Η διαφθορά στην Κύπρο είναι ενδημικό φαινόμενο. Υπάρχει από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά πήρε επικίνδυνες διαστάσεις μετά το 1974 και ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες.Δεν είναι μόνο ότι ροκανίζει τα θεμέλια της κοινωνίας αλλά μας εκθέτει και διεθνώς. Η αντιμετώπιση της της βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, με το τελευταίο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ένα πόρισμα-καταπέλτης που στρέφεται κατά του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, και ακόμη 14 προσώπων. Η Αρχή διαπιστώνει «πιθανή κατάχρηση εξουσίας» από τον πρώην πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη και διάφορα άλλα πρόσωπα εξουσίας. Επί της ουσίας το πόρισμα δεν έδειξε κάτι που δεν γνωρίζαμε! Ασφαλώς προσκομίζει στοιχεία για διάφορες υποθέσεις, στοιχεία που δεν γνωρίζαμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αγνοούσαμε και την ύπαρξη της διαφθοράς καθεαυτής. Οι πολιτικές ευθύνες έχουν κατ΄επανάληψη αναδεχτεί και πέρα από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη είναι συλλογικές και αφορούν την τότε εκτελεστική εξουσία, αυτούς που συμμετείχαν στην κυβέρνηση του. Γι΄αυτό και αυτοεξαιρούνται της αξιολόγησης τοτ πορίσματος ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης.
Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Χρειάζονται ποινικοί ανακριτές για διερεύνηση αυτής της υπόθεσης οι οποίοι να έχουν τον πρώτο λόγο πέρα από το εισαγγελικό συμβούλιο που ανακοινώθηκε. Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα. Αν η Αρχή κατά της Διαφθοράς είχε και ανακριτική εξουσία τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Θα ήταν ευχής έργο αν η Αρχή κατά της Διαφθοράς είχε την εξουσία διορισμού ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και απευθείας παραπομπής υποθέσεων σε αυτούς, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του Γενικού Εισαγγελέα.
Το θέμα είναι πια αν θα αντιμετωπιστεί θεσμικά το πόρισμα με τρόπο που να αναβαθμίζονται οι θεσμοί και το θεσμικό κράτος ή θα έχουμε μια από τα ίδια που γνωρίσαμε και στο παρελθόν.
Η διαφθορά στην Κύπρο είναι ένα θέμα που αγγίζει βαθιά την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνική εμπιστοσύνη. Η κοινωνική εμπιστοσύνη έχει χαθεί από καιρό και το θέμα είναι ένα από τα πιο επίμονα συζητημένα προβλήματα της δημόσιας ζωής. Από τα σκάνδαλα υψηλού προφίλ μέχρι τις καθημερινές μικρο-παρατυπίες, το φαινόμενο έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και έχει επηρεάσει την εικόνα της χώρας διεθνώς.
Σε αυτό δικαιώνεται ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης που για χρόνια ως Γενικός Ελεγκτής ανέδειξε τα προβλήματα διαφθοράς και πέτυχε τη συνειδητοποίηση των πολιτών για την αντιμετώπιση τους. Υπήρξε ο πρώτος ανεξάρτητος θεσμός που επέδειξε ανεξαρτησία απέναντι στο σύστημα και γι΄αυτό αποπεύθηκε με το γνωστό τρόπο.
Η Κύπρος, ένας μικρός τόπος με πυκνά κοινωνικά δίκτυα και στενές διαπροσωπικές σχέσεις, ήταν ανέκαθεν ευάλωτη σε φαινόμενα πελατειακών σχέσεων, ρουσφετιού και νεποτισμού. Αυτές οι πρακτικές, που συχνά θεωρούνταν «μέρος της κουλτούρας», ή κατάντησαν να θεωρούνται ως τέτοιες, σταδιακά εξελίχθηκαν σε συστημική διαφθορά μεγάλων διαστάσεων και μάστιγα για τον τόπο.
Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς δείκτες όπως ο Δείκτης Αντίληψης Διαφθοράς της Transparency International κατατάσσουν την Κύπρο σε μεσαίες θέσεις, υποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα παραμένει σημαντικό. Ειδικά για μια χώρα που αντιμετωπίζει θέμα κατοχής μέρους του εδάφους της και έχει ανάγκη της διεθνούς υποστήριξης, η εικόνα αυτή είναι αρνητική και καθόλου δεν ενισχύει τη θέση της.
Τα μεγάλα σκάνδαλα που απασχόλησαν έντονα τους πολίτες τα τελευταία χρόνια ξεκίνησαν με το χρηματιστήριο και κατέληξαν στα χρυσά διαβατήρια, το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων επενδυτών που οδήγησε σε σοβαρές καταγγελίες για κατάχρηση, αδιαφάνεια και εξυπηρέτηση συμφερόντων. Η διεθνής κατακραυγή ανάγκασε την κυβέρνηση να το τερματίσει. Μεγάλο σκάνδαλο με διαστάσεις τεράστιας διαφθοράς υπήρξε και αυτό του τερματικού LNG στο Βασιλικό, μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις κακοδιαχείρισης και διαφθοράς στην Κύπρο, με μεγάλες ζημιές για το δημόσιο, με το έργο να έχει εγκαταλειφθεί και να βρίσκεται υπό ποινική έρευνα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Από τα τελευταία και το σκάνδαλο του Προεδρικού, με διαστάσεις διαφθοράς, που οδήγησε σε παραίτηση τον διευθυντή του γραφείου του Προέδρου Χριστοδουλίδη Χαράλαμπου Χαραλάμπους και που διερευνάται τους τελευταίους μήνες.
Καταγγελίες υπήρξαν και για το δικαστικό σώμα: καθυστερήσεις, σύγκρουση συμφερόντων και ανεπαρκείς μηχανισμοί ελέγχου.
Οι συνέπειες από τη διαφθορά είναι πολλαπλές και περιλαμβάνουν το οικονομικό κόστος, τις μειωμένες επενδύσεις, απώλεια ανταγωνιστικότητας και σπατάλη δημόσιων πόρων. Υπάρχει επίσης η διάβρωση εμπιστοσύνης και η υπονόμευση του κράτους δικαίου. Και ασφαλώς όταν η ατιμωρησία γίνεται κανόνας, η δημοκρατία αποδυναμώνεται.
Επιπλέον υπάρχει και η διεθνής δυσφήμιση με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Για να αντιμετωπιστεί η διαφθορά, απαιτείται πολιτική βούληση και μια πολυεπίπεδη στρατηγική που θα προνοεί ανεξάρτητους μηχανισμούς ελέγχου με πραγματικές εξουσίες. Κάποιες προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν δεν απέδωσαν γιατί δεν υπήρχε αφενός πολιτική βούληση και αφετέρου διακυβεύονταν μεγάλα συμφέροντα. Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα είναι αρκετά ισχυρά και ματαιώνουν τις αλλαγές που χρειάζονται , είτε και αν γίνουν τις καθιστούν ανενεργές.
Ασφαλώς είναι αναγκαία και η πολιτική παιδεία. Οι πολίτες χρειάζεται να είναι ενεργοί και να απαιτούν διαφάνεια, να απαιτούν λογοδοσία. Χρειάζεται μια ειρηνική επανάσταση για τον σκοπό αυτό. Διότι η διαφθορά έχει διεισδύσει, για μικροπράγματα, και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Υπάρχει διάβρωση της ίδιας της κοινωνίας. Έγινε ένα είδος ανεκτής κουλτούρας.
Συμπερασματικά το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς προσφέρει μια ευκαιρία για αποφασιστική δράση προκειμένου να αναπνεύσει ο τόπος και να δει καλύτερες μέρες. Αν και αυτή τη φορά δεν γίνει τίποτε θα υπονομεύσουμε σοβαρά τα θεμέλια της κρατικής μας οντότητας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, του μόνου σοβαρού όπλου που έχουμε στη διάθεση μας για να επιβιώσουμε στην ημικατεχόμενη πατρίδα.
*Πανεπιστημιακός,συγγραφέας. Email stephanos.constantinides@gmail.com