Στις 22 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον θάνατο του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, του «πρύτανη των Κυπρίων ιστορικών» με τη διεθνή ακτινοβολία κι επίδραση. Και αποτελεί η επέτειος αυτή μια ευκαιρία για μνημόνευση μέσα από το αρχείο του αλλά και αναμνήσεις συνεργατών και οικείων του.
Είχα την τύχη να τον συναντήσω το 2013, στο γραφείο του, στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, σκυμμένο πάνω από έγγραφα, σχεδόν κρυμμένο πίσω από βιβλία και φακέλους, μικρόσωμο, απλό, σοφό και ήρεμο. Ενθύμια της συζήτησης η προλογισμένη από τον ίδιο «Η Εκκλησία της Κύπρου επί Τουρκοκρατίας» (Ανδρέα Μιτσίδη), η προσήνεια και η έμπρακτη προτροπή για αφοσίωση στην ιστορική έρευνα, ιδίως για την Κύπρο.
Έμελλε να τον γνωρίσω ουσιαστικά οκτώ χρόνια αργότερα, ταξινομώντας το αρχείο του, στον ίδιο περίπου χώρο. Μέσα από τα χιλιάδες τεκμήρια, αναδύθηκε ο ιστορικός, εθνολόγος, ανθρωπολόγος και άνθρωπος, Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, ο ένζηλος ερευνητής και μεθοδικός συγγραφέας και εκδότης, ο κοσμοπολίτης και διορατικός Έλληνας Κύπριος, ο οποίος ταύτιζε το εθνικό με το αληθινό και αγωνιούσε για την παραγωγή ωφέλιμου επιστημονικού έργου.
Το αρχείο αποκάλυψε, επίσης, φιλίες, συνεργασίες και σχέσεις μαθητείας επιβεβαιώνοντας τις διεθνείς διασυνδέσεις αλλά και τη γενναιοδωρία προς τους νεότερους επιστήμονες και την αλληλοεκτίμηση.
«Θεωρώ μέγιστη τιμή και εξαιρετικό προνόμιο τη γνωριμία –τελειώνοντας το Λύκειο– και φιλία με τον αείμνηστο Θεόδωρο Παπαδόπουλλο, ο οποίος αγάπησε τον τόπο μας με ενάργεια. Συνδύαζε χαρισματικά την εθνική αυτοσυνειδησία με σκέψη έντονα κυπριολογική και οικουμενική», εξηγεί ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Χριστοδούλου, Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου.
«Τον γνώρισα από μαθήτρια καθώς επισκεπτόταν το Ριζοκάρπασο για έρευνα και συνδεόταν με δεσμούς φιλίας με τον αείμνηστο πατέρα μου. Έτρεφα και τρέφω στο πρόσωπό του απεριόριστη εκτίμηση και σεμνύνομαι γιατί είχα την ενθάρρυνση και στήριξή του για τις αρχειακές μου έρευνες», τονίζει η δρ Νάσα Παταπίου.
Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος γεννήθηκε στη Βάσα Κοιλανίου το 1921. Πατέρας του ήταν ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος, πρώτος διευθυντής του Ελενείου και μητέρα του η Φωτεινή Αχ. Αργυρίδου. Αφού τελείωσε το Ελένειο, φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, από όπου αποφοίτησε το 1937. Ακολούθως, στη σκιά της Παλμεροκρατίας μετανάστευσε στο Βελγικό Κονγκό, όπου εργάστηκε για μια εξαετία σε μεταλλευτική εταιρεία. Παράλληλα, γνώρισε και μελέτησε τον πολιτισμό των ιθαγενών και έμαθε τις γλώσσες τους, ιδίως τη Σουαχίλι.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετέβη στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Αρχαία, Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική Φιλολογία, Γαλλική Φιλολογία και Φιλοσοφία και αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Τίτλος της διδακτορικής του διατριβής: «Studies and Documents Relating to the History of the Greek Church and People under Turkish Domination». Ακολούθως, εργάστηκε στο Ινστιτούτο Εθνολογίας του Πανεπιστημίου των Παρισίων.
Επέστρεψε στην Κύπρο το 1963, κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και από τότε επιδόθηκε συστηματικά στην επιστημονική έρευνα με επίκεντρο την ιστορία της Κύπρου. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση και οργάνωση του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, το οποίο διηύθυνε από το 1967 έως το 1981.
