«Παρ’ όλα αυτά το σημαντικώτερο γεγονός γύρω από την υπόθεση της πολιτιστικής ζωής και κουλτούρας στον τόπο μας είναι τούτο: το μεγάλο κοινό βρίσκεται ακόμη απ’ έξω. Το κοινό τούτο εξακολουθεί να μένει απληροφόρητο, ενώ θάπρεπε αυτό ακριβώς το κοινό να βρισκόταν σε εγρήγορση πνευματική. Αυτό το απληροφόρητο κοινό που έπρεπε νάταν ο αποδέχτης των πολιτιστικών πραγματώσεων στον τόπο μας και ο καθρέφτης των μηνυμάτων τους μένει αμέτοχο σ’ αυτή τη διακίνηση».

Αυτά το 1977 από τη δημοσιογράφο και γλύπτρια Μαρία Δωρίτη (1946-2010, στη φωτογραφία), σε μια εκτενή ανασκόπηση της χρονιάς στον τύπο της εποχής, με ονομαστικές αναφορές στη θεατρική παραγωγή, την εκδοτική δραστηριότητα και τα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος εικαστικά:

«Έγιναν γύρω στις 50 ατομικές εκθέσεις σε διάφορους εκθετικούς χώρους, με επίκεντρο την Γκαλερί Ζυγός στη Λευκωσία και Λεμεσό. Η πιο σημαντική ατομική έκθεση ήταν η αναδρομική του Α. Διαμαντή, και από τις ομαδικές η Έκθεση Κυπριακής Τέχνης που διοργάνωσε το ΕΚΑΤΕ, που περιλάμβανε και έργα Κυπρίων καλλιτεχνών που δεν ζουν πια.

Ατομικές εκθέσεις όπου παρουσίασαν παλιά και καινούργια δουλειά τους έκαμαν στον χρόνο που μας πέρασε, οι κυριότεροι εκπρόσωποι της κυπριακής εικαστικής δημιουργίας. Ζωγραφική: Α. Διαμαντής, Γ. Σκοτεινός, Σ. Φραγκουλίδης, Λ. Οικονόμου, Α. Λαδόμματος, Ρ. Μπέιλυ, Α. Χαραλάμπους, Γ. Κατσώνης, Ν. Κουρούσης, Χ. Δίκαιος, Γ. Χιούζ, Χαρά -Μεταξά- Παγανού. Στη γλυπτική παρουσίασαν νέα δουλειά τους: οι Α. Σαββίδης, Δ. Κωνσταντίνου και Μαρία Δωρίτη».

Πράγματι, παρούσα και η ίδια στα δύσκολα χρόνια της πολιτιστικής ανάνηψης του τόπου, με έργα στον δημόσιο χώρο, όπως ήταν η «Ασπιδούχα Κύπρος» που νοηματοδοτούσε κάποτε την πλατεία του ΟΧΙ, αλλά και στον ιδιωτικό εκθετικό τομέα, με τη συνέργειά της στην Γκαλερί Ζυγός, προοίμιο της έτι δραστήριας Γκαλερί Γκλόρια.

Αν και απέχουμε πολύ από το τέλος της φετινής χρονιάς, η πυκνότητα των εκδηλώσεων μέσα στο εξάμηνο της «Προεδρίας» επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει κιόλας, μια ολιγόλεπτη ανασκόπηση και κάποια στιγμιαία συγκριτικά σχόλια, έστω, με το ελαφρολαϊκό λεκτικό των ημερών μας, χωρίς τη φόρτιση αναφορών στην «απειλούμενη εθνική υπόσταση» του «δοκιμαζόμενου λαού» μας, όπως καλή τη πίστει μπορούσε να γράφει η Μαρία Δωρίτη πριν από μισό αιώνα.

Ωστόσο το καίριο ερώτημά της, κατά πόσο το κυπριακό κοινό βρίσκεται σε «πνευματική εγρήγορση» παραμένει προκλητικό. Μήπως μείναμε στάσιμοι, ανεπίδεκτοι των εντόπιων «πολιτιστικών πραγματώσεων» κι αμέτοχοι στη «διακίνηση» των μηνυμάτων τους;

Σίγουρα απληροφόρητοι δεν είμαστε. Αντιθέτως, εδώ και μερικούς μήνες δεχόμαστε καταιγισμό ανακοινώσεων από το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού και παρακολουθούμε «live» το συνεχές «unboxing» εκθέσεων που διεκπεραιώνει με αξιοθαύμαστο ζήλο η προϊσταμένη Υφυπουργός του Πολιτισμού.

Ένα παρατεταμένο «selfie εξουσίας», όπως δηκτικά συνόψισε μια συνάδελφος, απ’ αυτές που δεν αξιώθηκαν να δουν κάποιο έργο τους σε μια από τις πολλές εκθέσεις της «Προεδρίας», ενώ άλλος, επίσης κοινωνικά ανασφάλιστος, ένας από τους λεγόμενους «ά-status», στηλίτευσε καταφρονητικά τα «peanuts» που για πρώτη φορά μοιράστηκαν στους διαλεχτούς καλλιτέχνες.

Εδώ χρειάζεται όντως αναλυτική φρόνηση. «Aπεύθυνση -Απόβλεψη -Λογοδοσία» λοιπόν, όπως θα ’λεγε κι ο Μιχάλης. Σε ποιους απευθύνονται τα εορταστικά «events», σε τι αποβλέπουν και σε ποια κέντρα λογοδοτούν οι διεκπεραιωτές.

Οι δυο πρώτες έννοιες έχουν προφανώς μια τεχνική επικοινωνιακή διάσταση. Καλώς. Η τρίτη όμως, η δυνητικά μυστηριακή;

Δύσκολο να αποφανθεί κανείς, μέσα στην εποχιακή σκόνη και το γενικότερο κλίμα δυσπιστίας που επικρατεί στον τόπο. Ο χρόνος θα δείξει.

Προς το παρόν, ας έχουν υπόψη οι παραπονούμενοι πως ο ταξιδιάρικος ακτιβισμός της αρμοδίας Υφυπουργού μπορεί να φαντάζει πολυέξοδος, είναι όμως απόλυτα αναγκαίος, νοουμένου ότι τέτοιες εξωτικές ανακεφαλαιώσεις είναι το αλάτι στη σούπα της «Προεδρίας», έστω κι αν η σχετική «διακίνηση των μηνυμάτων» υπολείπεται της αναγκαίας «θρασύτητας» που θα ξεμπρόστιαζε εναργέστερα την τουρκική κατοχή.

Εξάλλου, το ευλο(γ)ημένο εξάμηνο της «Προεδρίας» δεν είναι και η καταλληλότερη στιγμή για αναθεώρηση της αντικατοχικής μας εσωστρέφειας. Στο κάτω- κάτω, γιατί να θέλουμε να «ερεθίσουμε» το φιλότεχνο ευρωπαϊκό κοινό, τη στιγμή που μπορούμε να το «γοητεύσουμε»;

Ελεύθερα, 03.05.2026