Σε μια μακροσκελή ανάρτηση, ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, τοποθετείται σχετικά με το περιστατικό που, όπως περιγράφει, έλαβε χώρα λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές του 2008, όταν δημοσιεύματα κυριακάτικης εφημερίδας προχώρησαν σε υπαινιγμούς που τον συνέδεαν με καταγγελίες περί παιδεραστίας. Όπως σημειώνει, η υπόθεση τέθηκε υπόψη των αρχών, οι οποίες πραγματοποίησαν έρευνα στα γραφεία της εφημερίδας, ενώ στη συνέχεια η ίδια η εφημερίδα φέρεται να αναγνώρισε ότι οι πληροφορίες της δεν ήταν βάσιμες, οδηγώντας στην ταχεία λήξη της υπόθεσης.

Στο ίδιο κείμενο, αναφέρει ότι από τότε και έπειτα έχει υπάρξει, κατά την άποψή του, επαναλαμβανόμενη προσπάθεια προσβολής της επαγγελματικής και προσωπικής του υπόστασης μέσω δημόσιων αναφορών και διαδικτυακού περιεχομένου, το οποίο επαναφέρει παλαιότερες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση “Σάντη”. Υποστηρίζει ότι οι θέσεις του έχουν παρερμηνευθεί, επισημαίνοντας πως οι παρεμβάσεις του σχετίζονταν με ζητήματα διαδικασίας, θεσμικών ερωτημάτων και την ανάγκη διερεύνησης ισχυρισμών, χωρίς να συνιστούν υιοθέτηση αβάσιμων κατηγοριών.

Παράλληλα, απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι απέκρυψε την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρος στην υπόθεση Focus, σημειώνοντας ότι αυτή ήταν γνωστή και καταγεγραμμένη σε δημόσια έγγραφα και δημοσιεύματα.

Διαβάστε αυτούσια την ανάρτηση του:

Λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές του 2008, μια κυριακάτικη εφημερίδα δημοσίευσε παραπολιτικό σχόλιο ότι γνωστός δικηγόρος, συνταγματολόγος, συνελήφθη στο αυτοκίνητό του από έκπληκτους αστυνομικούς να ψάχνει και να ψάχνεται, υπονοώντας ότι συνελήφθη για ανδρική παιδεραστία. Την επόμενη εβδομάδα η εφημερίδα επανήλθε με νέο παραπολιτικό ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος, που ήταν τότε Πρόεδρος, είχε απειλήσει τους αστυνομικούς με πειθαρχικές διώξεις αν προχωρούσαν την υπόθεση. Δημοσιογραφικές πηγές με ενημέρωσαν ότι το παραπολιτικό σχόλιο στόχευε εμένα. Ενώ ήμουν στο εξωτερικό, ξεκίνησα να ενημερώνομαι ότι αποστέλλονταν επιστολές σε εκατοντάδες πρόσωπα με τα δημοσιεύματα και τη φωτογραφία μου ως το πρόσωπο στο οποίο αυτά αναφέρονταν. Μέχρι και στη μητέρα μου στάλθηκε επιστολή. Κατάγγειλα την υπόθεση στην αστυνομία, η οποία μετέβη στα γραφεία της εφημερίδας. Η εφημερίδα επικαλέστηκε ότι ξεγελάστηκε, αν και προφανώς δεν είχε ενδοιασμούς να αξιοποιήσει την ψευδή πληροφόρηση για να προσπαθήσει να με καταστρέψει ως πρόσωπο που είχε αντίθετες από αυτή θέσεις στο Κυπριακό και κυρίως για να επιτεθεί προεκλογικά στον Παπαδόπουλο. Η άμεση αντίδρασή μου, η αστυνομική ανάκριση, αλλά και, προς τιμήν της, η άμεση παραδοχή της εφημερίδας ότι οι πληροφορίες της ήταν αβάσιμες (σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαμε την ακμή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) έδωσε τέλος στο ζήτημα 2-3 μήνες μετά.

