Ανεβαίνει ο υδράργυρος και μαζί με το καλοκαίρι έρχονται και τα φίδια. Δεν είναι λίγες οι φορές που βλέπουμε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από πολίτες που είχαν ανεπιθύμητους επισκέπτες στις αυλές ή στα υποστατικά τους.

Σύμφωνα με τους ειδικούς τα φίδια προσελκύονται από πηγές νερού ή τροφής. Οπότε υπάρχει τρόπος πρόληψης και μπορείτε να λάβετε τα μέτρα σας. Αν πάλι βρεθείτε αντιμέτωποι με κάποιο φίδι είτε στην ύπαιθρο είτε σε κατοικημένη περιοχή, υπάρχουν συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσετε για να προστατευτείτε.

Το πρώτο βήμα είναι να είστε σε θέση να αναγνωρίσετε το είδος του φιδιού, ώστε να γνωρίζετε πως να αντιδράσετε. Στην Κύπρο υπάρχουν 8 είδη φιδιών, εκ των οποίων τα τρία έχουν δηλητήριο αλλά μόνο ένα από αυτά είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Πρόκειται για τη φίνα, η οποία είναι σωληνόγλυφο φίδι που σημαίνει ότι φέρει δηλητήριο στα μπροστινά δόντια.

Τα 8 είδη φιδιών στην Κύπρο και τα χαρακτηριστικά τους

Ανήλιος (Typhlops vermicularis)

Σύμφωνα με τον Άτλαντα Ερπετών και Αμφιβίων της Κύπρου (HerpAtlas.cy), πρόκειται για το μικρότερο φίδι της Κύπρου, αφού το μήκος του δεν ξεπερνά τα 30-35 cm. Αν και έχει δύο μικρά  μάτια, είναι σχεδόν τυφλό, καθώς βλέπει μόνο τις αυξομειώσεις του φωτός. Είναι χρώματος μπεζ ή σε κάποιες περιπτώσεις ροζ, ενώ ζει σε στοές στο έδαφος. Δεν φέρει δηλητήριο και τρώει μυρμήγκια, τερμίτες και τα αυγά τους. Το εντοπίζουμε σε διάφορες περιοχές της Κύπρου, από παράλιες μέχρι το υψόμετρο των 600 μέτρων.

Δρόπης (Hemorrhois nummifer)

Ξεχωρίζει από το καφέ χρώμα του και τους ιδιαίτερους σχηματισμούς που έχει στην πλάτη του σε μορφή ρόμβου και πιο σκούρου χρώματος. Πρόκειται για ένα άγλυφο φίδι, χωρίς δηλητήριο, οπότε θεωρείται ακίνδυνο για τον άνθρωπο, ωστόσο μπορεί να έχει επιθετική συμπεριφορά εάν το ενοχλήσουμε. Το μήκος του μπορεί να φτάσει τα 150 cm, ενώ το εντοπίζουμε σε βραχώδεις περιοχές με αραιή βλάστηση, από τις παράλιες περιοχές μέχρι και τα 1700 μέτρα. Τρώει πουλιά, σαύρες και μεγάλα σε μέγεθος έντομα.

Θερκό (Dolichophis jugularis)

Το μαυρόφιδο με ευρεία εξάπλωση σε όλο το νησί, είναι το μεγαλύτερο είδος φιδιού στην Ευρώπη, αφού το μήκος του μπορεί να φτάσει τα 3 μέτρα. Τα νεαρά θερκά έχουν ελαιοπράσινο χρώμα με καφέ νιφάδες, ενώ κατά την ενηλικίωσή τους, γύρω στα 3 με 4 έτη, αλλάζουν χρώμα και γίνονται μαύρα με ιριδίζον λευκή κοιλιά. Τρώει πουλιά, σαύρες και άλλα φίδια, ενώ δεν φέρει δηλητήριο.

Κυπριακό νερόφιδο (Natrix natrix cypriaca)

Είναι σπάνιο ενδημικό της Κύπρου. Είναι μικρό σε μέγεθος αφού δεν ξεπερνά το ένα μέτρο. Το τυπικό του χρώμα είναι το γκρίζο με ασπροκίτρινο και μαύρες βούλες ή γραμμές, ενώ χαρακτηριστικό είναι το σκούρο μισοφέγγαρο πίσω από τα μάγουλα. Εντοπίζεται επίσης σε ενιαίο μαύρο χρωματισμό ή και μαύρο χρώμα με αχνόλευκα στίγματα. Ζει σε λίμνες και ποταμούς με πλούσια βλάστηση, ενώ τρέφεται με βατράχια, και μικρά ψάρια. Δεν έχει δηλητήριο και είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο, ωστόσο όταν αμύνεται εκκρίνει ένα δύσοσμο υγρό.

