαστικό αξίωμα; Δικαιούται να εγκληματεί, να καταχράζεται εξουσίας και να μένει στο απυρόβλητο;

Σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, η αδράνεια των αρχών μπροστά σε σοβαρές καταγγελίες δεν είναι διοικητική καθυστέρηση, αλλά θεσμικό πρόβλημα, που αγγίζει το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή (ΕΣΔΑ, άρθρο 13) και τη δίκαιη διαδικασία στο σκέλος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη (ΕΣΔΑ, άρθρο 6). Και ο λόγος, κύριε Πρόεδρε, είναι για τον κύριο Σπυρίδωνα Γεωργάκη (Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα), ο οποίος καταγγέλλεται από εμάς για εγκληματικές ενέργειες και δεν έχει παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίου εδώ και δύο χρόνια.

Κύριε Πρόεδρε, δεν ζητούμε κάτι εξαιρετικό ή αδύνατο. Ζητούμε το αυτονόητο: να μας δοθεί η δυνατότητα να καταθέσουμε τα στοιχεία μας σε διαδικασία όπου ο καταγγελλόμενος ελέγχεται. Κι όμως, σε επιστολή μας προς τον Γενικό Εισαγγελέα, μας υποδείχθηκε ότι ο μόνος τρόπος να ακουστούν οι ισχυρισμοί μας είναι να τους καταθέσουμε σε υπόθεση όπου εμείς είμαστε κατηγορούμενοι, σε άσχετη δικαστική διαδικασία που αφορά φερόμενες οικονομικές ατασθαλίες. Αυτό δεν είναι απλώς γελοίο. Είναι θεσμικά εξευτελιστικό.

Είναι δυνατόν να καταγγέλλουμε κατακράτηση και κλοπή προσωπικών μας αντικειμένων και ο Γενικός Εισαγγελέας να μας υποδεικνύει να τα καταθέσουμε σε άσχετη δικαστική υπόθεση, όπου κατηγορούμενοι είναι πατέρες της Μονής; Πώς θα καταδικαστεί ο κλέφτης της περιουσίας μας και των αντικειμένων μας; Αν αυτό δεν είναι θεσμική απορρύθμιση, τότε τι είναι; Θέατρο του παραλόγου;

Εδώ εγείρονται ευθέως ζητήματα ισότητας ενώπιον του νόμου (Σύνταγμα, άρθρο 28) και αμερόληπτης άσκησης εξουσίας. Γιατί, κύριε Γενικέ Εισαγγελέα; Για να μη «πληγεί» το όνομα της Εκκλησίας ή του Μητροπολίτη Ταμασού; Όταν ο Μητροπολίτης Ταμασού τα έπραττε, και μάλιστα κατ’ εντολήν και συμβουλή άλλων εκκλησιαστικών ανδρών, δεν το σκεφτόταν· εσείς όμως το σκέφτεστε αντί για το δίκαιο; Ως πότε θα σταματήσει το γενικό σύστημα της Πολιτείας να καλύπτει επικίνδυνους και κακοποιούς ανθρώπους που κυκλοφορούν δημόσια και παριστάνουν τους ανθρώπους του Θεού; Επειδή έχουν το σύστημα και το κατεστημένο μαζί τους; Ή επειδή έχουν πλάτες και κάποιοι φοβούνται τις θέσεις τους;

Σε ποιο κράτος δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγγέλλεται κλοπή, ο καταγγελλόμενος δεν ελέγχεται και οι καταγγέλλοντες παραπέμπονται να «τα πουν» αλλού, σε άσχετη δικαστική διαδικασία; Είστε σοβαροί άνθρωποι με λογική; Να το θέσουμε και διαφορετικά: μήπως αν ο Μητροπολίτης Ταμασού ήταν ένας αλλοδαπός που είχε κλέψει ένα ποδήλατο και γινόταν καταγγελία εναντίον του, δεν θα είχε ήδη κατηγορηθεί και καταδικαστεί; Σίγουρα.

