Από την έκθεση στη συνάθροιση και το στοίχημα του κοινού χώρου

Η ομαδική έκθεση Rehearsals in Placemaking άνοιξε στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λεμεσού – Αποθήκες Παπαδάκη στις 24 Απριλίου, παρουσιάζοντας δεκαπέντε διατομεακές προτάσεις και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παράλληλων δράσεων που αναμένεται να αναπτυχθεί το επόμενο διάστημα.

Ελευθερία Σωκράτους, The social gym, 2026, τοποειδικό, πολυμεσικό έργο. © Παύλος Βρυωνίδης

Είναι η πρώτη έκθεση της νέας καλλιτεχνικής διευθύντριας, Μαρίνας Χριστοδουλίδου, και αποτελεί σαφή μετατόπιση τόσο του επιμελητικού οράματος όσο και έκφραση μιας βαθύτερης διερώτησης: πώς διασταυρώνεται η παραγωγή του χώρου, και, κατ’ επέκταση, η ίδια η έννοια της πολιτότητας, με την καλλιτεχνική πρακτική;

Ο τίτλος φέρει διπλή ένταση. Η «πρόβα» ευθυγραμμίζεται με αυτό που η επιμελήτρια Maria Lind περιέγραψε ως καρδιά της σύγχρονης επιμελητικής πράξης: κάτι που «εκτελεί κάτι εδώ και τώρα» αντί να χαρτογραφεί από απόσταση.

Η «παραγωγή τόπου» (placemaking), από την άλλη, είναι έννοια βαριά φορτισμένη στον σύγχρονο λόγο περί αστικού σχεδιασμού και συχνά εργαλείο εξευγενισμού που συνοδεύεται από έντονες κοινωνικές μεταβολές. Εδώ η έννοια προτείνεται ως διαδικασία συν-σχεδιασμού του δημόσιου χώρου, σε άμεση αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες λογικές που τον εμπορευματοποιούν.

Η γεωγράφος και ακτιβίστρια Ruth Wilson Gilmore, που αποτελεί έμπνευση για την όλη προσέγγιση της έκθεσης, έχει υποστηρίξει ότι η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη υπόσχεση αλλά συγκεκριμένος τόπος που παράγεται όταν κοινότητες συνδυάζουν πόρους, ευρηματικότητα και δέσμευση για να δημιουργήσουν συνθήκες μέσα στις οποίες η ζωή αξίζει για όλους.

Σουζάνα Φιαλά, The extraction pit, 2026, Μονοκάναλο βίντεο σε λούπα. © Παύλος Βρυωνίδης

Η όποια «ανάπλαση» δεν εμπεριέχει αυτή τη δέσμευση δεν είναι λύση αλλά επανεγγραφή ανισοτήτων με αρχιτεκτονική γλώσσα.

Η Λεμεσός βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μια διαδικασία βίαιης αναδιαμόρφωσης, με γεωπολιτικές μεταβολές και κρατικές πολιτικές να επιταχύνουν την εισροή ξένων επενδύσεων, τις τιμές ενοικίων να εκτοξεύονται και τους μακροχρόνιους κατοίκους να εκτοπίζονται όλο και πιο έξω από την πόλη.

Παράλληλα, η καλλιτεχνική κοινότητα της πόλης έχει επίσης πληγεί βαθιά: η ανεπαρκής κρατική και θεσμική στήριξη έχει οδηγήσει πολλούς καλλιτέχνες να εγκαταλείψουν τις άτυπες αλλά αναγκαίες δημιουργικές υποδομές τους, ή να βλέπουν τις κοινότητές τους να διαλύονται.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του placemaking ως κεντρικής έννοιας φωτίζει ζητήματα επισφάλειας, απώλειας εγγύτητας, αλλά και αντίστασης, ανθεκτικότητας και αυτο-οργάνωσης.

