Μισά-μισά θα πληρώσουν, πολίτες και επενδυτής, για την ηλεκτροδότηση και την υδροδότηση της εγκαταλελειμμένης κοινότητας Τρόζενα στη Λεμεσό, μεγάλο τμήμα της οποίας αγοράστηκε ήδη με στόχο την ανέγερση 60 οικιών, οινοποιείου και κατασκηνωτικού χώρου, όπως έγραψε χθες ο «Φ».
Το κόστος ηλεκτροδότησης της ανάπτυξης θα φτάσει περίπου τα €370.000, όπως ανέφερε στον «Φ» ο κοινοτάρχης Άρσους Τρόζενας και Γεροβάσας, Γιαννάκης Γιαννάκη, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτησή μας, ανέφερε, ότι ο επενδυτής δέχτηκε να καταβάλει το μισό κόστος. Το κόστος της υδροδότησης δεν ξεκαθάρισε ακόμη.
Σε παρατήρησή μας, ότι υπό κανονικές συνθήκες το κόστος έπρεπε να αναληφθεί εξ ολοκλήρου από τον επενδυτή, του οποίου η ανάπτυξη θα εξυπηρετείται, ανέφερε πως από την ηλεκτροδότηση της κοινότητας θα επωφεληθούν και όσοι ιδιοκτήτες οικιών αποφασίσουν να τα συντηρήσουν. Όπως είπε ο ίδιος, η κοινότητα ουδέποτε ηλεκτροδοτήθηκε και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην εγκατάλειψή της.
Για την υδροδότηση ανέφερε ότι θα γίνουν γεωτρήσεις προκειμένου να αυξηθούν οι διαθέσιμες ποσότητες νερού, ενώ πιθανώς να διαθέσει νερό και η κοινότητα Άρσους ώστε να υπάρχει επάρκεια στην Τρόζενα.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι το θέμα συζητήθηκε ενώπιον του κοινοτικού συμβουλίου Άρσους, το οποίο στηρίζει την ανάπτυξη με το σκεπτικό ότι θα αναπτυχθεί ευρύτερα η περιοχή και οι κάτοικοί της.
Όπως εξήγησε, στην Τρόζενα υπάρχουν περίπου 30 σπίτια χαλασμένα (μισογκρεμισμένα) και από αυτά, τα 15 αγοράστηκαν από την εταιρεία η οποία προωθεί την ανάπτυξη για την οποίαν υπεβλήθη αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας πριν από περίπου ενάμιση έτος.
Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσον οι υφιστάμενες οικοδομές θα αναπαλαιωθούν ή θα κατεδαφιστούν, ο κοινοτάρχης ανέφερε ότι εξ όσων πληροφορήθηκε, μιλάμε για αναπαλαίωση με τον ίδιο χαρακτήρα που είχαν προτού καταρρεύσουν τμήματα τους και γι’ αυτό τον σκοπό θα χρησιμοποιηθούν πέτρα, ξύλο και κεραμίδια. Πάντως, τεχνικοί οι οποίοι εξετάζουν την αίτηση για λογαριασμό του ΕΟΑ Λεμεσού, θεωρούν πως με βάση το τι διαβλέπουν οι ίδιοι, μάλλον σε κατεδάφιση παρά σε αναπαλαίωση των υφιστάμενων οικοδομών παραπέμπει ο σχεδιασμός.
Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με τον κ. Γιαννάκη, ο επενδυτής βελτιώνει τους δρόμους της κοινότητας με δική του δαπάνη ενώ έχει συντηρήσει και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου δημιουργώντας και τουαλέτες που δεν υπήρχαν.
«Για την περιοχή μας η οποία είναι παραμελημένη, η επένδυση κρίνεται ως πολύ υποβοηθητική λαμβανομένου υπόψιν, πως πέραν των δέκα οικογενειών που εργοδοτήθηκαν ήδη, θα εργοδοτηθούν και άλλοι κάτοικοι», είπε ο κοινοτάρχης. Ως προς την απασχόληση των δέκα οικογενειών ανέφερε ότι φυτεύουν δέντρα, δημιουργούν αναβαθμίδες, κτίζουν τοίχους οι οποίοι είχαν κατεδαφιστεί, διαμόρφωσαν μονοπάτι της φύσης κ.ο.κ. Ανέφερε. επίσης, πως άρχισε ήδη και η αναστύλωση κάποιων κατοικιών εν αναμονή της έγκρισης της αίτησης.
