Πίστευε ότι πίσω από ξεχασμένα αρχεία και οικογενειακές αφηγήσεις κρυβόταν μια μεγάλη περιουσία που χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, η προσπάθειά του να αναγκάσει το Κτηματολόγιο να ξετυλίξει το νήμα μιας κληρονομικής ιστορίας που ξεκινά από τις αρχές του περασμένου αιώνα προσέκρουσε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ξεκαθάρισε ότι η υπηρεσία οφείλει να παρέχει όσα στοιχεία διαθέτουν τα αρχεία της, αλλά δεν έχει αρμοδιότητα να διεξάγει γενεαλογικές ή ιστορικές έρευνες και να ανασυνθέτει οικογενειακά δέντρα ενός αιώνα πριν.
Η υπόθεση αφορούσε άνδρα, ο οποίος υποστήριζε ότι είναι κληρονόμος οικογένειας από το Γέρι και επιδίωκε να εξακριβώσει την τύχη μεγάλης ακίνητης περιουσίας που, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε συλλέξει από κατοίκους της περιοχής, ανήκε σε συγγενικά του πρόσωπα που απεβίωσαν πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Ο εφεσείων είχε απευθυνθεί επανειλημμένα στο Κτηματολόγιο, ζητώντας πληροφορίες για ακίνητα που ήταν εγγεγραμμένα στα ονόματα τριών προγόνων του, καθώς και στοιχεία για τυχόν μεταβιβάσεις ή κληρονομικές διαδοχές. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Γερίου, αλλά και αντιφατικές πληροφορίες που, κατά τον ίδιο, προέκυπταν από διάφορα πιστοποιητικά έρευνας που είχε λάβει από τις αρμόδιες αρχές.
Το Κτηματολόγιο απάντησε ότι είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να ικανοποιήσει τα αιτήματά του, εκδίδοντας πιστοποιητικά έρευνας και παρέχοντας στοιχεία από τα διαθέσιμα αρχεία. Ωστόσο, τόνισε ότι οι πληροφορίες που ζητούνταν αφορούσαν πρόσωπα που είχαν αποβιώσει πριν από το 1920 και ότι η διερεύνηση οικογενειακών σχέσεων, η επιβεβαίωση στοιχείων κληρονομιάς ή η επίλυση αμφιβολιών σχετικά με πιστοποιητικά κληρονόμων δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι ο εφεσείων δεν απέδειξε πως η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου ήταν λανθασμένη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το Κτηματολόγιο ανταποκρίθηκε στον μέγιστο δυνατό βαθμό στα αιτήματα του πολίτη, παρέχοντας πληροφορίες που ήταν καταχωρημένες στα μητρώα και στα βιβλία που τηρεί η υπηρεσία.
Οι δικαστές υπογράμμισαν ότι η σχετική νομοθεσία υποχρεώνει τον Διευθυντή Κτηματολογίου να παρέχει πληροφορίες που υπάρχουν στα επίσημα αρχεία σε ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αλλά δεν του επιβάλλει να διεξάγει έρευνες για εντοπισμό οικογενειακών δεσμών ή να ανασυνθέτει ιστορικά γεγονότα και κληρονομικές σχέσεις. Σημείωσαν επίσης ότι η αδυναμία παροχής πρόσθετων στοιχείων οφειλόταν κυρίως στην παλαιότητα των γεγονότων και στην αντικειμενική δυσκολία εντοπισμού εγγράφων που αφορούν πρόσωπα, τα οποία απεβίωσαν πριν από περισσότερα από 100 χρόνια.
Παράλληλα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν υπήρχαν λάθη ή αντιφάσεις σε προηγούμενα πιστοποιητικά, ο κατάλληλος δρόμος για τον εφεσείοντα θα ήταν η αξιοποίηση των προβλεπόμενων διαδικασιών διόρθωσης των μητρώων και όχι η απαίτηση για περαιτέρω ιστορική έρευνα από το Κτηματολόγιο.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο μπορούσε να διατάξει τον Διευθυντή Κτηματολογίου να αποκαλύψει συγκεκριμένες πληροφορίες. Σύμφωνα με το Ανώτατο, στο πλαίσιο της εξέτασης εφέσεων κατά αποφάσεων του Κτηματολογίου, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγχει τη νομιμότητα και την ορθότητα μιας απόφασης, αλλά δεν έχει εξουσία να διατάσσει τον Διευθυντή να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο.
Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας έξοδα ύψους €2.500 εναντίον του εφεσείοντα.