Οι υποψίες των επιστημόνων για πιθανή αλλαγή στη συμπεριφορά του βακτηρίου Dermatophilus congolensis και μετάδοσή του πλέον από άνθρωπο σε άνθρωπο, τείνουν να επιβεβαιωθούν, καθώς ο αριθμός των ανθρώπινων κρουσμάτων στην Ευρώπη καταγράφει σημαντική αύξηση με τους ασθενείς να μην αναφέρουν επαφή τους με ζώα.

Το βακτήριο τέθηκε στο μικροσκόπιο του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων, (ECDC), στις αρχές του έτους όταν διαπιστώθηκε ότι είχε παρουσιάσει αλλαγές και ενώ μέχρι σήμερα θεωρείτο ως οργανισμός που επηρεάζει τα ζώα και πολύ σπάνια τους ανθρώπους που έρχονται σε επαφή με αυτά, άρχισαν να εντοπίζονται περιστατικά σε άτομα τα οποία δεν σχετίζονταν με βοοειδή και άλλα οικόσιτα και άγρια ​​ζώα.

Πριν από έναν μήνα, το ECDC είχε περιλάβει την παρακολούθηση του συγκεκριμένου βακτηρίου στην αναφορά επιδημιολογικής επιτήρησης και χθες προχώρησε σε έκδοση ειδικής έκθεσης στην οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται και συστάσεις προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

To Dermatophilus congolensis, προκαλεί τη δερματική βακτηριακή νόσο «δερματοφίλωση» και αναφέρεται κυρίως σε βοοειδή, αν και επηρεάζει και άλλα οικόσιτα και άγρια ​​ζώα. Μέχρι τώρα θεωρείτο ζωονόσος, με πάρα πολύ σπάνια μετάδοσή της από τα ζώα στον άνθρωπο και με τα περισσότερα γνωστά περιστατικά να συνδέονταν με επαφή με βοοειδή, πρόβατα, κατσίκες ή μολυσμένο περιβάλλον.

Τα τελευταία, όμως, δύο χρόνια, οι υγειονομικές Αρχές σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να καταγράφουν δεκάδες περιστατικά σε ανθρώπους χωρίς να υπάρχει ιστορικό επαφής με ζώα. Για τον λόγο αυτό και οι επιστήμονες στην Ευρώπη άρχισαν, με τη σειρά τους, να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω στενής δερματικής επαφής.

Η νόσος εκδηλώνεται κυρίως με δερματικές βλάβες, όπως μικρά εξανθήματα, φλύκταινες, ερεθισμούς, λέπια ή κνησμό που εμφανίζονται, κυρίως στα γεννητικά όργανα, στο πρόσωπο ή σε άλλα σημεία του σώματος που έρχονται σε στενή επαφή με το δέρμα άλλων ανθρώπων.

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκαλεί πυρετό ή άλλα σοβαρά συμπτώματα και αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με κοινά αντιβιοτικά, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταγραφεί σοβαρές επιπλοκές ή θάνατοι από τα περιστατικά που διερευνώνται στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με την ταχεία αξιολόγηση κινδύνου του ECDC, έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 70 επιβεβαιωμένα περιστατικά σε Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία και Σουηδία, ενώ επιπλέον κρούσματα αναφέρθηκαν στη Νορβηγία και την Αυστρία. Συγκεκριμένα, μέχρι τον Ιούνιο φέτος, 40 κρούσματα είχαν αναφερθεί στη Γαλλία, 17 στη Γερμανία, 9 επιβεβαιωμένα και 5 υπό διερεύνηση στην Ισπανία, 4 στη Σουηδία, 10 στη Νορβηγία και 17 περιστατικά στην Αυστρία. Η πλειονότητα των ασθενών ήταν ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι και άλλοι άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Τα περιστατικά στη Νορβηγία σχετίζονταν με δραστηριότητες πολεμικών τεχνών, με έκθεση των ασθενών στο βακτήριο, είτε στη Νορβηγία, το καλοκαίρι του 2025, είτε κατά τη διάρκεια ταξιδιού στην Ταϊλάνδη τον Ιανουάριο του 2026. Στην Αυστρία, το βακτήριοεντοπίστηκε σε δέκα άτομα το 2025 και σε επτά μέχρι τα μέσα του 2026.

«Αυτή η ταχεία αξιολόγηση κινδύνου πραγματοποιήθηκε για την αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης, καθώς η συγκεκριμένη λοίμωξη  αποτελεί ασυνήθιστο φαινόμενο στους ανθρώπους», αναφέρει το ECDC.

Ο συνολικός κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό, προς το παρόν, προστίθεται, «αξιολογείται ως πολύ χαμηλός, λαμβάνοντας υπόψη τη χαμηλή επίπτωση λόγω της ήπιας κλινικής πορείας της νόσου». 

Η πιθανότητα λοίμωξης, «αυξάνεται σε ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους και άλλους άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, που έχουν πολλαπλούς σεξουαλικούς συντρόφους και επισκέπτονται χώρους όπου παρέχεται σεξ».

Καταλήγοντας, το ECDC προχωρεί σε συστάσεις προς τα κράτη-μέλη, ενόψει και της καλοκαιρινής περιόδου, κατά την οποία αυξάνονται οι μετακινήσεις πολιτών μεταξύ των κρατών-μελών αλλά και σε άλλα σημεία του πλανήτη.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το αρμόδιο Ευρωπαϊκό Κέντρο, «τα κράτη πρέπει να συνεχίσουν τις επιδημιολογικές και μικροβιολογικές έρευνες για τον καλύτερο χαρακτηρισμό των οδών μετάδοσης, των παραγόντων κινδύνου και της έκτασης της εξάπλωσης».

Συστήνεται, επίσης, «ευαισθητοποίηση των γιατρών και των κλινικών εργαστηρίων για την υποστήριξη της έγκαιρης αναγνώρισης, των εξετάσεων, της έγκαιρης πρόσβασης στη θεραπεία και της αναφοράς κρουσμάτων».

Το ECDC, με δεδομένο τον αυξημένο κίνδυνο για συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, εισηγείται την «εφαρμογή στοχευμένης επικοινωνίας κινδύνου και συμβουλών πρόληψης για ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους και άλλους άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, συμπεριλαμβανομένης της αποστολής μηνυμάτων σχετικά με τη δερματοφιλίωση».