Σύμφωνα με τον δρα Κυπριανό Λούη, τέως αναπλ. διευθυντή του κέντρου, «ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, θεωρείται ο επιστημονικός θεμελιωτής του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών και ο πολυπράγμων έγκυρος επιστήμονας με διεθνή ακτινοβολία». Ο ίδιος ορίζει τον Παπαδόπουλλο προσωπικό «μέντορα και καθοδηγητή για την ιστορική μεθοδολογία και την αναγκαιότητα καλλιέργειας ιστορικής συνείδησης».
Πολύπλευρα δραστήριος και με μεγάλο συγγραφικό πλούτο
Από το 1981 έως το 2016 ο Παπαδόπουλλος διηύθυνε, στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, το Γραφείο Κυπριακής Ιστορίας το οποίο ιδρύθηκε βάσει δικής του εισήγησης. Πολύπλευρα δραστήριος και δοτικός, διετέλεσε, παράλληλα, πρόεδρος της Κυπριακής Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών, γραμματέας και ακολούθως πρόεδρος της Κυπριακής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και εκδότης του περιοδικού «Κυπριακαί Σπουδαί».
Οι τόμοι 28-50 (1965-1986) του περιοδικού, καθώς και αυτοτελή δημοσιεύματα της ίδιας περιόδου φέρουν τη σφραγίδα του. Υπήρξε ο οργανωτικός γραμματέας των δύο πρώτων Κυπριολογικών Συνεδρίων (1969, 1982). Επίσης, αποτέλεσε επανειλημμένα μέλος των αντιπροσωπειών της Κύπρου στην Επιτροπή Ανωτέρας Παιδείας και Ερεύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης και στη Γενική Συνέλευση της UNESCO. Και ήταν, σύμφωνα με τον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό (1999), «πάντα σοβαρός, πάντα νούσιμος, με παρεμβάσεις στην ουσία των θεμάτων, άριστα τεκμηριωμένες στις πηγές και με απόλυτο έλεγχο της πιο πρόσφατης βιβλιογραφίας».
Η εργογραφία του Παπαδόπουλλου (ως συγγραφέα, επιμελητή ή εκδότη) στους τομείς της Κυπριακής Ιστορίας, της Λαογραφίας, της Φιλολογίας και της Εθνολογίας περιλαμβάνει, βάσει της τελευταίας καταγραφής του ιδίου, περίπου 190 τίτλους. Ορισμένες εργασίες του θεωρούνται θεμελιώδεις για την κυπριακή ιστοριογραφία ενώ πολλές περιλαμβάνονται σε ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
«Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος υπήρξε πρότυπο επιστήμονα και συγγραφέα, ο πρύτανης των Κυπρίων ιστορικών. Είχε σχεδιάσει ένα εκδοτικό πρόγραμμα που ακολούθησε με μεθοδικότητα και συνέπεια. Όραμά του ήταν να διασωθούν και να γίνουν γνωστές και οι ιστορικές πηγές του αποικιοκρατούμενου λαού, όχι μόνο το αποικιακό αφήγημα», επισημαίνει ο αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πέτρος Παπαπολυβίου.
Η μνημειώδης σειρά «Ιστορία της Κύπρου», την οποία ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος εμπνεύστηκε και επιμελήθηκε, αποτελεί μία πολυδιάστατη εξιστόρηση της μακραίωνης πορείας του νησιού, με ισότιμο φωτισμό των ιστορικών περιόδων και τεκμηρίωση της διατήρησης της ελληνικότητας. Για την εκπόνηση αξιοποιήθηκαν Κύπριοι, Ελλαδίτες και Ευρωπαίοι ιστορικοί, ειδικοί στην εποχή και το αντικείμενό τους.
Ο Παπαδόπουλλος συνέγραψε τρία κεφάλαια (στους τόμους «Βυζαντινής Κύπρου» και «Ενετοκρατίας») καθώς και τα προλεγόμενα και τη βιβλιογραφία και των έξι τόμων, οι οποίοι εκδόθηκαν από το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ (1996-2011). Ο θάνατος του πρόλαβε την έκδοση του έβδομου τόμου, με αντικείμενο την Αγγλοκρατία, η οποία κληροδοτήθηκε ως «οφειλή» σε συνεργάτες και μαθητές.