Κυπριακό φίδι (Hierophis cypriensis)

Ακόμα ένα ενδημικό είδος της Κύπρου, όχι ιδιαίτερα κοινό έως και σπάνιο. Είναι άγλυφο, δεν φέρει δηλητήριο και δεν θεωρείται επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Είναι πολύ λεπτό φίδι που φτάνει μόλις το ένα μέτρο. Τα νεαρά έχουν ελαιοπράσινο χρώμα, ενώ τα ενήλικα είναι μαύρα με λευκές εγκάρσιες ραβδώσεις στην πλάτη και ένα λευκό δακτυλίδι γύρω από το μάτι. Εντοπίζεται συνήθως σε χώρους με πυκνή βλάστηση οι οποίοι βρίσκονται κοντά σε ρυάκια, ποταμούς και ρεματιές. Αρχικά είχε εντοπιστεί σε δασικές περιοχές αλλά φαίνεται πως έχει πιο ευρεία εξάπλωση. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά, σαύρες, βατράχια και μεγάλα έντομα.

Ξυλόδροπης (Telescopus fallax)

Μικρό λεπτό φίδι που φτάνει μόλις το ένα μέτρο. Είναι γκρίζο-μπεζ με πλατιές σκούρες γραμμώσεις με ευρεία εξάπλωση από τα παράλια μέχρι και τις πιο ψηλές κορυφές του Τροόδους. Ζει σε ξερά πετρώδη εδάφη, δραστηριοποιείται πρωί και βράδυ, ενώ τρώει σαύρες και μεγάλα έντομα. Είναι οπισθόγλυφο που σημαίνει ότι φέρει δηλητήριο στα πίσω δόντια. Είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο, ωστόσο όταν ενοχληθεί κουλουριάζεται, συρίζει και προσπαθεί να δαγκώσει.

Σαΐττα (Malpolon insignitus)

Ακόμα ένα οπισθόγλυφο φίδι, που φέρει δηλητήριο αλλά στα πίσω δόντια και είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο. Είναι κοινό, μεγάλο και δυνατό ερπετό που φτάνει μέχρι τα δύο μέτρα. Τα νεαρά είναι καφέ με διακεκομμένες λευκές ή κίτρινες γραμμώσεις, ενώ όταν τα ενήλικα είναι γκρίζα προς ελαιοπράσινα με λευκά στίγματα στο πιγούνι και κίτρινη κοιλιά. Συναντάται σε όλη την Κύπρο από τις παράλιες περιοχές μέχρι τα ψηλότερα ορεινά, τόσο σε ξηρά εδάφη όσο και σε δάση. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά, σαύρες, αλλά και μικρότερα φίδια.

Φίνα (Macrovipera lebetinus)

Το μοναδικό φίδι στην Κύπρο που είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο, αφού είναι σωληνόγλυφο, δηλαδή φέρει φέρει δηλητήριο στα μπροστινά δόντια. Η Κύπρος είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που φιλοξενεί το συγκεκριμένο είδος. Η εξάπλωσή του είναι ευρεία από τα παράλια μέχρι και τις ψηλές κορυφές του Τροόδους. Ξεχωρίζει για το χοντρό σώμα της σε σχέση με τα υπόλοιπα φίδια στο νησί, την κοντή ουρά της, ενώ έχει το χρώμα της άμμου με σκούρους καφέ ορθογώνιους σχηματισμούς σε εναλλάξ μοτίβο στην πλάτη. Έχει χοντρό τριγωνικό κεφάλι με δύο χαρακτηριστικές μαύρες κουκκίδες στη μέση του. Εντοπίζεται σε όλο το νησί, από δάση, παραλίες, βραχώδη εδάφη, συνήθως κοντά σε πηγές νερού. Πολύ συχνά την συναντάμε σε κατοικημένες περιοχές. Τρώει αρουραίους, μικρά θηλαστικά, πουλιά σαύρες, μεγάλα έντομα, αλλά και μικρότερα φίδια.

