Στις κτηνοτροφικές μονάδες της Ορόκλινης και των Λειβαδιών φαίνεται να κυκλοφορούσε για περίπου δύο εβδομάδες ο αφθώδης πυρετός, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική ενημέρωση των αρμόδιων Αρχών από πλευράς κτηνοτρόφων. Αυτό προκύπτει από τα εργαστηριακά ευρήματα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, όπως δήλωσε ο Διευθυντής τους, Χριστόδουλος Πίπης, μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Alpha.

Ο κ. Πίπης ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη επιδημιολογική διερεύνηση, ώστε να διαπιστωθεί ο τρόπος με τον οποίο εισήλθε ο ιός στις ελεύθερες περιοχές. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι και το ενδεχόμενο μεταφοράς του από τα κατεχόμενα μέσω μολυσμένου σανού. Όπως σημείωσε, στόχος είναι να τεκμηριωθεί με σαφήνεια ο μηχανισμός που οδήγησε στη συγκεκριμένη εστία.

Αναφερόμενος σε βίντεο που καταγράφει ανοικτό φορτηγό να παραλαμβάνει νεκρά ζώα, ο Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών διευκρίνισε ότι πρόκειται για όχημα εταιρείας που διατηρεί σύμβαση με το κράτος για τη συλλογή και διαχείριση ζωικών υποπροϊόντων, στο πλαίσιο του σχετικού ευρωπαϊκού κανονισμού. Το φορτηγό, όπως είπε, είναι αδειοδοτημένο και κατάλληλα διαμορφωμένο, κλειστό περιμετρικά, με υδραυλικό σύστημα που επιτρέπει την ασφαλή φόρτωση και μεταφορά των πτωμάτων.

Ο ίδιος επισήμανε ότι ο ιός μπορεί να μεταδοθεί τόσο αερογενώς όσο και μέσω μηχανικών μέσων, όπως μολυσμένα υποδήματα ή ζωοτροφές. Υπενθύμισε ότι από το περιστατικό στη Λάπαθο, στα μέσα Δεκεμβρίου, μέχρι και τις αρχές Φεβρουαρίου δεν είχε καταγραφεί οποιοδήποτε πρόβλημα στις ελεύθερες περιοχές, στοιχείο που –όπως είπε– ενισχύει την υποψία ότι η πρόσφατη έξαρση προέκυψε μεταγενέστερα.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών δείχνουν ότι η νόσος ήταν παρούσα στις επηρεαζόμενες μονάδες για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, χωρίς οι υπηρεσίες να έχουν λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση για ύποπτα συμπτώματα. Ο κ. Πίπης υπογράμμισε ότι οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι βρίσκονται καθημερινά σε επαφή με τα ζώα τους, όφειλαν να ενημερώσουν άμεσα τις Αρχές σε περίπτωση υποψίας.

Σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση στον αποκλεισμό της περιοχής της Ορόκλινης, ανέφερε ότι αμέσως μετά την επιβεβαίωση των εργαστηριακών αποτελεσμάτων ενημερώθηκαν οι εμπλεκόμενοι κτηνοτρόφοι. Όπως σημείωσε, η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιβάλλει την αυστηρή εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας. Παρά ταύτα, σύμφωνα με τον ίδιο, αντί να περιορίσουν την πρόσβαση στις εκτροφές τους, ορισμένοι επέτρεψαν την είσοδο δημοσιογράφων, γεγονός που υποχρέωσε τις υπηρεσίες να παρέμβουν για την απομάκρυνσή τους.

Ο Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών τόνισε ότι σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, η απαγόρευση πρόσβασης σε τρίτους αποτελεί βασικό μέτρο προστασίας του ζωικού κεφαλαίου. Πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να ζητείται εκ των υστέρων κρατική προστασία, όταν δεν τηρούνται τα στοιχειώδη μέτρα πρόληψης από τους ίδιους τους παραγωγούς.

Τέλος, σε σχέση με την επάρκεια προσωπικού, διαβεβαίωσε ότι οι υπηρεσίες διαχειρίζονται την κατάσταση από τον Δεκέμβριο και, εφόσον χρειαστεί, θα ενισχυθούν με προσωπικό από άλλα τμήματα, με τα οποία –όπως είπε– υπάρχει ήδη συνεννόηση.