Είναι ντροπή το ανεξέλεγκτο του Γενικού Εισαγγελέα να του επιτρέπει να το χρησιμοποιεί με αποτέλεσμα να αναστέλλονται τόσο σοβαρές υποθέσεις, που στο μέλλον πολύ πιθανόν θα γελοιοποιήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, όπως έγινε προσφάτως σε διάφορες περιπτώσεις. Και ενώ η Αστυνομία ερεύνησε την κλοπή των προσωπικών μας αντικειμένων και ετοίμασε έκθεση προς τον Γενικό Εισαγγελέα, ώστε να είναι όλοι «καλυμμένοι», σκοπίμως δεν εκδόθηκε κατηγορητήριο επ’ ονόματι του κυρίου Ησαΐα, μήπως και παραπεμφθεί στο Κακουργιοδικείο.

Γιατί, επιτέλους, δεν αίρετε την ομπρέλα προστασίας προς τον Μητροπολίτη Ταμασού, αφού δεν εξυπηρετεί κάποιο συμφέρον; Παρακαλώ να μας απαντήσετε γιατί σε άλλες περιπτώσεις πράττονται εντελώς διαφορετικά πράγματα, ενώ στη δική μας περίπτωση έκδηλα προφυλάσσετε τον Ησαΐα. Γιατί παραγκωνίζεται το δίκαιο;

Αν τα γεγονότα της Λάρνακας της 17ης Ιανουαρίου 2026 χαρακτηρίστηκαν από εσάς ως «απαράδεκτα», πώς πρέπει να χαρακτηριστούν αντίστοιχες καταγγελίες για οργανωμένη και βίαιη ενέργεια που φέρεται να συνδέονται με εκκλησιαστικό αξίωμα και για τις οποίες δεν υπήρξε καμία ουσιαστική θεσμική αντίδραση; Εάν αυτά που πράττονται δημοσίως από «ευυπόληπτα» πρόσωπα της κοινωνίας δεν ελέγχονται και δεν τιμωρούνται, πώς θα παραδειγματιστούν οι πολίτες αυτής της κοινωνίας ή οι αλλοδαποί; Γιατί επιλέγετε αυτή η κοινωνία να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο;

Η σιωπή των κομμάτων, όταν υπάρχει τέτοια υπόθεση, δεν είναι διάκριση ούτε σεβασμός. Είναι πολιτική δειλία. Και πολιτική δειλία μπροστά σε καταγγελίες που αγγίζουν συνταγματικά δικαιώματα σημαίνει ένα πράγμα: ότι ο πολίτης μένει μόνος. Και ας το πούμε καθαρά. Όταν το πολιτικό σύστημα σιωπά για να μη «χαλάσει ισορροπίες», δεν λειτουργεί ως θεσμικός φρουρός, αλλά ως θεσμικός παρατηρητής. Και ο παρατηρητής, όταν βλέπει παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και σιωπά, δεν είναι ουδέτερος. Είναι μέρος του προβλήματος.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, κύριος Φυτίρης, καλεί τον κόσμο να καταγγέλλει ανώνυμα ό,τι γνωρίζει. Εμείς καταγγείλαμε επώνυμα, αλλά δυστυχώς καταγγείλαμε επώνυμους. Τι πράξατε; Αν οι θεσμοί καλούν τον πολίτη να μιλά, αλλά όταν ο πολίτης μιλά επώνυμα τον αφήνουν στο κενό, τότε δεν έχουμε κράτος δικαίου. Έχουμε κράτος βιτρίνας. Κράτος μαφίας.

Στις 09/01/2026 δηλώσατε επίσης δημοσίως: «Σε κανέναν, μα σε κανέναν δεν θα δώσω το δικαίωμα να κατηγορηθώ για θέματα διαφθοράς». Εμείς λέμε ότι όλο αυτό το σκηνικό με τον κύριο Ησαΐα συνιστά τουλάχιστον ακόμη ένα ζήτημα διαφθοράς, το οποίο, κύριε Πρόεδρε, οφείλατε να γνωρίζετε και να φροντίσετε να τακτοποιηθεί και όχι να κουκουλωθεί. Στη διαφθορά από τη διαφορά ένα γράμμα απουσιάζει, και ο νοών νοείτω. Συνεπώς, διαλέξτε: ή θα κάνετε τη διαφορά ή θα κάνετε τη διαφθορά.

