Συνολικά 60 κατοικίες, ένα κατασκηνωτικό χώρο και ένα οινοποιείο προτίθεται να δημιουργήσει εταιρεία ισραηλινών συμφερόντων στην εγκαταλελειμμένη κοινότητα Τρόζενα στη Λεμεσό και η οποία, ήδη υπέβαλε σχετική αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας.

Τα πιο πάνω πληροφορηθήκαμε αρμοδίως ύστερα από αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τις οποίες, αναφέρουν πως η κοινότητα πουλήθηκε σε Ισραηλινούς.

Στην προσπάθεια μας να διαπιστώσουμε τι κρύβεται πίσω από την αναταραχή που προκλήθηκε και τις έντονες αντιπαραθέσεις που ξέσπασαν, και επιχειρώντας να καταλήξουμε «που τελειώνει ο μύθος ξεπούλημα του χωριού και που αρχίζει η πραγματικότητα για την (μέχρι προχθές) άγνωστη για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών κοινότητα», αναζητήσαμε απαντήσεις από τους αρμοδίους.

Από τις απαντήσεις που μας δόθηκαν και με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν ο καθένας μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Με βάση τα πιο πάνω και με το σκεπτικό ότι «για να αγοράζει κάποιος μία κοινότητα ή έστω μεγάλες εκτάσεις της, προφανώς έχει κατά νουν να προχωρήσει σε αξιοποίηση της επένδυσης», απευθυνθήκαμε στον πρόεδρο του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λεμεσού κ. Γιάννη Τσουλόφτα, από τον οποίο ζητήσαμε ενημέρωση ως προς το κατά πόσον έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για μεγάλη ανάπτυξη στην εγκαταλελειμμένη κοινότητα Τρόζενας. Ο κ. Τσουλόφτας επιφυλάχθηκε και επανήλθε γνωστοποιώντας μας ότι εταιρεία υπέβαλε αίτηση για ανέγερση 60 οικιών, ενός κατασκηνωτικού χώρου και ενός οινοποιείου.

Αν λάβει κανείς υπόψιν ότι κατά την απογραφή του 1946, όταν η κοινότητα βρισκόταν στο απόγειο της (από πλευράς πληθυσμού), οι κάτοικοί της έφτασαν προσωρινά τους 133 (στην απογραφή του 1931 ήταν μόλις 64 ενώ το 1960 ήταν 106) αντιλαμβάνεστε πως ίσως δεν υπήρχαν ποτέ περισσότερα σπίτια από όσα υπάρχει πρόθεση να ανεγερθούν τώρα. Και βεβαίως, πέραν των κατοικιών, το νέο στοιχείο είναι ο κατασκηνωτικός χώρος, ο οποίος προφανώς θα αξιοποιηθεί για τουριστικούς σκοπούς, όπως και το οινοποιείο το οποίο ενδεχομένως να αξιοποιηθεί, ως πόλος έλξης, για τουρίστες αλλά και ως οικονομική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», οι κατοικίες φαίνεται να χωροθετούνται στον πυρήνα της κοινότητας, όπου βρισκόταν η κατοικημένη περιοχή και το ίδιο ισχύει και για το οινοποιείο ενώ ο κατασκηνωτικός χώρος προγραμματίζεται να δημιουργηθεί εκτός του πυρήνα, δηλαδή στην περίμετρο του χωριού.

Σύμφωνα με πληροφορίες μας, η πολεοδομική Ζώνη που επικρατεί στην Τρόζενα είναι η «Η1», δηλαδή οικιστική.

Πάντως, η Τρόζενα, όπως την γνωρίσαμε έστω από τις φωτογραφίες, θα διαφοροποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κατεδαφίσεις υφιστάμενων κτηρίων και ανέγερση νέων στη θέση τους.

Συνήθως, σε πολεοδομική Ζώνη Η1, ειδικά στις πόλεις, επιτρέπεται η ανέγερση μέχρι τρεις ορόφους και ύψος 11,4 μέτρα, με συντελεστή δόμησης 120% και ποσοστό κάλυψης 70%. Πέραν από μικρές πολυκατοικίες μπορούν να ανεγερθούν και οικιστικά συγκροτήματα ή και μεμονωμένες κατοικίες. Βεβαίως το γεγονός ότι όλη η συγκεκριμένη περιοχή εμπίπτει στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «Natura 2000», ίσως οδηγήσει σε απαίτηση διενέργειας περιβαλλοντικής αξιολόγησης σε μεγαλύτερο βάθος.

