Η Ευαγγελία Χαραλάμπους επιστρέφει με τα «Μικροκοσμικά», ένα βιβλίο που η ίδια ορίζει ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα: 52 ιστορίες-εβδομάδες που συνθέτουν ένα ενιαίο αστικό τοπίο.
Στον πυρήνα του βρίσκεται η πόλη ως τόπος συνάντησης αλλά και μοναξιάς, όπου ετερόκλητοι χαρακτήρες ενώνονται από κοινές υπαρξιακές ανάγκες. Μέσα από μια πολυφωνική, «σπασμένη» αφήγηση που συνομιλεί με τον ρυθμό της σύγχρονης ζωής, η συγγραφέας αναζητά τη μνήμη, τη σιωπή και το ανείπωτο της πόλης.
–Επιμένεις στον όρο «σπονδυλωτό μυθιστόρημα». Τι είναι αυτό που δημιουργεί τη βαθύτερη ενότητα ανάμεσα στις 52 ιστορίες; Τις ενώνει ο κοινός θεματικός άξονας: η πόλη-σημείο συνάντησης, συχνά αναγκαστικής συνύπαρξης. Αυτό που συνδέει τόσο διαφορετικούς ανθρώπους (ο «σεΐχης»- ιδιοκτήτης του κλαμπ, η σταρ, οι πάμπλουτοι, ο ταξιτζής, ο κηπουρός, η σερβιτόρα κ.λπ.) είναι η μοναξιά, η ανάγκη για έρωτα, για επικοινωνία, αίσθηση του ανήκειν, απώλεια, υπαρξιακά ζητήματα. Πολλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται και ένας Επισκέπτης διαπερνά/ ενώνει τις ιστορίες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το κουβάρι των δικών του θεμάτων.
–Αντιμετωπίζεις την έννοια της πόλης ως τόπο μνήμης ή ως μηχανισμό αποξένωσης και εξορίας; Τα «Μικροκοσμικά» προέκυψαν από ανάγκη αναζήτησης της πολυπαραγοντικής σχέσης με την πόλη. Τόπος μνήμης, όπως λέει ο Ίταλο Καλβίνο στις «Αόρατες πόλεις»: «Η πόλη δεν μιλάει για το παρελθόν της, το περιέχει σαν τις γραμμές ενός χεριού, γραμμένο σε γωνίες δρόμων, σε γρίλιες παραθύρων, σε κουπαστές από σκάλες…» Η πόλη θυμάται. Θυμάται και θυμίζει. Αποξένωση, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να χτίσουν γέφυρες μεταξύ τους, λόγω διαφορετικότητας στο βίωμα, στον χαρακτήρα: «Η ψυχή της πόλης είναι το άθροισμα της ψυχής του καθενός από τους πολίτες; Και βράζουν όλα στο ίδιο καζάνι; Ο δολοφόνος και η θεούσα; Ο ρατσιστής και το κορίτσι που αφήνει φαγητό για τον άστεγο στη γωνία;»
–Οι 52 ιστορίες αντιστοιχούν στις εβδομάδες του χρόνου. Αυτό αναφέρεται σε μια κυκλικότητα ή μια αίσθηση μοιραίας επανάληψης; Ναι, κυκλικότητα. Πόσα συμβαίνουν σ’ έναν χρόνο ακριβώς; Κυκλικότητα και εποχικότητα, ακόμα και στη διάθεση, στα συναισθήματα. Οι άνθρωποι περνάνε κι αυτοί τις εποχές τους, όπως τα δέντρα της πόλης. Οι σχέσεις κάνουν κύκλους. Πάντα ένα καινούργιο «αεράκι» δίνει ώθηση είτε να κλείσουμε έναν γερασμένο κύκλο είτε να ανοίξουμε έναν νέο.
–Πόσο σε απασχολεί η γλώσσα του ανείπωτου στη γραφή σου; Όταν γράφω, λειτουργώ φυσικά, αβίαστα. Προσπαθώ να αφήνομαι χωρίς να ελέγχω, με γνώμονα τι θα ήθελα να διαβάσω: ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο, με βάθος, χωρίς να βαραίνει. Σε έντονα σημεία (ερωτικές σκηνές, σκηνές βίας) πολλά υπονοούνται. Αφήνω χώρο στον αναγνώστη να «διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές», το ανείπωτο είναι αφηγηματικά κομψότερο. Συχνά το «ημίφως» δίνει ένταση. «Ο Επισκέπτης μαθαίνει τις πόλεις, όσα μπορεί δηλαδή κανείς να μάθει για μια πόλη. Όσα του αποκαλύπτει αυτή, μοιάζει με γυναίκα που γδύνεται στο ημίφως».
-Το ρίσκο της διάσπασης και της πολυφωνίας στην αφηγηματική ροή το παίρνεις λαμβάνοντας υπόψη τον σύγχρονο κόσμο; Ζούμε την εποχή της διάσπασης, του scrolling. Οι σχέσεις, με την όποια μορφή τους, κρατάνε λίγο. Εύκολα ερωτευόμαστε, εύκολα διαγράφουμε ανθρώπους, έχει αλλάξει δραματικά η ζωή λόγω διαδικτύου κι αυτό επηρεάζει την αφηγηματική ροή. Οι ιστορίες είναι σύντομες, το στοίχημα είναι η πύκνωση: σε κάθε ολιγοσέλιδη ιστορία να αποτυπωθούν εικόνες, χαρακτήρες, συναισθήματα.