Από αριστερά: Anbau, Ferula commons, 2006 – σε εξέλιξη, ένα αρχείο χωρικών ασκήσεων, μικτή τεχνική. Εύα Παπαβασιλείου, Walking Water, 2026, τοποειδική εγκατάσταση, μικτά υλικά.
Τζάφρα Αμπού Ζουλούφ, Grandma’s Tales, 2020, μονοκάναλο βίντεο, 6’39”.
© Παύλος Βρυωνίδης

Δεν είναι η πρώτη φορά που το καλλιτεχνικό πεδίο της Λεμεσού στρέφεται επίμονα προς αυτά τα ζητήματα. Ήδη από το 2016 πραγματοποιήθηκε η σειρά δράσεων Λεμεσός: Μετά την Ανάπτυξη τι;, σε επιμέλεια Μαρίας Λιανού και Αλέξανδρου Χριστοφίνη, που ενεργοποιείται ανά τακτά διαστήματα, ενώ τον Οκτώβριο του 2025, η έκθεση The Right to Home: Diaries of Limassol’s Gentrification, σε επιμέλεια της Ανδρούλας Καφά, είχε αναλάβει να μαρτυρήσει τους αγώνες του να μένεις, να αντιστέκεσαι και να φαντάζεσαι το μέλλον σε μια πόλη που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς.

Οι συνεισφορές αυτές κινήθηκαν από την προσωπική μαρτυρία ως τον κριτικό διάλογο, βλέποντας τη Λεμεσό τόσο ως συγκεκριμένη περίπτωση όσο και ως κόμβο σε παγκόσμιες συνομιλίες για τη βίαιη αστική αλλαγή. Η Rehearsals in Placemaking συνεχίζει τον διάλογο που έχει ήδη ανοίξει για τον τόπο ως πεδίο συλλογικής παραγωγής και όχι ως δεδομένου. 

Ρία Αλεξάνδρου, Εκατόν εβδομήντα λέξεις, 2026, εγκατάσταση με μικρόφωνο, ακουστικά, χειρόγραφο κείμενο, χαλιά με βοτανικά σχέδια. © Παύλος Βρυωνίδης

Αυτή η επαναδιαπραγμάτευση είναι ορατή στην έκθεση πριν καν δει κανείς ένα έργο: εντύπωση προκαλεί η αφαίρεση των λευκών επιφανειών από το χώρο του κέντρου, που δημιουργήθηκαν ως προσωρινές για την πρώτη έκθεση που φιλοξενήθηκε εκεί. Η απαλοιφή των «white cube» στοιχείων αποκαλύπτει αυτό που είχε κρυφτεί πίσω από την επιφάνεια της «ουδετερότητας».

Ο χώρος φαντάζει τώρα πιο ανοιχτός, πιο πρόθυμος να φιλοξενήσει διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα στα έργα και τους ανθρώπους που τα πλησιάζουν και αποτελεί από μόνη της επιμελητική δήλωση.

Μια πρώτη, μεγάλη θεματική αρτηρία της έκθεσης αφορά τη γλώσσα, τη μνήμη και το αρχείο – τις ιστορίες που επιμένουν να παραμένουν, τα ίχνη που αρνούνται τη λήθη.

Η Τζάφρα Αμπού Ζουλούφ παρουσιάζει βίντεο με αφηγήσεις της Παλαιστίνιας γιαγιάς της, ριζωμένες στη γη και τη μνήμη. Ο Λοΐζος Ολύμπιος φέρνει το θρυλικό πλέον κουήρ αρχείο του, ανοιχτό και υπό διαμόρφωση, ενεργοποιώντας το μέσα από αναγνώσεις και περφόρμανς.

Λοΐζος Ολύμπιος, Research becomes archive; archiving becomes practice; archive becomes public, 2024 – σε εξέλιξη

Η Μαρία Πετρίδη προτείνει μια εμπειρία ακρόασης με υλικό από επερχόμενο μυθιστόρημά της, αναστοχαζόμενη την αποικιακή παρουσία στην Κύπρο και τις μεταναστευτικές ροές από το Λεβάντε τη δεκαετία του ’80.