Έκτοτε παρακολουθώ με την ίδια απάθεια τις επαναλαμβανόμενες, κατά καιρούς, προσπάθειες σπίλωσης της συνείδησής μου, που, κατά κανόνα, προέρχονται από τους ίδιους κύκλους. Οι ψευδείς κατηγορίες όμως, κατά προσώπων, τις οποίες επαγγελματικά έχω συναντήσει εκατοντάδες φορές, πολλές σε εξαιρετικά σοβαρή μορφή, δεν παύουν να με απασχολούν. Όταν κάποιος κατηγορείται ψευδώς σε μεγάλη κλίμακα, η ουσιαστική αποκατάσταση είναι σχεδόν αδύνατη. Όσο ουσιαστικό είναι να διερευνώνται κατηγορίες που μπορεί να αποδειχθούν εν τέλει βάσιμες, άλλο τόσο είναι σημαντικό να αποκρούονται κατηγορίες που είναι αβάσιμες. Ορισμένοι, τις τελευταίες 2-3 μέρες, προβάλλουν βιντεάκια για να με «εγκαλέσουν» επειδή είχα αναφέρει στην υπόθεση Σάντη ότι έπρεπε να υπάρξει απολογία προς τα θύματα. Η θέση μου αυτή όμως, θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Ήμουν ο πρώτος που υπέδειξε, αμέσως μετά τη δημοσιογραφική διάσκεψη της αστυνομίας, πως εξακολουθούσαν να υπάρχουν ερωτήματα που θα έπρεπε να απαντηθούν από την αστυνομία. Όμως, το γεγονός ότι για προεκλογικούς λόγους στήθηκε ένα σκηνικό που παρουσίασε ψευδώς σωρεία προσώπων να ανήκουν σε εγκληματική οργάνωση που διενεργεί πράξεις διαφθοράς, παιδεραστίας και συγκάλυψης εγκλημάτων κάθε τύπου, στη βάση μηνυμάτων και αφηγήματος που ήταν εμφανές εξ αρχής ότι ήταν κατασκευασμένα, δεν είναι κάτι θα μπορούσε να με αφήνει αδιάφορο και που δεν θα κατέκρινα, πολύ περισσότερο την έλλειψη ενσυναίσθησης που επιδείχθηκε έναντι των θυμάτων.

Στα εν λόγω βιντεάκια και σχόλια αναφέρεται ψευδώς ότι «απέκρυψα» την ιδιότητά μου ως δικηγόρος της focus, προφανώς για να προκαλέσει εντυπώσεις. Δεν θα απαντούσα, όμως επειδή πάντοτε αναφέρομαι στην ανάγκη διαφάνειας, θα απαντήσω για όσους δεν γνωρίζουν τα γεγονότα: όχι μόνο δεν απέκρυψα την ιδιότητα αυτή (η οποία άλλωστε υπάρχει και στις αποφάσεις και στην πληθώρα δημοσιευμάτων που αφορούν την υπόθεση), αλλά ο ίδιος τη δήλωσα επανειλημμένα σε τηλεοπτικές εμφανίσεις. Εντελώς ενδεικτικά βάζω εδώ την εμφάνισή μου στον τηλεοπτικό σταθμό alpha (https://www.facebook.com/watch/?v=2025217161679902), στην οποία τόνισα πως αυτοπεριορίζομαι σε όσα σχολιάζω διότι εκπροσωπώ πελάτες σε άλλες υποθέσεις (όχι στην υπόθεση Σάντη) κατά του κ. Δρουσιώτη, ενώ τόνισα πως στην υπόθεση focus ήμουν δικηγόρος και ότι συνεπώς ο όποιος περιορισμένος σχολιασμός μου για την υπόθεση αυτή συνδεόταν με την ιδιότητά μου αυτή και την προσωπική γνώση γεγονότων.

Σε κάθε περίπτωση, κανένα από τα μηνύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας ως τμήμα του περιβόητου «αρχείου Σάντη» δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι προέρχεται από οποιονδήποτε από τους πελάτες που εκπροσώπησα στην υπόθεση focus και σίγουρα δεν είχα και δεν έχω οποιαδήποτε «σύγκρουση συμφέροντος» με οποιαδήποτε έννοια του όρου. Δικηγόρος της focus ήμουν για σκοπούς συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας και των συνδεόμενων με αυτή αστικών και άλλων διαδικασιών. Στην εν λόγω ποινική διαδικασία, οι κατηγορούμενοι που εκπροσωπούσα, απαλλάχθηκαν, όπως κατέληξε το Κακουργιοδικείο, από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, λόγω της μεμπτής και καταχρηστικής συμπεριφοράς της Νομικής Υπηρεσίας και της έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις που εκπροσωπώ πελάτη τον οποίο αφορά εκκρεμούσα διαδικασία, όπως γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι δημοσιογράφοι που έχουν συνομιλήσει μαζί μου, είτε τους αναφέρω πως δεν σκοπεύω να τοποθετηθώ (όχι επειδή δεν θα μπορούσα, αλλά κατ’ επιλογήν), είτε αν, κατ’ εξαίρεση, τοποθετηθώ, δηλώνω ρητά πως θα τοποθετηθώ υπό την ιδιότητά μου ως δικηγόρος συγκεκριμένου πελάτη.