Εμείς λέμε το εξής: όταν μια υπόθεση με τόσο σοβαρά καταγγελλόμενα, με τέτοια στοιχεία, με συγκεκριμένα ονοματεπώνυμα και με τέτοιο θεσμικό βάρος παραμένει μετέωρη επί δύο χρόνια, τότε το κράτος εκπέμπει εικόνα θεσμικής κάλυψης. Και αυτό, κύριε Πρόεδρε, είναι κατ’ ελάχιστον μια υπόθεση την οποία οφείλατε να ζητήσετε να διευκρινιστεί, να ελεγχθεί και να κριθεί με θεσμικό τρόπο. Διότι άλλο είναι οι δηλώσεις και άλλο η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα, όπως τη βιώνουμε, είναι ότι ο πολίτης δεν προστατεύεται όταν ο καταγγελλόμενος είναι «ισχυρός». Αυτό, κύριε Πρόεδρε, στο τέλος δεν θα εκθέσει εμάς. Θα εκθέσει τη Δημοκρατία εν καιρώ της διακυβέρνησής σας.

Επειδή η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί ένα απλό επεισόδιο, αλλά, όπως έχει καταγγελθεί, ένα οργανωμένο εγκληματικό σκηνικό πίεσης και εκδίωξης, οφείλετε να απαντήσετε καθαρά. Εφόσον, όπως καταγγέλλεται, υπήρξε εμπλοκή ή παρουσία πολιτικών παραγόντων ή σχηματισμών στα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024 στη Μητρόπολη Ταμασού, με αναφορές που αγγίζουν και το ΕΛΑΜ –κάτι το οποίο είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζετε– ποιος ερεύνησε θεσμικά αυτό το σκέλος και ποιο είναι το αποτέλεσμα;

Αυτό που μας προκαλεί έντονη ανησυχία ως πολίτες είναι κατά πόσον το πολιτικό κόμμα ΕΛΑΜ τυγχάνει πλέον δικής σας προστασίας, γεγονός που συνδέεται με την αποφυγή δημόσιας τοποθέτησής του αναφορικά με τα επίμαχα βίντεο που δημοσιοποιήθηκαν και εκθέτουν το κύρος σας και το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του λογαριασμού Emily Thompson στην εφαρμογή TikTok.

Ακόμη πιο κραυγαλέο, όπως έχει τεθεί σε καταγγελίες, είναι το ζήτημα της εμπλοκής προσώπου που φέρεται να είχε θεσμική βαρύτητα στον νομικό κόσμο, με αναφορές που αγγίζουν ακόμη και τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εκείνη τη νύχτα, με επίκληση «θεσμικής ιδιότητας» και υπό τον μανδύα των «θρονικών επιτρόπων». Το ερώτημα εδώ είναι θεμελιώδες: με ποια ακριβώς αρμοδιότητα εμφανίστηκαν θεσμικές ιδιότητες να «εποπτεύουν» ή να «νομιμοποιούν» πράξεις που καταγγέλλονται ως παράνομες; Διότι, αν η θεσμική ιδιότητα χρησιμοποιήθηκε ως ασπίδα, τότε έχουμε σοβαρό πρόβλημα όχι μόνο για εμάς, αλλά για τη θεσμική υγεία της Δημοκρατίας.

Η Δημοκρατία, κύριε Πρόεδρε, δεν απειλείται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, παρά τη στιγμή που οι τίτλοι και οι ιδιότητες μετατρέπονται σε ασπίδα ατιμωρησίας. Διότι τότε οι πολίτες δεν βλέπουν Δίκαιο. Βλέπουν κλειστό κύκλωμα ισχύος.

