Η κομμώτρια Γιώτα ήταν πεπεισμένη. Της το είπε άλλωστε η γιαγιά της.
Σαράντα χρόνια πεθαμένη η Ανάστα, ήρθε στον ύπνο της για να της ανακοινώσει ότι ο μισοπάλαβος λαχειοπώλης Πέτρος την παράτησε επειδή του έκανε μάγια η Νεπαλέζα «τον έδεσε με γητειές, κόρη μου».
Η Γιώτα το είχε υποψιαστεί, τώρα όμως είχε αδιάσειστα στοιχεία, «η Ανάστα του Μουχτάρη δεν πέφτει έξω». Η γιαγιά της έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στο χωριό της, την Κρίτου Τέρρα, με άπαντες να της αναγνωρίζουν την ικανότητα να προλέγει τα μελλούμενα.
Αρκεί να πούμε ότι, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Ανάστα είχε πει στον Σπύρο Κυπριανού ότι θα γινόταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάνοντας την Μιμή να λυθεί στα γέλια «μπα σε καλό σας, μαντάμ!». Κι όμως δικαιώθηκε.
Η Λίτσα άκουγε με σεβασμό προς την αείμνηστη μάντισσα και με μια δυσκολία ως προς την αντίδραση «είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε;». Ναι, η Γιώτα το είχε ψάξει. «Ένας είναι ο σπεσιαλίστας στα μάγια και θέλω να πάμε μαζί».
«Να κλείσουμε ραντεβού» απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη η Λίτσα. «Δεν χρειάζεται ραντεβού. Είναι ο Άγιος Κυπριανός. Πρέπει να πάμε στη χάρη του να τον εκλιπαρήσω. Να πάρω κι ένα τάμα».
Τι τάμα χρειάζεται άραγε για να σου φέρει πίσω ο Άγιος έναν χαραμοφάη; «Πες κάτι, Λίτσα μου, αλλά όχι χρυσό γιατί βλέπεις τι γίνεται, όλα τα λεφτά πάνε στο σουπερμάρκετ, σ’ αυτούς τους κλέφτες της υφηλίου».
«Τάμα για έναν ηλίθιο… τάμα για έναν ηλίθιο…» μονολογούσε η καντινιέρισσα προσπαθώντας να βρει τη λύση. «Το βρήκα! Ένα επίχρυσο IQ μπας και του το σηκώσει ο Ύψιστος και μπορέσετε επιτέλους να συνεννοηθείτε σαν άνθρωποι». Αυτό, ναι. Ένα επίχρυσο IQ. Το πώς η ιδέα αυτή υλοποιείται ως τάμα καθόλου δεν τις απασχόλησε.
Εν τω μεταξύ, αυτές οι παλαβές δεν είχαν προσέξει ότι στο Ζάλογγο είχε εισέλθει ένας ψηλόλιγνος νέος με πορφυρό παντελόνι, λευκό πουκάμισο με μαύρες βούλες και πράσινες τιράντες. Κινήθηκε προς το μέρος τους και απευθύνθηκε στην καντινιέρισσα «καλημέρα σας, κυρία Λίτσα, όλα καλά;».
Πρώτη αντέδρασε η κομμώτρια «Χριστέ μου, τι ’ν’ τούτο, ξανάνοιξε το Τριώδιο;». Η Λίτσα τον αναγνώρισε μεν, δυσκολευόταν όμως να θυμηθεί το όνομά του. Αυτός το κατάλαβε και είπε να τη βγάλει απ’ τη δύσκολη θέση. «Είμαι ο Ποντικός!».
Με το που άκουσε τη λέξη «ποντικός» η Γιώτα έπαθε παράκρουση. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και άρχισε να ουρλιάζει «βοήθεια» διότι, όπως εξήγησε αργότερα, πάσχει από musophobia. Πρόκειται για την υπέρμετρη φοβία των μικρών τρωκτικών.
Διαγνώστηκε με την εν λόγω ψυχική διαταραχή προ διετίας από το Google. Ηρέμησε κάπως αφού της έτριψε τις παλάμες με φτηνή κολόνια η Λίτσα, είχε και το Chanel No 5 στην τσάντα, υπάρχει όμως κι ένα όριο στη φιλανθρωπία.
Της ξεκαθάρισε ότι ο νεαρός λέγεται Ευγένιος Ποντικός, είναι καλλιτέχνης του δρόμου -ασχολείται με το τσίρκο- και είναι υποψήφιος βουλευτής.
Τέλος πάντων, με τα πολλά η Γιώτα πείσθηκε ότι δεν υπάρχει κάποιος υγειονομικός κίνδυνος και σταμάτησε να σκούζει και να χτυπιέται. «Χίλια συγγνώμη, ήρθα για να συμπληρώσω τις κάρτες μου, τις είχα αφήσει για προεκλογικούς λόγους στο σωματείο».
Ήταν τόσο ευγενικό αυτό το παιδί που δεν μπορούσες παρά να το συμπαθήσεις.
Πηγαίνοντας στο σημείο που είχε αφήσει τις κάρτες του, είδε πως ήταν όλες ανέγγιχτες. Η Λίτσα, που είδε καθαρά την απογοήτευσή του, θέλησε να τον στηρίξει. «Εδώ είναι όλοι απολιθώματα, παιδί μου, τι τύχη να έχει ένας αυθεντικός καλλιτέχνης όπως εσύ».
Η καντινιέρισσα επέμεινε να τον κεράσει καφέ, αυτός προτίμησε χυμό πορτοκάλι, του έβαλε κι ένα κομμάτι κέικ γεωγραφία από πρόσφατο μνημόσυνο. Κατόπιν, χάριν συζητήσεως, του ζήτησε να παραθέσει μια από τις πολιτικές του προτάσεις. «Θα κάνω εκδρομές για singles» είπε αυτός. Η Γιώτα αναθάρρησε «για πες…».
Θα κάνει, λέει, ημερήσιες εξορμήσεις για μονήρη άτομα για να τους τύχει το ευκταίο. Σε αγρούς, θάλασσες και όρη της νήσου.
«Θα σε ψηφίσω!» δήλωσε η κομμώτρια, «κι εγώ, μια ψήφο που έχω, πάρ’ την εσύ να πάει στο διάολο» συμφώνησε η Λίτσα. Ο νεαρός χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπό του. Τότε η πολύπειρη Γιώτα γύρισε προς τη φίλη της και έθεσε χαμηλόφωνα το κρίσιμο ερώτημα, «δεν μου λες, αυτό το τομάρι ο Φιτ, είναι ελεύθερος;».
«Περισσότερο κι από μένα» αναστέναξε η μάνα Λίτσα. «Έχω μια σκέψη» ψιθύρισε η Γιώτα χωρίς να δίνει για την ώρα περαιτέρω εξηγήσεις.
Ελεύθερα, 03.05.2026