Εξελίξεις σημειώνονται γύρω από τη σύσταση της Υποδιεύθυνσης Πάταξης του Οργανωμένου Εγκλήματος, του λεγόμενου κυπριακού FBI, το οποίο είχε εξαγγελθεί περί τον Δεκέμβριο πέρσι.

Οι ενέργειες που γίνονται είναι συνεχείς αφού ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως Κώστας Φυτιρής θέλει να δει τη νεοσύστατη μονάδα να εργάζεται το συντομότερο δυνατόν. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι έχει εξευρεθεί το κτήριο στο οποίο θα στεγαστεί η μονάδα και ήδη υπογράφηκαν τα προσύμφωνα με εμπορική τράπεζα, ενώ η συμφωνία τέθηκε και ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου. Μόλις το θέμα πάρει θετική κατάληξη θ’ αρχίσουν τα έργα ανακαίνισης του κτηρίου ώστε να στεγάσει τις ανάγκες της νέας υπηρεσίας.

Παράλληλα, εδώ και λίγο διάστημα έχουν μετακινηθεί ορισμένα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την ειδική αυτή μονάδα τα οποία μάλιστα εργάζονται στο ξεσκόνισμα ορισμένων παλαιών υποθέσεων. Το γεγονός ότι κάποια από τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τη νεοσύστατη υπηρεσία έπιασαν δουλειά, επιβεβαίωσε και στέλεχος της Αστυνομίας, ενώ όπως έγραψε παλαιότερα ο «Φ», επικρατέστερος για να τεθεί επικεφαλής της, θα είναι ο σημερινός διοικητής της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) Χρίστος Ανδρέου.

Ούτως ή άλλως η ΥΚΑΝ θα τεθεί κάτω από την νέα υπηρεσία μαζί με άλλα τμήματα που σχετίζονται με την καταπολέμηση ή τη συλλογή και αξιοποίηση πληροφοριών κατά του εγκλήματος. Για τον τρόπο σύστασης και λειτουργίας της μονάδας αυτή, θα ληφθεί τεχνογνωσία από το ελληνικό μοντέλο, το οποίο έχει να παρουσιάσει αξιοζήλευτα αποτελέσματα. Ήδη τα υπουργείο Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη σε Κύπρο και Ελλάδα αντίστοιχα και οι Αστυνομικές Αρχές των δύο χωρών, είναι σε στενή συνεργασία για το θέμα κυρίως όσον αφορά στον τρόπο δράσης της μονάδας αυτής, ώστε να φέρει αποτελέσματα.

Η απόφαση για τη σύσταση μονάδας που θα ασχολείται αποκλειστικά με το οργανωμένο έγκλημα είχε ληφθεί επί υπουργίας Μάριου Χαρτσιώτη μετά από επαφές που είχε με τον Έλληνα υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο, μαζί με τον επικεφαλής του ελληνικού FBI και είχε συζητήσεις για το ζήτημα.

Την προώθηση της ιδέας και την υλοποίηση της απόφασης για σύσταση εξειδικευμένης μονάδας κατά του οργανωμένου εγκλήματος, ανέλαβε ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος εξ αρχής είχε θέσει στις προτεραιότητές του την πάταξη της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος και είχε για το ζήτημα αυτό επαφές στην Αθήνα.

Επίσης έκρινε επιβεβλημένη τη σύσταση μιας task force, ομάδας, δηλαδή μιας ομάδας που θα ασχολείται αποκλειστικά με την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος. Όπως έχει τονίσει ο κ. Φυτιρής, θα πρέπει για να βρεθούν οι άκρες του οργανωμένου εγκλήματος οι ανακριτές ν’ ακολουθήσουν το χρήμα, δηλαδή πού διακινούνται μεγάλα ποσά και πώς οι φατρίες αποκτούν τόσο μεγάλη οικονομική άνεση.

Επειδή το οργανωμένο έγκλημα αποκτά οικονομική δύναμη μέσω της διακίνησης ναρκωτικών, προστασίας και τζόγου, πέραν της ΥΚΑΝ, θα υπαχθεί κάτω από την ομπρέλα αυτής της μονάδας, και η Υπηρεσία Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών (ΥΔΑΠ), ενώ θα ενισχυθεί με ανακριτές από τα ΤΑΕ, τον ΟΠΕ και άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις στα οικονομικά, λογιστικά κ.ά. Επίσης η Υπηρεσία θα έχει απευθείας επαφή και με τη ΜΟΚΑΣ για την άμεση ανταπόκριση όταν πρόκειται για την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης χρημάτων και αντικειμένων από παράνομες δραστηριότητες.

Το πρόβλημα στην πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος αφορά στην έλλειψη νομοθετικού πλαισίου για την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, κάτι που οι άλλες χώρες όπως και η Ελλάδα, έχουν στη φαρέτρα τους. Παρά το τεράστιο εγχείρημα για να περάσουν τα σχετικά νομοσχέδια πριν τη διάλυση της Βουλής, εντούτοις αυτό δεν επιτεύχθηκε λόγω χειρισμών αλλά και της επιμονής βουλευτών να μην εγκρίνουν πρόνοιες των επίμαχων νομοσχεδίων. Τελικά η υπό σύσταση υπηρεσία θα στερηθεί αυτού του όπλου που θα μπορούσε να της λύσει τα χέρια και να είναι ένα βήμα μπροστά από τους εγκληματίες.

Εκτιμάται ότι οι αμέσως επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για τη σύσταση και λειτουργία της νέας υπηρεσίας, ενώ η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να συνεχίσει τις προσπάθειες για την ψήφιση νομοθεσίας που θ’ αφορά το τηλεπικοινωνιακό απόρρητο, ώστε υπό προϋποθέσεις να επιτρέπεται η παρακολούθηση τηλεφώνων. Χωρίς αυτό το μέσο τα αποτελέσματα κατά του οργανωμένου εγκλήματος δεν θα είναι τα αναμενόμενα.