Κύριε Πρόεδρε, ο κύριος Ησαΐας Κυκκώτης μάς έχει στερήσει εδώ και δύο χρόνια τη νόμιμη και μόνιμη κατοικία μας, καθώς και όλα μας τα υπάρχοντα, τα προσωπικά μας αντικείμενα και την περιουσία μας. Δεν το γνωρίζατε; Σας το αναφέρουμε τώρα, μήπως απουσιάζατε σε επαγγελματικό ταξίδι και δεν γνωρίζατε τι συνέβη στον τόπο σας. Πέντε πολίτες βρίσκονται στον δρόμο, χωρίς κανένα μισθό, στερούμενοι τη μόνιμη κατοικία τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα. Ίσως αυτό να μην σας συγκινεί. Εμείς, όμως, σας το αναφέρουμε για να μη δηλώσετε άγνοια. Από σήμερα το γνωρίζετε.

Στερούμαστε κατοικίας, στερούμαστε περιουσίας και στερούμαστε θεσμικής προστασίας. Αν ζούσαμε στο Κυπριστάν, θα είχαμε ήδη δικαιωθεί. Επειδή όμως ζούμε στην Κύπρο του φαγητού και του ποτού, του κουμπάρου και της κουμέρας, της Εκκλησίας και της διεφθαρμένης Πολιτείας, οι καταγγελίες μας δεν έχουν φτάσει καν ενώπιον δικαστηρίου.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί το αυτονόητο: το κράτος δεν έχει δικαίωμα να επιλέγει πότε θα λειτουργεί. Η Δημοκρατία που λειτουργεί κατά περίπτωση δεν είναι Δημοκρατία. Είναι σύστημα ισορροπιών εις βάρος των αδυνάτων. Αυτό συνδέεται άμεσα με την προστασία της κατοικίας και της ιδιωτικής ζωής (Σύνταγμα άρθρο 15 – ΕΣΔΑ άρθρο 8), με την προστασία της περιουσίας (Σύνταγμα άρθρο 23 – Πρωτόκολλο 1 άρθρο 1) και με το δικαίωμα αποτελεσματικής προστασίας (ΕΣΔΑ άρθρο 13). Όταν η Πολιτεία αφήνει πέντε πολίτες στον δρόμο χωρίς δικαστικό τέλος, δεν είναι ουδέτερη. Είναι απούσα. Είναι ελλιπής ήθους, αξιών και ανθρωπιάς.

Δεν σταματά όμως εδώ. Όλες αυτές οι πράξεις, που διαπράχθηκαν από μέλος της Ιεράς Συνόδου, επισημοποιήθηκαν εκ των υστέρων και από τα υπόλοιπα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Η Ιερά Σύνοδος μας εκδίωξε υπό την απειλή αποσχηματισμού, χωρίς να δώσει δίκαιη, σωστή και αναλογική λύση, ενώ ταυτόχρονα μας απέκοψε πλήρως κάθε εισόδημα.

Το ερώτημα προς την Πολιτεία είναι απλό: από πότε η εκκλησιαστική ισχύς λειτουργεί ως παράγοντας εξαίρεσης από τον νόμο; Το Σύνταγμα και οι διεθνείς συμβάσεις δεν επιτρέπουν ούτε παράθυρα παρανομίας ούτε παράθυρα ατιμωρησίας. Όταν ο πολίτης βλέπει ότι ένα ράσο ή μια καρέκλα αρκούν για να «παγώσει» μια υπόθεση, τότε τραυματίζεται το κύρος της Πολιτείας και το δικό σας, κύριε Πρόεδρε.

Σήμερα ζούμε χωρίς κανένα απολύτως πόρο διαβίωσης. Δεν λαμβάνουμε κανένα εισόδημα, γεγονός που είναι σε πλήρη γνώση της «φιλάνθρωπης» συμπεριφοράς της Εκκλησίας της Κύπρου. Και ελπίζουμε οι θεσμοί να μη συνεχίσουν απλώς να παρακολουθούν, φοβούμενοι μήπως διαταραχθούν οι ισορροπίες με την Εκκλησία ή χαθούν ψήφοι στις εκλογές. Σας ενημερώνουμε, πάντως, ότι όλα τα μέλη της αδελφότητάς μας σας ψήφισαν στις προεδρικές εκλογές και το έχουμε μετανιώσει πικρά. Πιστέψαμε τα λόγια σας. Κάναμε λάθος.