Η Έλενα Σαββίδου προτείνει ένα διαφορετικό είδος ρολογιού, όπου ενσωματώνει φωτογραφίες. Μέσα από αυτό, εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στο εφήμερο και την καταγραφή, δίνοντας έμφαση σε μικρά, διακριτικά ίχνη που αποκαλύπτουν κίνηση και παρουσία.

Τα έργα αυτά μοιράζονται μια κοινή χειρονομία: επιμένουν ότι το παρελθόν εξακολουθεί να διαπραγματεύεται ενεργά τον παρόντα χώρο και ότι αυτή η διαπραγμάτευση δεν είναι νοσταλγική αλλά πολιτική.

Η Μπελίντα Παπαβασιλείου συνδυάζει υλικό από το Κυπριακό Κινηματικό Αρχείο με σχέδια και επιτελεστικά σκορς, αναδεικνύοντας συλλογικές πράξεις επαναδιεκδίκησης του δημόσιου χώρου, καθώς και τον ρόλο της κίνησης και της χορογραφικής ανυπακοής ως μορφών έκφρασης και αντίστασης. Από εκεί, η έκθεση μετακινείται σε μια δεύτερη θεματική αρτηρία, αυτή του σώματος, του τόπου και των σχέσεων εξουσίας που τους διαμορφώνουν.

Η Ρία Αλεξάνδρου φτιάχνει μικρά χαλιά με βοτανικές απεικονίσεις που δεν μπορείς να πατήσεις, μια σιωπηλή απαγόρευση που συνδιαλέγεται με εκατό εβδομήντα λέξεις γραμμένες στον τοίχο, ανοιχτές σε κάθε επισκέπτη που θέλει να τις διαβάσει δυνατά. Οι ANBAU εξετάζουν την κηπουρική ως σύστημα και τον κήπο ως εύθραυστο, αυτοοργανωμένο οικοσύστημα, ξεκινώντας από αυτοφυή φυτά.

Kalaqs, 050326, 2026, καρέκλα, παρτιτούρα, ήχος 47’. © Παύλος Βρυωνίδης

Η Εύα Παπαβασιλείου τοποθετεί ένα ενεργειακά φορτισμένο κεραμικό έργο πάνω από το πλέον ανοιχτό πηγάδι του χώρου, προσεγγίζοντας την αρχιτεκτονική ως ενσώματη: κοίλοι χώροι, μήτρα, αυτί, κενό, γεωμετρίες που φέρουν μνήμη και δυνατότητα ταυτόχρονα.

Ο Εμίντιο Βάσκεζ καταγράφει την ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου μέσα από την τοποθέτηση κώνων, καρεκλών και άλλων καθημερινών αντικειμένων που λειτουργούν ως αυτοσχέδια εμπόδια στάθμευσης. Συνδέει αυτές τις πρακτικές με τη γεωμετρία του κώνου, αναδεικνύοντας πώς απλές μορφές αποκτούν χωρική και κοινωνική σημασία.

Η Αγγέλα Ιωαννίδου ερευνά τον εξευγενισμό της Λεμεσού και προτείνει το Τοπούι, μια συλλογή από αταίριαστα έπιπλα που δημιουργεί αυτοσχέδιο χώρο σύναξης, εμπνευσμένη από τις πρακτικές νεαρών Λεμεσιανών που ανακατασκευάζουν τον δημόσιο χώρο με τα μέσα που έχουν.

Ο Φοίβος Φιλήτας αντιπαραθέτει σε βίντεο διαφορετικές μορφές συνάθροισης που εμπεριέχουν τόσο βία όσο και οικειότητα, και προτείνει μια ιδιαίτερη συνθήκη θέασης: ο θεατής καλείται να παραμείνει κάτω από ένα πανί, μια «μεμβράνη» που μερικώς αποκρύπτει την εικόνα και διαμορφώνει τον τρόπο πρόσληψής της. Ο Kalaqs παρουσιάζει ένα ηχητικό ημερολόγιο, χρονολογημένες ηχογραφήσεις ιδεών που παράγονται εν κινήσει και είναι επιρρεπής σε διακοπές και παύσεις.

