Μετά το Διοικητικό Δικαστήριο και το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις του Ευθύμιου Μπουλούτα, άλλοτε διευθύνοντος συμβούλου της Marfin Laiki είτε μεμονωμένα είτε με άλλους, για τα διοικητικά πρόστιμα που τους είχε επιβάλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου το 2014 και 2017.
Στην μια έφεση ο αιτητής ζητούσε ακύρωση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου που απέρριψε την προσφυγή του η οποία στρεφόταν στην απόφαση της Κεφαλαιαγοράς, να του επιβάλει δύο πρόστιμα €60.000 και €10.000 για παραβάσεις της νομοθεσίας.
Η Επιτροπή σε συνεδρία της ημ. 26.5.2014, αποφάσισε να καλέσει, δυνάμει του Άρθρου 38 του Ν. 73(Ι)/2009, την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, σε γραπτές παραστάσεις, για ενδεχόμενες παραβιάσεις των Άρθρων 11(1)(α) και 19 του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου (Ν. 116(Ι)/2005), αναφορικά με την μη ανακοίνωση/γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με κρατική στήριξη.
Η Επιτροπή αφού άκουσε τις παραστάσεις της εταιρείας, αποφάσισε ότι η παράβαση εκ μέρους της στις 23.11.2011 του Άρθρου 11(1)(α) του Ν.116(Ι)/2005, ως και του Άρθρου 19 του ιδίου Νόμου κατά την περίοδο 23.11.2011 – 5.12.2011, οφειλόταν σε υπαιτιότητα και αμέλεια του Εφεσείοντα και ως εκ τούτου αποφάσισε όπως επιβάλει σ’ αυτόν:
– Διοικητικό πρόστιμο ύψους €60.000 διότι η παράβαση από την εταιρεία στις 23.11.2011 του Άρθρου 11(1)(α) του 4 Ν.116(Ι)/2005, οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα και αμέλεια.
-Διοικητικό Πρόστιμο ύψους €10.000 διότι η παράβαση από την εταιρεία κατά την πείοδο 23.11.2011 – 5.12.2011, του Άρθρου 19 του Ν. 116(Ι)/2005, οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα και αμέλεια.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά τη δευτεροβάθμιά του δικαιοδοσία (τρεις δικαστές) διαπίστωσαν ότι η νομιμότητα της απόφασης της Κεφαλαιαγοράς με την οποία διαπιστώθηκαν παραβάσεις εκ μέρους της Εταιρείας, δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής 1388/2016. Ο Εφεσείων ουδέποτε προσέβαλε ούτε και επεδίωξε την ακύρωση της απόφασης της Εφεσίβλητης ότι η Εταιρεία είχε παραβεί τη σχετική νομοθεσία.
«Στην περίπτωση που ο Εφεσείων θεωρούσε ότι η απόφαση της Κεφαλαιαγοράς για διαπίστωση παραβιάσεων από την Εταιρεία ήταν εσφαλμένη, είτε γιατί δεν ακούστηκε ο ίδιος είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όφειλε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα εκείνης της απόφασης, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καταστρατήγησης του δικαιώματος ακρόασης του Εφεσείοντα, στη λήψη της απόφασης της Εφεσίβλητης για διάπραξη παράβασης εκ μέρους της Εταιρείας», διαπίστωσε το Δικαστήριο.
Σε άλλη έφεση, ο Ευθύμιος Μπουλούτας, Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Μάρκος Φόρος και Παναγιώτης Κουννής, μέλη του τότε ΔΣ της Λαϊκής, διατείνονται ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έκρινε στις 8.5.17 πως αυτοί παραβίασαν το Άρθρο 40(1) του Ν.190(Ι)/07, του Περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου 190(Ι)/07 και τους επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο το οποίο, ωστόσο, κατά τα προβαλλόμενα, συνιστά ποινικό αδίκημα. Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη του Άρθρου 30 του Συντάγματος, υποστήριξαν πως η κρίση περί τέτοιας παράβασης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα αρμόδιου Δικαστηρίου και όχι της Επιτροπής.
Κατά συνέπεια, προβάλλεται ότι η Κεφαλαιαγορά δεν είχε εξουσία να διερευνήσει και να αποφανθεί επί της ύπαρξης της εν λόγω παράβασης, με αποτέλεσμα, ελλείψει καταδικαστικής απόφασης αρμόδιου Δικαστηρίου, να μην δύναται να συναχθεί ότι οι εφεσείοντες παραβίασαν το επίμαχο άρθρο.
Το ίδιο Δικαστήριο που εξέτασε την πρώτη έφεση, έκρινε σε άλλη απόφασή του πως το γεγονός ότι, κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 40(3) του Ν.190(Ι)/07, η παράβαση του Άρθρου 40 αποτελεί, πέραν της διοικητικής παράβασης κατά το Άρθρο 40(2), και ποινικό αδίκημα, δεν αναιρεί, κατά τη λογική και νομική τάξη, την αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών. «Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά τη νομολογία, η φύση της επίδικης διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, συνθέτει διοικητική και όχι ποινική ή οιονεί ποινική διαδικασία», αναφέρει.
Σαφής είναι, προσέτι, η νομολογιακή θέση ότι η ανάθεση επιβολής διοικητικών μέτρων σε διοικητικά όργανα, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης που διαπιστώνεται δικαστικώς, δεν αντίκειται, κατ’ αρχήν, στο Σύνταγμα, κατέληξε το Δικαστήριο.
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές απέρριψε και αυτή την έφεση.