Δεν ζητούμε δικαίωση. Ζητούμε ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Σας καλούμε να εγερθείτε από τον ύπνο του δικαίου. Να ελεγχθούν όλοι: εμείς, όσοι μας κατήγγειλαν και όσοι καταγγέλλονται από εμάς. Αν φταίμε, να καταδικαστούμε. Αν φταίνε άλλοι, να σταματήσετε να τους καλύπτετε και να πληρώσουν το τίμημα που προβλέπουν οι νόμοι. Μην ξεχνάτε, όμως, ότι πέραν του ανθρώπινου νόμου υπάρχει και το φυσικό δίκαιο· για εμάς υπάρχει ο Θείος Νόμος, υπεράνω όλων.

Αναμένουμε σαφείς απαντήσεις, θεσμικές ενέργειες και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Από τη συνολική εικόνα παράνομων πράξεων, παραλείψεων και συστηματικής αδράνειας αναδεικνύεται δομικό πρόβλημα λειτουργίας του κράτους δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όταν η Εκκλησία χρησιμοποιεί την εξουσία της κατασταλτικά, όταν η Δικαιοσύνη επιλέγει ποιοι ελέγχονται και ποιοι εξαιρούνται, όταν η Αστυνομία ερευνά χωρίς αποτέλεσμα και όταν η Πολιτεία σιωπά, τότε δεν μιλάμε για αστοχία. Μιλάμε για σύστημα συγκάλυψης.

Το παρόν κείμενο δεν είναι διαμαρτυρία ούτε κραυγή αγανάκτησης. Είναι κατηγορητήριο πολιτειακής αποτυχίας. Και από τη στιγμή που όλα έχουν τεθεί εγγράφως και επισήμως ενώπιόν σας, κάθε θεσμική αδράνεια συνιστά συνευθύνη.

Η παρούσα δεν γίνεται με σκοπό να απαλλαχθούμε από τυχόν κατηγορίες ή κατηγορητήρια, ούτε προς υποστήριξη του εαυτού μας, αλλά για τη δικαιοσύνη που δικαιούται να απολαμβάνει κάθε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα πιο πάνω αναφέρονται και ισχύουν διότι, εκ μέρους μας, δεν έχει αποσυρθεί μέχρι σήμερα κανένα παράπονο ή καταγγελία προς οποιοδήποτε πρόσωπο έπραξε οτιδήποτε εις βάρος μας και σχετίζεται με τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024.

Περαιτέρω, οφείλει να καταγραφεί με απόλυτη σαφήνεια ότι προηγήθηκαν επανειλημμένες, τεκμηριωμένες και καλόπιστες προσπάθειες εξωδικαστικής επίλυσης, τόσο με την Εκκλησία της Κύπρου όσο και με τον κύριο αντίδικό μας, κάνοντας πράξη τα λόγια του Ευαγγελίου. Προτάθηκαν συγκεκριμένες, απολύτως εφαρμόσιμες λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα, να κλείσουν την υπόθεση οριστικά και να αποτρέψουν τη θεσμική έκθεση που σήμερα προκαλείται. Οι λύσεις αυτές δεν απαιτούσαν σύγκρουση, δεν απαιτούσαν δημόσιο λόγο και δεν απαιτούσαν την ταπείνωση κανενός.

Όλες αυτές οι προσπάθειες απορρίφθηκαν σιωπηρά ή προσχηματικά, όχι για λόγους δικαίου ή πραγματικής αδυναμίας, αλλά λόγω αλαζονείας, εμμονής στη δύναμη και άρνησης κάθε ελέγχου. Καθίσταται, συνεπώς, απολύτως σαφές ότι η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί προϊόν αντιπαράθεσης, αλλά αναγκαστική συνέπεια της συνειδητής επιλογής ορισμένων να μη δοθεί λύση. Όταν απορρίπτεται κάθε ειρηνική διέξοδος, η θεσμική σύγκρουση καθίσταται αναπόφευκτη.

Με σεβασμό στους θεσμούς, αλλά δίχως φόβο, σιωπή και πάθος.