Τι κάνουμε αν δούμε φίδι: Οι οδηγίες του Ερπετολογικού Συνδέσμου Κύπρου

Σύμφωνα με την Μαριλένα Σταματίου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερπετολογικού Συνδέσμου Κύπρου, τα βασικά βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος εάν βρεθεί αντιμέτωπος με ένα φίδι είναι τα εξής: ψυχραιμία, απόσταση και σωστή αναγνώριση του είδους.

Όπως εξηγεί μιλώντας στο philenews, η αντίδραση εξαρτάται πάντοτε από το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η συνάντηση. Αν κάποιος βρίσκεται έξω στη φύση, η παρουσία φιδιών θεωρείται απολύτως φυσιολογική. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το φίδι είτε θα προσπαθήσει να απομακρυνθεί είτε θα μείνει ακίνητο, καθώς φοβάται τον άνθρωπο, τον οποίο αντιλαμβάνεται ως μεγάλο θηρευτή.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οδηγία είναι σαφής: αφήνουμε το φίδι στην ησυχία του και απομακρυνόμαστε χωρίς να το ενοχλήσουμε.

Διαφορετική είναι η διαχείριση όταν το φίδι εντοπιστεί σε υποστατικό, αυλή ή άλλο σημείο όπου δεν πρέπει να βρίσκεται. Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώρισή του, με ιδιαίτερη προσοχή στη φίνα, γνωστή και ως οχιά, κοντονούρα ή κουφή, η οποία είναι το μόνο επικίνδυνο φίδι στην Κύπρο.

Σε καμία περίπτωση, τονίζει η κ. Σταματίου, δεν πρέπει κάποιος να αγγίξει τη φίνα ή να επιχειρήσει να τη στριμώξει. Αν το φίδι βρίσκεται απλώς στη μέση μιας αυλής, είναι πιθανό να φύγει από μόνο του. Αν όμως είναι εγκλωβισμένο ή βρίσκεται σε σημείο όπου δεν μπορεί να παραμείνει, η απομάκρυνση πρέπει να γίνει με μεγάλη προσοχή.

Στην περίπτωση της φίνας, μπορεί κάποιος, κρατώντας απόσταση περίπου ενός έως ενάμιση μέτρου, να επιχειρήσει με μια σκούπα να την καθοδηγήσει ώστε να απομακρυνθεί. Αν πρόκειται για άλλο φίδι, μπορεί να χρησιμοποιηθεί φαράσι για την απομάκρυνσή του, καθώς τα υπόλοιπα φίδια της Κύπρου δεν θεωρούνται επικίνδυνα για τον άνθρωπο, ακόμη και αν δαγκώσουν.

Ο Ερπετολογικός Σύνδεσμος Κύπρου δέχεται κλήσεις πολιτών για τέτοια περιστατικά, με την κ. Σταματίου να σημειώνει ότι τα μέλη του είναι εθελοντές και ανταποκρίνονται αναλόγως της διαθεσιμότητάς τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται επί τόπου επίσκεψη, ενώ σε άλλες δίνονται τηλεφωνικές οδηγίες. Συχνά, πολίτες απευθύνονται και στην Πυροσβεστική, η οποία στη συνέχεια επικοινωνεί με τον Σύνδεσμο. Όπως αναφέρει, δεν υπάρχει επίσημος κρατικός φορέας ή επίσημη τηλεφωνική γραμμή αποκλειστικά για την απομάκρυνση φιδιών.

Μέτρα πρόληψης

Το καλοκαίρι, όταν η βλάστηση ξεραίνεται και οι αυλές διαθέτουν νερό, τα φίδια μπορεί να προσελκύονται σε κατοικημένες περιοχές. Για τον λόγο αυτό, η πρόληψη θεωρείται σημαντική.

Σύμφωνα με την κ. Σταματίου, τα φίδια προσεγγίζουν έναν χώρο είτε επειδή βρίσκουν νερό είτε επειδή βρίσκουν τροφή. Οι πολίτες καλούνται να περιορίζουν πηγές νερού, όπως σωλήνες ή βρύσες που στάζουν, να τακτοποιούν αποθήκες και χώρους όπου μπορεί να υπάρχουν ποντίκια ή αρουραίοι, και να απομακρύνουν πυκνή βλάστηση.

Όπως εξηγεί, τα φίδια που εμφανίζονται σε κοτέτσια δεν προσελκύονται από τις κότες, αλλά συνήθως από τους αρουραίους και τα ποντίκια που μπορεί να υπάρχουν στον χώρο. Έμμεσα, οι ψεκασμοί για τον περιορισμό εντόμων και τρωκτικών βοηθούν στη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης φιδιών. 