Τιμήθηκε πολλάκις για το πολυσχιδές επιστημονικό του έργο
Για το πολυσχιδές επιστημονικό του έργο ο Παπαδόπουλλος τιμήθηκε από πολιτειακούς, εκπαιδευτικούς και εκκλησιαστικούς φορείς σε Κύπρο, Ελλάδα, Ευρώπη και Αφρική. Το 1996, η Κυπριακή Δημοκρατία του απένειμε το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1978, ο Παπαδόπουλλος ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1999 του Πανεπιστημίου Κύπρου και το 2003 του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Ισπανία διορίστηκε αντεπιστέλλον μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης. Η Γαλλία τον ανακήρυξε αξιωματούχο του Τάγματος της Λεγεώνος της Τιμής, ενώ το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον παρασημοφόρησε για τη συμβολή του στην ίδρυση της πρώτης Ορθόδοξης Επισκοπής και της πρώτης Εκκλησίας στο Βελγικό Κονγκό.
Το 2008, ο εμβληματικός επιστήμων εξελέγη «ξένος εταίρος» της Ακαδημίας Αθηνών. Κατά την τελετή υποδοχής χαρακτηρίστηκε ως ο διαπρεπέστερος Ελληνοκύπριος ιστορικός. «Η τιμή αυτή αντανακλά πρωτίστως στην Κύπρο, η οποία διεξάγει κρίσιμο αγώνα επιβιώσεως και συντηρήσεως μιας πνευματικής εθνικής παραδόσεως που συνταυτίζεται προς εκείνην του έθνους. Ο αγώνας αυτός διεξάγεται σε διάφορα μέτωπα, ανάμεσα στα οποία προέχει το επιστημονικό», τόνισε κατά τον «εισιτήριο λόγο» του ο τιμώμενος. Τέλος, το 2012, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου του απένειμε το Χρυσούν Παράσημον του Αποστόλου Βαρνάβα, για τη συνολική προσφορά του στην Ιστορία, την Κύπρο, την Παιδεία, και την Εκκλησία.
Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2016, πλήρης ημερών, εικόνων και έργων, έχοντας κάνει «το ταξίδι του Οδυσσέα». Στον επικήδειο λόγο του, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Τριανταφυλλόπουλος, αφού τον ενέταξε στη «μεγάλη χορεία των Διδασκάλων του Γένους», ανέδειξε τη «στιβαρή ελληνομάθεια», την πολυγλωσσία, τη «χαλκέντερη βούληση προς πνευματική εργασία» και τις μέγιστες επιστημονικές υπηρεσίες του στον τόπο.
Συνοδοιπόρος του, έως το τέλος της ζωής του, ήταν η σύζυγός του κ. Ρολάνδα Τσιριγώτη, από τη Θεσσαλονίκη, η οποία δίδαξε για δεκαετίες στο Παγκύπριο Γυμνάσιο ως φιλόλογος. Η ίδια αναφέρεται πάντα στον αείμνηστο σύζυγο με νοσταλγία, αγάπη και θαυμασμό, τονίζοντας την ανάγκη αξιοποίησης του έργου και ευρύτερα της κληρονομιάς του.
Η κ. Σεμέλη Κυριακού, εγγονή θείας του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, συνδέθηκε ιδιαίτερα μαζί του, λόγω και της έρευνάς της για την ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. «Ο Δώρος ήταν εξαιρετικά ευφυής, μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, άνθρωπος με αρχές. Τον χαρακτήριζαν η ακούραστη αφοσίωση στη δουλειά του, ο ευγενικός τρόπος έκφρασης και η βαθιά αγάπη για την έρευνα της ιστορίας της Κύπρου. Ξεχωριστός ήταν επίσης ο σεβασμός και η στοργή που έδειχνε στη σύζυγό του, Ρολάνδα», επισήμανε.
Μέρος της Βιβλιοθήκης και του Αρχείου του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου παραχωρήθηκε από τη σύζυγό του στην Ιερά Σύνοδο, η οποία ανέθεσε την επεξεργασία και τη φύλαξη στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή του Ιδρύματος, Χρίστο Κουκλιώτη, η ανάδειξη του εν λόγω πλούτου καθώς και της προσωπικότητας και του έργου του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου περιλαμβάνεται στους στόχους του ιδίου και των συνεργατών του.
«Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας,
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου»,
έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης. Αποτυπωμένα σε δημοσιεύσεις και αναμνήσεις, ο λόγος και η μορφή του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, διατηρούν τη μνήμη του ζωντανή και εμπνέουν.
* Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ., επιστημονικός λειτουργός Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