Μάριος Παύλου, Inhabit the wandering, 2026, 28 κάρτες, ακουαρέλα σε χαρτί, βιβλιάριο ποίησης και Disarmed by three rosy pebbles, 2021, ψηφιακό κολάζ, εκτύπωση σε βελούδινο πατάκι μπάνιου. © Παύλος Βρυωνίδης

Η Σουζάνα Φιαλά παρουσιάζει την εξέλιξη του μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης που εκπαιδεύει για να μπορεί να υπολογίζει την αντίσταση του, επιβάλλοντας του ένα αλγοριθμικό glitch. Οι οθόνες παρουσιάζονται μαζί με τυπογραφικές πλάκες – ανάμεσά τους μια ιατρική φόρμα καταγραφής που κάνει ορατή τη σχέση ανάμεσα στην υγειονομική κατανόηση του σώματος και την τεχνολογία.

Ο Μάριος Παύλου φτιάχνει τράπουλες όπου κάθε φύλλο φέρει ακουαρέλα αφιερωμένη σε διαδικασίες αλλαγής και μεταμόρφωσης. Η Ελευθερία Σωκράτους, τέλος, προτείνει ένα «κοινωνικό γυμναστήριο» που αναδεικνύει τη συμμετοχή ως δομημένη από ανισότητες, ενεργοποιώντας ταυτόχρονα δυνατότητες δράσης μέσα από κοινές επείγουσες ανάγκες.

Στο επίκεντρο και των δύο αρτηριών βρίσκεται το «Living Room», ένα σημείο συνάντησης που παραμένει ενεργό και μετά το τέλος της έκθεσης, φιλοξενώντας συζητήσεις, παραστάσεις, βραδιές ποίησης, εργαστήρια και ομάδες ανάγνωσης.

Ακολουθώντας τη λογική της έκθεσης, θα λέγαμε ότι θέλει να προτείνει ένα νέο τρόπο συνάθροισης και ανταλλαγής. Οι Stefano Harney και Fred Moten στο The Undercommons περιγράφουν μια μορφή συνάθροισης που συμβαίνει όχι μέσα στον θεσμό αλλά παρά τον θεσμό: μια ανεπίσημη, ανεξέλεγκτη πρακτική ανταλλαγής που ο θεσμός περιέχει χωρίς να μπορεί να τη διαχειριστεί πλήρως και που είναι αναγκαία σε ένα χώρο σύγχρονης τέχνης. 

Εύα Παπαβασιλείου, Walking Water, 2026, τοποειδική εγκατάσταση, μικτά υλικά. Πίσω Αριστερά: Έλενα Σαββίδου, There’s now every now and then, 2026, μικτά υλικά. © Παύλος Βρυωνίδης

Το ερώτημα που θέτει το «Living Room» είναι ακριβώς αυτό: μπορεί ένας προγραμματισμένος χώρος συνάντησης μέσα σε δημοτικό κέντρο τεχνών να λειτουργήσει με αυτή τη λογική ή τον περιορίζει εξαρχής η θεσμική του στέγαση;

Ο εκθεσιακός χώρος που ξαναορίζεται ως «σαλόνι» μπορεί να γίνει τόπος τοπικά ριζωμένης επεξεργασίας, ή μπορεί να παγιωθεί σε μια νέα «συσκευή ορατότητας» όπου η συνάθροιση γίνεται ένα «εξοχικό» χαρακτηριστικό που νομιμοποιεί ανισότητες χωρίς να μεταμορφώνει. Η Rehearsals in Placemaking βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το κατώφλι και ίσως το πιο ουσιαστικό της στοίχημα δεν είναι η έκθεση αυτή καθαυτή, αλλά αυτό που αφήνει πίσω της όταν κλείσει: το Living Room και το κέντρο τεχνών ως χώρος πρόβας που παραμένει ανοιχτός, όπου η επαναδιαπραγμάτευση της πόλης ως κοινού δεν τελειώνει με τα έργα αλλά συνεχίζεται.

Ελεύθερα, 03.05.2026