Φρένο στη διεκδίκηση αποζημίωσης Πολωνής καταθέτριας για το κούρεμα της Λαϊκής Τράπεζας, έβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει έναντι διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε δευτεροβάθμια δικαιοδοσία, απέρριψε ομόφωνα την πολιτική έφεση της Πολωνής γυναίκας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της για αποζημίωση ύψους περίπου €430.071,36 λόγω του κουρέματος καταθέσεων της Λαϊκής Τράπεζας το 2013.
Η υπόθεση εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την προεδρία των δικαστών Μαλαχτού, Ιωαννίδη και Δαυίδ. Η εφεσείουσα, πολίτης της Πολωνίας, είχε καταθέσει πριν από τον Μάρτιο του 2013 ποσό ύψους €454.579,52 σε προθεσμιακό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα. Ωστόσο, μετά τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν κατά την τραπεζική κρίση του 2013, οι καταθέσεις της μειώθηκαν σε €24.508,16.
Η ίδια διεκδικούσε αποζημίωση για τη διαφορά, υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε να την αποζημιώσει βάσει του άρθρου 4 της Διμερούς Συμφωνίας Προώθησης και Αμοιβαίας Προστασίας Επενδύσεων μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας του 1992. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι κανένα συμβαλλόμενο κράτος δεν θα λάμβανε μέτρα που στερούν, άμεσα ή έμμεσα, επενδύσεις χωρίς την καταβολή «άμεσης, επαρκούς και αποτελεσματικής αποζημίωσης».
Η εφεσείουσα υποστήριξε ότι τα μέτρα του 2013 ισοδυναμούσαν με έμμεση απαλλοτρίωση της επένδυσής της και ότι η Κύπρος όφειλε να της καταβάλει το ποσό που απώλεσε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ωστόσο, είχε απορρίψει την αγωγή σε προδικαστικό στάδιο, κρίνοντας ότι η διμερής συμφωνία είχε καταστεί μη εφαρμόσιμη μετά την ένταξη της Κύπρου και της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά την εκδίκαση της έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το νομικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση, η Κυπριακή Δημοκρατία και η Πολωνία υπέγραψαν το 2020 συμφωνία για τον τερματισμό ισχύος τέτοιων διμερών επενδυτικών συνθηκών, η οποία έχει ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ωστόσο για την επίδικη περίοδο (και κατά τον χρόνο της πρωτόδικης απόφασης το 2017) η αρχική συμφωνία του 1992 τυπικά εξακολουθούσε να ισχύει.
Παρά ταύτα, το Ανώτατο Δικαστήριο επικεντρώθηκε στη συμβατότητα της συμφωνίας με το ενωσιακό δίκαιο. Στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Achmea (C-284/16), σύμφωνα με την οποία ρήτρες διαιτησίας ή διατάξεις επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών δεν μπορούν να παρακάμπτουν το σύστημα δικαστικού ελέγχου της Ε.Ε. και το δίκαιο της Ένωσης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή της διμερούς συμφωνίας Κύπρου–Πολωνίας, στον βαθμό που θα οδηγούσε σε διαφορετική μεταχείριση επενδυτών με βάση την ιθαγένεια, θα αντέβαινε στο άρθρο 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας εντός του πεδίου εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.
Όπως σημειώθηκε, μια ενδεχόμενη αποδοχή της αξίωσης της εφεσείουσας θα δημιουργούσε δύο κατηγορίες καταθετών: πολίτες κρατών μελών που θα μπορούσαν να αξιώσουν αποζημιώσεις βάσει διμερών συμφωνιών και λοιπούς πολίτες που δεν θα είχαν αντίστοιχο δικαίωμα. Μια τέτοια διαφοροποίηση κρίθηκε ότι θα συνιστούσε απαγορευμένη διάκριση.
Το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση ότι, μετά την ένταξη των δύο κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι διατάξεις της διμερούς συμφωνίας δεν μπορούν να εφαρμόζονται στον βαθμό που συγκρούονται με το ενωσιακό δίκαιο, ακόμη και αν τυπικά δεν είχαν καταργηθεί κατά τον χρόνο της επίδικης διαφοράς.
Ως εκ τούτου, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι η αγωγή δεν μπορούσε να στηριχθεί στη διμερή συμφωνία και ότι η ένστασή της περί ευθύνης της Δημοκρατίας ορθά είχε γίνει δεκτή σε προδικαστικό επίπεδο.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, ενώ το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας έξοδα ύψους €3.500.
Η απόφαση θεωρείται ότι ενισχύει περαιτέρω τη νομολογιακή γραμμή περί υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών, ιδίως σε υποθέσεις που σχετίζονται με την τραπεζική κρίση και τα μέτρα εξυγίανσης του 2013.