Άνοιξε χθες η αυλαία της εκδίκασης της πρωτοφανούς υπόθεσης που συγκλόνισε την κυπριακή κοινωνία τον Οκτώβριο του 2020 (13/10/2020), όταν οκτώ ασθενείς υπέστησαν τύφλωση λόγω επιπλοκών σε εγχείρηση καταρράκτη, στην οποία υποβλήθηκαν σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Λευκωσίας.

Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κατάθεση της πρώτης μάρτυρα κατηγορίας. Πρόκειται για μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερεύνησε την υπόθεση. Στο εδώλιο βρέθηκαν δυο οφθαλμίατροι που διανύουν την έκτη δεκαετία της ηλικίας τους και είναι αντιμέτωποι με οκτώ κατηγορίες, για έκαστο ασθενή, που αφορούν το αδίκημα των απερίσκεπτων αμελών πράξεων κατά παράβαση των άρθρων 236(ε), 20 και 35 του ποινικού κώδικα.

Μεγάλο μέρος της χθεσινής διαδικασία αναλώθηκε στο αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Μάριου Σπύρου, να του διαβιβαστεί επικοινωνία που είχε ο επικεφαλής της ομάδας του ΤΑΕ Λευκωσίας που διερεύνησε την υπόθεση με τη Νομική Υπηρεσία.

Ο κ. Σπύρου ανέφερε πως μπορεί η εν λόγω επικοινωνία να διαδραματίσει ρόλο ως προς την υπερασπιστική του γραμμή. «Θέλουμε να μάθουμε η Αστυνομία για ποιους έκανε εισήγηση να διωχθούν» είπε, ανάμεσα σ΄ άλλα ο δικηγόρος των κατηγορούμενων, θέλοντας να υποδείξει πως μπορεί να προκύψει στοιχείο, το οποίο να προσθέσει στην υπεράσπιση.

Να σημειωθεί ότι το εν λόγω αίτημα του δικηγόρου προέκυψε κατά την αντεξέταση που έκανε στην μάρτυρα. Κατά συνέπεια δεν είχε υποβάλει οποιοδήποτε γραπτό αίτημα. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής, Έλενα Κωνσταντίνου, αντέταξε ότι η εν λόγω ιδιωτική επικοινωνία μεταξύ ανακριτών και Γενικού Εισαγγελέα, δεν αποτελεί μαρτυρικό υλικό, θέτοντας ζήτημα κατά πόσον μπορεί να έχει ουσία η αποκάλυψε της γραπτής συνεννόησης μεταξύ των δυο πλευρών.

Ο Επαρχιακός Δικαστής Λευκωσίας, Παύλος Αγαπητός, αφού πρώτα διέκοψε τη διαδικασία για να συνεννοηθούν οι δυο πλευρές και έχοντας ακούσει προηγουμένως τις θέσεις τους, κατέληξε όπως απορρίψει το αίτημα, βασιζόμενος σε σύγγραμμα του κ. Σάντη, αλλά και νομολογία που επικαλέστηκε. Άφησε ανοικτό παράθυρο να εξετάσει στο μέλλον ένα τέτοιο αίτημα αν υποβληθεί γραπτώς και στη βάση νομικής επιχειρηματολογίας.

Να σημειωθεί ότι όπως ανέφερε η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της από τον Μάριο Σπύρου ο ρόλος της σε σχέση με το ανακριτικό έργο ήταν βοηθητικός κι ενεργούσε στο πλαίσιο εντολών που της δίδονταν.

Ο κ. Σπύρου υπέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι ευθύνη για τον χώρο που διενεργήθηκε η εγχείρηση είχε το ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Σε ερώτημά του από πού προήλθε το βακτήριο «pseudomonas aeruginosa», η αστυνομικός απάντησε: «Νομίζω από αναλώσιμα».

Την υπόθεση παρακολουθούσαν και δικηγόροι των ασθενών και των οικογενειών τους, που έχουν κάνει αστική αγωγή για αποζημιώσεις.

Όπως σημειώσαμε οι κατηγορίες σε βάρος των γιατρών αφορούν οκτώ πρόσωπα. Καταγράφουμε μια από τις λεπτομέρειες του αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται, προκειμένου να δοθεί η εικόνα για τη μορφή των κατηγοριών: «Οι κατηγορούμενοι, την 13η Οκτωβρίου του 2020, στη Λευκωσία στο … Ιδιωτικό Νοσηλευτήριο, ενώ ήταν Ιατροί Οφθαλμίατροι, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσουν σωματική βλάβη σε άλλο, προέβησαν σε ιατρική ή χειρουργική θεραπεία στον … από τη Λευκωσία, κατά την οποία χρησιμοποίησαν κολλύρια, ορό, κασέτες και άλλα αναλώσιμα τα οποία ήταν μιας χρήσης, με αποτέλεσμα ο πιο πάνω ασθενής να προσβληθεί από το πολυανθεκτικό στέλεχος pseudomonas aeruginosa και να απωλέσει την όραση του αριστερού οφθαλμού του».