Σε εξέλιξη βρίσκεται από τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας διερεύνηση σοβαρής καταγγελίας στην οποία προχώρησε οικογένεια ηλικιωμένης ασθενούς, που σχετίζονται περισσότερο με απρεπή συμπεριφορά από πλευράς νοσηλευτικών λειτουργών και για διαδικασίες που ακολουθήθηκαν οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τη γυναίκα.
Η περιπέτεια της ηλικιωμένης και της οικογένειας της, σύμφωνα με την καταγγελία που έφθασε στον «Φ», αφού πρώτα είχε τεθεί ενώπιον του ΟΚΥπΥ και γνωστοποιηθεί στο Παρατηρητήριο Δικαιωμάτων των Ασθενών της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, άρχισε, μετά τη μεταφορά της σε κρατικό νοσηλευτήριο προκειμένου να λάβει υπηρεσίες τις οποίες το ιδιωτικό νοσοκομείο στο οποίο βρισκόταν μερικές ημέρες προηγουμένως, δεν ήταν σε θέση να της προσφέρει.
Σύμφωνα με την οικογένεια, «μία ημέρα πριν την εισαγωγή της στο κρατικό νοσοκομείο, εξειδικευμένος νοσηλευτής που την επισκέφθηκε κατ’ οίκον, ενώ είχε προχωρήσει σε ενδελεχή εξέταση της, δεν εντόπισε καμία κάκωση στα άκρα της. Η ασθενής εισήλθε στο νοσοκομείο με απόλυτη διαύγεια», ανέφερε η οικογένεια στην καταγγελία της, προσθέτοντας ότι «η κατάσταση ανατράπηκε βίαια τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας».
«Το νοσοκομείο μας κάλεσε εν μέσω νύχτας σε κατάσταση πανικού, με την υπεύθυνη νοσηλεύτρια να απαιτεί επιτακτικά την παρουσία μας, ισχυριζόμενη προκλητικά πως “έχουν νομικό δικαίωμα να μας φέρουν εκεί για να την προσέχουμε εμείς”. Φτάνοντας στον θάλαμο, γίναμε μάρτυρες μιας σκηνής που προκαλεί αποτροπιασμό: Η ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου παραληρήματος, ουρλιάζοντας αβοήθητη, ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό παρέμενε αδρανές, με τη δικαιολογία πως «κουράστηκαν να την προσέχουν όλη νύχτα».
Οι συγγενείς της ηλικιωμένης διαπίστωσαν ότι, παρουσίαζε «εκτεταμένη εκχύμωση στο γόνατο», η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, «προκλήθηκε εντός του νοσοκομείου».
Όταν ζητήθηκαν εξηγήσεις, «η νοσηλεύτρια, με χειρονομίες που αμφισβητούσαν τη νοητική ακεραιότητα της ασθενούς, επιχείρησε να μας ενοχοποιήσει, ενώ στη συνέχεια απαίτησε να αποχωρήσουμε από το χώρο. Ενώ, δηλαδή, η ασθενής αιμορραγούσε (όπως αργότερα διαπιστώθηκε), το προσωπικό επέλεγε να χλευάζει τη νοητική της ικανότητα και να υποστηρίζει ότι έπρεπε να έρθει ψυχίατρος ή ψυχολόγος για να τη δει».
«Μετά την παρέμβασή μας και αφού οι γιατροί παραδέχθηκαν τη σωματική κάκωση και την εσωτερική αιμορραγία, μας παρουσίασαν δύο επιλογές και οι δύο εξαιρετικά υψηλού κινδύνου λόγω της πρόσφατης τοποθέτησης stent: Η πρώτη επιλογή ήταν η εφαρμογή εξωτερικής πίεσης (compression) στο σημείο της διαρροής με την ελπίδα να σταματήσει η αιμορραγία και η δεύτερη, άμεση χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του αγγείου, η οποία κρίθηκε ως “εσχάτη λύση” λόγω της εύθραυστης κατάστασης της καρδιάς της. Αποφασίστηκε αρχικά η πρώτη επιλογή, με την ασθενή να βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση».
Δυστυχώς, συνεχίζει η οικογένεια στην καταγγελία της, «λίγες ώρες αργότερα ενημερωθήκαμε ότι η αιμορραγία δεν ελέγχθηκε. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία και η γιαγιά οδηγήθηκε εσπευσμένα στο χειρουργείο για αγγειοχειρουργική αποκατάσταση. Η επέμβαση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη και διήρκεσε περίπου 2,5 ώρες».
Ενώ η ασθενής μεταφερόταν στο χειρουργείο, «νοσηλεύτρια από την ίδια ομάδα που νωρίτερα χλεύαζε την κατάσταση και διέγνωσαν από μόνες τους πως το πρόβλημα ήταν ψυχολογικά προβλήματα, πλησίασε μέλος της οικογένειας και με ένα προκλητικά “ευγενικό” ύφος του είπε: “Μην τρέφετε ελπίδες, η μητέρα σας δεν πρόκειται να βγει ζωντανή από το χειρουργείο”».
«Είναι σαφές», καταλήγει η οικογένεια, «ότι το προσωπικό όχι μόνο απέτυχε να ενεργήσει εγκαίρως θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή της ασθενούς, αλλά λειτούργησε με πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης, κάνοντας “προγνώσεις θανάτου” στους συγγενείς, την ώρα που η ασθενής έδινε μάχη για τη ζωή της. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, η γιαγιά άντεξε και αυτή τη στιγμή νοσηλεύεται σταθερή στη Μονάδα Εντατικής Καρδιολογίας».
Η οικογένεια, προχωρώντας στην καταγγελία της στον «Φ», υπογράμμισε το γεγονός ότι «επέμεναν στις 3 το πρωί ότι ήταν νομική υποχρέωση να πάμε εκεί να προσέχουμε τη γιαγιά που ήταν ανήσυχη», αλλά και το ότι, «σε κάποια στιγμή που βρισκόμασταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με γιατρό ακούγαμε τη νοσηλεύτρια να φωνάζει ότι το πρόβλημα ήταν ψυχολογικό. Σε κάποια στιγμή, μάλιστα, έλεγε στον γιατρό να κλείσει το τηλέφωνο».
«Αυτού του είδους οι συμπεριφορές δεν τιμούν ανθρώπους που έχουν ταχθεί να υπηρετούν το συμφέρον των ασθενών και να νοιάζονται για τον άνθρωπο. Είναι δίκαιο να σημειωθεί πως, από τη στιγμή που η Καρδιολογική Εντατική μονάδα ανέλαβε την αντιμετώπιση της αιμορραγίας, η γιαγιά έτυχε της δέουσας προσοχής και ανθρώπινης αντιμετώπισης, προχωρώντας σε επείγον, επιτυχές χειρουργείο».
Όπως πληροφορούμαστε, αφού η οικογένεια είχε ήδη τύχει σωστής ενημέρωσης για την κατάσταση της ηλικιωμένης από τους γιατρούς που την παρακολουθούν, προχώρησε επίσημα σε ενημέρωση προς τον ΟΚΥπΥ ο οποίος προώθησε τις διαδικασίες για διερεύνηση των όσων οι συγγενείς της ασθενούς περιγράφουν.