–Πού αρχίζουν, πού τελειώνουν και πού τέμνονται οι μικρόκοσμοί μας; Συχνά οι ρυθμοί ζωής και οι σκέψεις μάς βυθίζουν στον μικρόκοσμό μας τόσο πολύ, που αδυνατούμε να βγούμε από τους τοίχους που κτίζουμε και να ανοιχτούμε. Διασχίζουμε την πόλη χαμένοι σε σκέψεις και δίπλα μας μπορεί να συμβαίνουν από εγκλήματα μέχρι θαύματα. Οι μικρόκοσμοι δεν τελειώνουν, αλλά τέμνονται με το μοίρασμα. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά. Αυτά μας γιατρεύουν.

Διαβάστε παρακάτω την ιστορία αριθμός 42 με τίτλο «Βόμβα»:
01 Σεπτεμβρίου
Περπατάει στον δρόμο και δεν είναι μόνος του. Κουβαλάει μια ασυνήθιστη ωρολογιακή βόμβα. Δεν θα μπορούσε να τη σκανάρει κάποιο μηχάνημα σαν αυτά του αεροδρομίου, ούτε να τη μυρίσει κάποιος εκπαιδευμένος σκύλος. Μόνο κάποιος ομοιοπαθής ίσως. Η βόμβα αυτή θα τινάξει την οικογένειά του στον αέρα. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Πρέπει να φύγει από το σπίτι.
Ο ψυχολόγος τού εξήγησε ότι αν καταπιεστεί κι άλλο, θα αρρωστήσει. Κι άλλο. Σκέφτεται το πώς θα τους το πει. Και ποιος είναι ο τρόπος να πεις σε ένα παιδί πέντε ετών ότι ο μπαμπάς και η μαμά δεν θα είναι πια μαζί;
Ο Χρίστος και η βόμβα του προχωράνε, σταματούν στο παγκάκι και χαζεύουν τους περαστικούς. Θέλει να χρονοτριβήσει κι άλλο, να μη γυρίσει ποτέ σπίτι, αυτή η κουβέντα είναι δύσκολη σαν χειρουργείο. Αλλά πρέπει να γίνει. Μασουλάει ένα κουλούρι πολύσπορο, κάνει ψίχουλα, μαζεύονται τα περιστέρια.
Και τι θα του πει; Ο μικρός θα διαλυθεί. Θα τον κοιτάξει με αυτό το βλέμμα λεπίδι, θα ρωτήσει ένα σωρό πράγματα. «Γιατί, μπαμπά;» «Δεν την αγαπάς πια;» «Δεν είπατε ότι θα ήσασταν μαζί για πάντα;»
Από τότε που βγήκε στον κόσμο, το μόνο που κάνει είναι να τον προστατεύει. Να μην κρυώσει, να μη χτυπήσει, να ελέγχει αν ψηλώνει, αν το βάρος του είναι κανονικό… Και τώρα, θα αναγκαστεί να τον πληγώσει αυτός; Και σε ποιον θα καταφύγει το παιδί, τώρα που θα γίνει αυτός ο κακός της ιστορίας; Δεν φταίει αυτός, η βόμβα φταίει. Έτσι του ‘ρχεται να την πετάξει στη θάλασσα και να ξαναγυρίσει στην παλιά του ζωή. Την ανυπόφορη. Γίνεται;
Ο Χρίστος παρατηρεί τους ανθρώπους και προσπαθεί να μαντέψει αν έχουν κι αυτοί ένα είδος αόρατης βόμβας μαζί τους. Κάποιους, τους βλέπει κάθε μέρα από το γραφείο του, στον τρίτο όροφο, πάνω από τη γαλάζια πλατεία. Τους έχει δώσει και ονόματα: Ο άνθρωπος που συνεχώς περπατάει, δεν σταματάει λεπτό. Έμαθε ότι αυτός ο άνθρωπος παθαίνει ιλίγγους μόλις σταματήσει να περπατάει. Ή η γυναίκα που τρέχει με σταθερό ρυθμό για ώρες γύρω από την πλατεία, σαν το χάμστερ μέσα στον τροχό του. Δίπλα έχει ένα τεράστιο πάρκο, κι όμως εκείνη επιμένει να τρέχει με τις ώρες εδώ. Η κυρία που ταΐζει τις γάτες και τους μιλάει, ο κύριος που πουλάει φρούτα στη γωνία και φλερτάρει ό,τι περάσει από κει. Ο μικρόκοσμος του καθενός.
Μετά από ώρα, αυτός και η βόμβα του σηκώνονται απρόθυμα. Τα βήματά του βαριά, η βόμβα όλο και βαραίνει. Μοιάζει να ακούει στο αυτί του το τακ-τακ, η έκρηξη δεν θα αργήσει.
Φτάνει στο σπίτι, ανοίγει την πόρτα. Ο μικρός τον σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά του.
«Μπαμπά; Γύρισες; Η μαμά έχει να σου πει κάτι. Δεν θα το πιστέψεις! Έρχεται κι άλλο αδερφάκι!» χοροπηδάει ο μικρός πάνω του. «Α-δερ-φά-κιιιι!» Φωνάζει.
Εκείνος απασφαλίζει τη βόμβα και ζητάει ένα ποτήρι νερό. Το χρειάζεται. Θέλει να αρχίσει να τρέχει κι αυτός με τις ώρες, σαν την κυρία στην πλατεία, κι όμως η ζωή του τρέχει πιο γρήγορα απ’ αυτόν.
Ελεύθερα, 3.5.2026