Σχετικά με τη θέση της κοινότητας για την προωθούμενη ανάπτυξη, ο κ. Γιαννάκη ανέφερε, πως αυτό που ενδιαφέρει από την υλοποίηση της ανάπτυξης είναι η προσέλκυση τουριστών, η επίσκεψή τους σε εστιατόρια της περιοχής και η δημιουργία θέσεων εργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η παραμονή του πληθυσμού. Όπως εξήγησε, ενώ παλαιότερα το Άρσος είχε 1.000 κατοίκους, σήμερα έχει 100 και αν δεν γίνει κάτι να στηριχθεί η περιοχή, θα καταλήξει σε μια δεύτερη Τρόζενα.
Όταν ρωτήσαμε τον κ. Γιαννάκη ως προς τη χρήση των οικοδομών οι οποίες προγραμματίζεται να ανεγερθούν, ανέφερε πως ο επενδυτής τον ενημέρωσε ότι θα διατίθενται προς ενοικίαση για συνταξιούχους. Για τον κατασκηνωτικό χώρο ανέφερε ότι προγραμματίζεται να διαμορφωθεί στην αγροτική γη η οποία περιβάλλει την κοινότητα.
Ο κοινοτάρχης σχολιάζοντας ισχυρισμούς κάποιων περί διαπλοκής, ξεκαθάρισε, πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή πέραν της υποστήριξης του για το καλώς νοουμένου συμφέροντος της κοινότητας του. Πρόσθεσε, πως την ανάπτυξη στηρίζουν και οι σύμβουλοι της κοινότητας καθώς και κοινοτάρχες της ευρύτερης περιοχής.
Σχετικά με τον ορίζοντα ολοκλήρωσης του έργου εκτίμησε, πως ειδικά ο πυρήνας μπορεί να διαμορφωθεί σε περίπου ενάμιση χρόνο από την έναρξη των κατασκευαστικών έργων. Σε παρατήρηση ότι ήδη υπάρχουν αναφορές για διεξαγωγή εργασιών ανέφερε ότι εκτελούνται μεν κάποιες εργασίες αλλά σε περιορισμένη κλίμακα μέχρι την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας.
Ως προς το οινοποιείο, για το οποίο υπάρχει πρόθεση να κατασκευαστεί, ο κοινοτάρχης ανέφερε πως ο επενδυτής φύτεψε αμπέλια σε 150 στρέμματα γης με σκοπό την παραγωγή κρασιού.

Η ιστορία της κοινότητας
Τι ήταν, όμως η κοινότητα Τρόζενα και γιατί εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της; Έχει κάτι να παρουσιάσει εκτός από ερείπια;
Ο κοινοτάρχης Άρσους – Γεροβάσας – Τρόζενας, αναφέρει στον «Φ», πως ο τελευταίος κάτοικος εγκατέλειψε την κοινότητα το 1980.
Για την ιστορία καταγράφουμε πως, με βάση την απογραφή της Στατιστικής Υπηρεσίας του 1982, είχαν καταγραφεί πέντε άνθρωποι ενώ την επόμενη απογραφή (1992) κατεγράφησαν μόλις τρεις άνθρωποι. Το 1881 κατοικούσαν στην κοινότητα 78 άνθρωποι, το 1946 ανήλθαν στους 133, το 1960 καταγράφηκαν μόλις έξι και από τότε και εντεύθεν ο αριθμός παρέμεινε μονοψήφιος μέχρι που η κοινότητα «κατέβασε ρολά».
Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η Τρόζενα αρχικά θεωρείτο περισσότερο (οθωμανικό) τσιφλίκι παρά κοινότητα και σε αυτό δραστηριοποιούνταν οι διαμένοντες.
Ξεχωριστό μέρος στην ιστορία της κοινότητας αποτελεί η μεταλλική γέφυρα η οποία κατασκευάστηκε από τους Βρετανούς με σκοπό να διευκολύνει μέρος της δραστηριότητάς τους κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η γέφυρα χρησιμοποιήθηκε αργότερα και την περίοδο δράσης της ΕΟΚΑ. Εκτιμάται πως περιλαμβάνεται στις λίγες εναπομείνασες που διατηρούνται με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, παρά την εγκατάλειψη της στο έλεος του χρόνου, η κοινότητα εξακολουθεί να προσελκύει κάποιους επισκέπτες, οι οποίοι φέρονται να είναι ενθουσιασμένοι από τη φύση της περιοχής.
Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις η Τρόζενα κτίστηκε τον Μεσαίωνα, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η ιστορία της στρέφεται πίσω μέχρι και την αρχαία Ελλάδα και παραπέμπουν στην Τροιζήνα, αρχαία πόλη της Πελοποννήσου.
Τα πιο πάνω, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, προσδίδουν από μόνα τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια κοινότητα η οποία είτε θα αφεθεί να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη είτε θα αναζωογονηθεί ή θα αναδομηθεί, έστω και με διαφορετική εικόνα. Το θέμα είναι με ποιο κόστος θα γίνουν όλα αυτά για το φυσικό περιβάλλον και τη μοναδικότητα της περιοχής.