Η κ. Σταματίου ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει ειδικός ψεκασμός που να απωθεί αποτελεσματικά τα φίδια. Τα χημικά σκευάσματα που διαφημίζονται ως απωθητικά, όπως αναφέρει, μπορεί να προκαλούν ζημιά στο οικοσύστημα, σκοτώνοντας όχι μόνο φίδια αλλά και άλλους οργανισμούς.

Πόσο επικίνδυνο είναι το δηλητήριο της φίνας;

Σε περίπτωση δαγκώματος από φίδι, η βασική οδηγία είναι να παραμείνει το άτομο ψύχραιμο και να μεταβεί άμεσα στο νοσοκομείο. Η ίδια επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια δεν ενδείκνυται το σφιχτό δέσιμο στο σημείο του δαγκώματος.

Το δηλητήριο της φίνας είναι επικίνδυνο, αλλά θεωρείται ασθενέστερο σε σχέση με δηλητήρια άλλων φιδιών που υπάρχουν στο εξωτερικό. Ωστόσο, όπως αναφέρει η κ. Σταματίου κάθε δάγκωμα είναι διαφορετικό και κάθε οργανισμός αντιδρά με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν, όπως αναφέρει, περιπτώσεις όπου παιδιά αντέδρασαν καλά, ενώ υγιείς ενήλικες παρουσίασαν σοβαρότερη εικόνα.

Όπως εξηγεί, η ποσότητα δηλητηρίου που εγχέει το φίδι δεν είναι πάντοτε η ίδια. Μπορεί να δαγκώσει αμυντικά χωρίς να διοχετεύσει δηλητήριο ή να εγχύσει μεγαλύτερη ποσότητα. Γι’ αυτό, κανένα περιστατικό δεν πρέπει να υποτιμάται.

Η οδηγία είναι η άμεση μετάβαση στο νοσοκομείο, ιδανικά με άλλο άτομο να οδηγεί. Ο πανικός πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος μπορεί να συμβάλει στην ταχύτερη εξάπλωση του δηλητηρίου.

Σύμφωνα με την κ. Σταματίου, τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν οίδημα, υγρά, κοκκινίλα, έντονο πόνο και πρήξιμο. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί νέκρωση κοντά στο σημείο του δαγκώματος, αν και αυτό δεν είναι συνηθισμένο, ενώ σπάνια, μπορεί να υπάρξουν επιπλοκές που να απαιτήσουν ακόμη και αιμοκάθαρση.

Στο νοσοκομείο εφαρμόζεται συγκεκριμένο πρωτόκολλο, που αρχίζει με χορήγηση ορού και, αν χρειαστεί, κορτιζόνης, όπως γίνεται σε περιπτώσεις αλλεργικής αντίδρασης. Αντιοφικός ορός χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σύμφωνα με την κ. Σταματίου, υπάρχει διαθέσιμος στα νοσοκομεία, όμως σπάνια απαιτείται η χορήγησή του.

Το δάγκωμα της φίνας συνήθως αναγνωρίζεται από δύο μικρές τρύπες στο δέρμα, ενώ τα δαγκώματα άλλων φιδιών έχουν πιο καμπύλη διάταξη. Τα οπισθόγλυφα φίδια δεν διαθέτουν δηλητήριο ικανό να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στον άνθρωπο και, σύμφωνα με τον Ερπετολογικό Σύνδεσμο, δεν έχουν καταγραφεί θάνατοι ή σοβαρές βλάβες από αυτά στην Κύπρο ή στο εξωτερικό.

Οι σοβαρές περιπτώσεις από δάγκωμα φίνας συνδέονται συχνά με καθυστέρηση στη μετάβαση στο νοσοκομείο ή με δευτερογενείς παράγοντες, όπως ζάλη ή πτώση. «Όσο πιο νωρίς, τόσο πιο καλά», είναι η βασική οδηγία σύμφωνα με την κ. Σταματίου.

Ο Ερπετολογικός Σύνδεσμος Κύπρου μπορεί να παρέχει οδηγίες στους πολίτες μέσω τηλεφώνου στο 95546634, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των εθελοντών του.

*Εικόνες και περισσότερες πληροφορίες για τα ερπετά της Κύπρου ΕΔΩ