Μέχρι το σημείο της απόκτησης της γης από τον επενδυτή έγινε αποφασιστικό βήμα για την υλοποίηση της επένδυσης αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο μπορεί να φαίνονται εκ πρώτης όψεως, αφού, όπως ανέφερε στον «Φ» ο πρόεδρος του ΕΟΑ Λεμεσού, το Τμήμα Περιβάλλοντος εξέφρασε επιφυλάξεις οι οποίες εδράζονται στο γεγονός ότι η ίδια η κοινότητα και η ευρύτερη περιοχή εμπίπτουν στο Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «Natura 2000».

Σύμφωνα με το Τμήμα Περιβάλλοντος, «το «Natura 2000» είναι ένα ευρύ ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων φυσικών περιοχών για είδη χλωρίδας, πανίδας, πτηνών και οικοτόπων.
Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και έχει ως στόχο του την προστασία και διαχείριση ευάλωτων ειδών και οικοτόπων σε όλη τη φυσική τους περιοχή εξάπλωσης ανά την Ευρώπη, άσχετα από τα εθνικά ή πολιτικά σύνορα».
Βασίζεται δε, «στην πλήρη και αποτελεσματική υλοποίηση και εφαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη Διατήρηση των Φυσικών Οικοτόπων και της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ για την Προστασία των Άγριων Πτηνών».

Πάντως, όπως πληροφορείται ο «Φ», το Τμήμα Περιβάλλοντος θεωρεί πως η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής είναι πολύ πλούσια και ότι χρήζει προστασίας.

Το Τμήμα Περιβάλλοντος ζήτησε επιπρόσθετα στοιχεία

>Ο ΕΟΑ Λεμεσού δεν προχωρά σε αδειοδότηση μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης

Όπως μας ενημέρωσε ο πρόεδρος του ΕΟΑ, το Τμήμα Περιβάλλοντος ζήτησε επιπρόσθετα στοιχεία και εξηγήσεις ως προς τον τύπο και την έκταση της ανάπτυξης, προφανώς για να εκτιμήσει τις πιθανές επιπτώσεις και αν αυτές είναι τέτοιες ώστε να μπορεί να δοθεί συγκατάθεση ή αν ο βαθμός επιβάρυνσης της περιοχής (περιλαμβανομένων των ειδών που φιλοξενεί) είναι τόσο μεγάλος ώστε να μην μπορεί το Τμήμα να ανάψει το πράσινο φως για την επένδυση.

Όπως εξήγησε ο κ. Τσουλόφτας, δεδομένης και της θέσης του Τμήματος Περιβάλλοντος, ο ΕΟΑ Λεμεσού δεν έχει εκδώσει πολεοδομική άδεια. Άλλωστε, όπως ανέφερε, ο Οργανισμός ανέθεσε τη μελέτη του όλου θέματος (και της αίτησης που έχει υποβληθεί) σε έμπειρο λειτουργό, ο οποίος στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με αναπτύξεις ανάλογου τύπου και αναμένει το δικό του πόρισμα, το οποίο βεβαίως θα ληφθεί υπόψιν μαζί με άλλους παράγοντες.

Σημειώνεται, πως δεν υπεβλήθη μία αίτηση η οποία να περιλαμβάνει το σύνολο των κατοικιών, το οινοποιείο και τον κατασκηνωτικό χώρο (ως ενιαία ανάπτυξη) αλλά, όπως πληροφορούμαστε έχουν κατατεθεί δύο αιτήσεις για τις 60 κατοικίες, μία για το οινοποιείο και μία για τον κατασκηνωτικό χώρο.

Για να καταλήξει το Τμήμα Περιβάλλοντος αλλά και ο ΕΟΑ σε απόφαση, θα συνυπολογίσουν το σύνολο των προτεινόμενων οικοδομημάτων και χρήσεων και όχι μεμονωμένα όπως έχουν υποβληθεί.

Στο μεταξύ, η αντιπαράθεση ως προς το κατά πόσον πρέπει να εγκριθεί οποιαδήποτε ανάπτυξη, ως προς το κατά πόσον «αλώνεται» η Κύπρος από ξένους κ.ο.κ. συνεχίζεται με ένθερμους υποστηρικτές και των δύο εκδοχών. Άλλοι μεν βλέπουν ξεπούλημα της Κύπρου σε ξένους ενώ άλλοι υποδεικνύουν ότι πρόκειται για μία εγκαταλελειμμένη κοινότητα, για την οποία δεν ενδιαφερόταν σχεδόν κανείς και όταν ενδιαφέρθηκε ένας επενδυτής να την αναδείξει και να την αξιοποιήσει, προκλήθηκαν υπέρμετρες αντιδράσεις.