Τη θέση ότι η Αστυνομία Κύπρου έκανε επισυνδέσεις και παρακολουθούσε συνομιλίες πολιτών σε πραγματικό χρόνο, κι ενώ εκκρεμεί σχετική νομοθετική ρύθμιση, εξέφρασε δικανικός εμπειρογνώμονας και πρώην μέλος της αστυνομικής Δύναμης.
Ο λόγος για τον Αλέξη Μαύρο, ο οποίος είναι πιστοποιημένος Εξεταστής Εγκληματολογίας Υπολογιστών (IACIS) με μεταπτυχιακό Δίπλωμα (MSc) στην Εγκληματολογία Υπολογιστών.
Μιλώντας την περασμένη Τρίτη στην εκπομπή «Alpha Ενημέρωση» και απαντώντας σε ερώτημα της δημοσιογράφου, Κάτιας Σάββα, είπε με βεβαιότητα ότι η Αστυνομία έκανε επισυνδέσεις.
Μάλιστα, επικαλέστηκε και τη θητεία του στην Αστυνομία, αλλά και τα όσα γνωρίζει πλέον ως ιδιώτης και ειδικός επί του θέματος. Ο κ. Μαύρος, αν και κλήθηκε από τη δημοσιογράφο να πει κατά πόσον αυτό είναι παράνομο, εντούτοις το απέφυγε υποδεικνύοντας πως γι΄ αυτό το ζήτημα θα πρέπει να μιλήσει νομικός.
Παραθέτουμε επί λέξει τη στιχομυθία που έγινε στον αέρα της εκπομπής:
>> Κάτια Σάββα: «Αυτό τώρα είναι κάτι το οποίο γίνεται ήδη στην Κύπρο (σημ. αναφερόταν σε επισύνδεση από Αρχές της Δημοκρατίας); Υπάρχει; Εννοώ νόμιμα; Δηλαδή, παίρνουν διάταγμα, αυτό που λένε και συζητάνε; Όπως για το οργανωμένο έγκλημα; Επειδή αυτό δεν πέρασε και δεν λειτούργησε. Δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Έχετε κάτι υπόψιν σας;».
>> Αλέξης Μαύρος: «Εξ όσων γνωρίζω από τη θητεία μου στην Αστυνομία και ύστερα σαν ιδιώτης, υπάρχει και γίνεται… Τώρα το νομικό πλαίσιο καλύτερα να το εξηγήσει κάποιος νομικός. Και υπάρχει και γίνεται, σίγουρα. Αυτά σε ό,τι αφορά την κλασσική επισύνδεση(…)».
Να σημειωθεί ότι ο νόμος για τις παρακολουθήσεις ψηφίστηκε το 2020, ωστόσο, ποτέ δεν προέκυψε ότι έγινε νόμιμη επισύνδεση από τις Αρχές της Δημοκρατίας που είναι επιφορτισμένες με την δημόσια και εθνική ασφάλεια.
Αξιωματούχοι όταν ρωτούνταν κατά καιρούς γιατί δεν εφαρμοζόταν ο Νόμος, επικαλούνταν τεχνικής φύσεως ζητήματα που δεν επέτρεπαν τις νόμιμες παρακολουθήσεις. Αργότερα, ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι πάροχοι δεν ήταν διατεθειμένοι να συμμετάσχουν σε επισυνδέσεις με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο.
Όπως είχε αποκαλύψει ο «Φ» (1/3/2026) η CYTA έθετε θέμα συνταγματικών δικαιωμάτων. Γι΄ αυτό και οδηγήθηκε εκ νέου νομοθέτημα στη Βουλή προς συζήτηση προσφάτως, χωρίς, βέβαια, να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Πάντως, το γεγονός ότι ο Νόμος ήταν αδρανής είχε διαφανεί και παλιότερα. Ο ποινικολόγος, Ηλίας Στεφάνου, είχε ρωτηθεί σχετικά σε τηλεοπτική εκπομπή περί τα τέλη του 2022. Απαντώντας σε ερώτημα της Κάτιας Σάββα είχε αναφέρει τα ακόλουθα: «Υπάρχουν δυο ζητήματα. Η πραγματική επικοινωνία (σημ. σε πραγματικό χρόνο), δηλαδή να ακούς, να παρακολουθείς όταν μιλά κάποιος με κάποιον άλλο, που αυτό είναι ουσιαστική επικοινωνία. Και το δεύτερο είναι ποιος μίλησε με ποιον, για πόση ώρα, χωρίς να βλέπεις περιεχόμενο.
Το πρώτο, δηλαδή η πραγματική επικοινωνία, για να μπορούν οι Αρχές να παρακολουθούν εγκληματικά στοιχεία, αυτό έχει περάσει ως νομοθεσία αλλά δεν έχω υπόψη μου να έχει εφαρμοστεί. Τουλάχιστον δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου οποιοδήποτε αίτημα προς αυτό. Θα έπρεπε να αγοραστεί μηχάνημα και λοιπά… Το δεύτερο που ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ολομέλεια αφορά αυτό το ποιος μίλησε με ποιον, πόση ώρα, αυτά τα δεδομένα.
Αυτό είναι πρόβλημα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν είναι μόνο κυπριακό το ζήτημα. Όλες οι χώρες που έχουν ζήτημα για το πώς θα βάλουν κριτήρια έτσι ώστε να μπορούν να κρατούν τα δεδομένα όλων των πολιτών. Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρει ότι θα πρέπει να έχεις κάποιες συγκεκριμένες υποψίες πριν αρχίσεις να παρακολουθείς ποιος μιλά με ποιον, για πόση ώρα κλπ.
Άρα σ’ αυτό το επίπεδο χρησιμοποιούν μια άλλη νομοθεσία, η οποία επίσης είναι υπό εξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο, δηλαδή κατά πόσο δικαιούσαι να επικαλείσαι άλλη νομοθεσία από αυτήν η οποία προβλέπει τη δυνατότητα».