Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΈνα ένταλμα έρευνας δίνει εξουσία για εντοπισμό και κατάσχεση υλικού και όχι για το περιεχόμενό του, ξεκαθάρισε σε απόφασή του την περασμένη εβδομάδα το Ανώτατο Δικαστήριο στη δευτεροβάθμιά του διαδικασία.
Η απόφαση των τριών δικαστών ξεκαθαρίζει το πεδίο αναφορικά με την έκδοση ενταλμάτων έρευνας και τον διαχωρισμό τους από τα εντάλματα που αφορούν στο περιεχόμενο των όσων κατακρατούνται.
Η υπόθεση αφορούσε εκτέλεση αιτήματος δικαστικής συνδρομής της Δημοκρατίας κατόπιν αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα αδικήματα που διερευνώνταν από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αφορούσαν φορολογική εξαπάτηση των δημοσίων εσόδων της από όμιλο εταιρειών, σε σχέση με την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο αυτοκινήτων και την εισαγωγή τους στην Κύπρο.
Για τον σκοπό αυτό η Αστυνομία αιτήθηκε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε ένταλμα έρευνας της οικίας γυναίκας προς αναζήτηση κινητών, τάμπλετ, υπολογιστών κ.ά. Η εφεσείουσα αντιδρώντας στην πιο πάνω εξέλιξη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο και εξασφάλισε άδεια για καταχώριση Αίτησης με Κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του ως άνω εντάλματος έρευνας.
Δικαστής έδωσε αρχικά άδεια για ακύρωση του εντάλματος, ωστόσο κατά την εξέταση της αίτησης την απέρριψε, αφού κατέληξε ότι «έχοντας υπόψη το πρόσωπο της Αιτήτριας, την εμπλοκή της στην υπόθεση, δηλαδή τη θέση της και τους τρόπους που φέρεται να ενεργούσε, δικαιολογείτο στο μυαλό του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα η δημιουργία «εύλογης αιτίας να πιστεύεται» ότι τα αντικείμενα που αναζητούσε η αστυνομία βρίσκονταν στην κατοικία της». Στη συνέχεια η αιτήτρια κατέθεσε έφεση.
Αποτέλεσε θέση των δικηγόρων της πως στην υπό κρίση περίπτωση ήταν σαφές ότι ο σκοπός της εξουσιοδότησης που δόθηκε μέσω του υπό κρίση εντάλματος έρευνας δεν ήταν απλώς η λήψη συγκεκριμένων φυσικών συσκευών, αλλά και η απόκτηση πρόσβασης στο υλικό επικοινωνίας που ήταν αποθηκευμένο εντός αυτών.
Οι τρεις εφέτες διαφώνησαν με τη θέση αυτή σημειώνοντας ότι η εξουσιοδότηση που το κατώτερο Δικαστήριο έδωσε περιοριζόταν στην ανεύρεση, εντοπισμό και κατάσχεση αντικειμένων, ήτοι ηλεκτρονικών συσκευών τα οποία περιείχαν το υλικό που περιγράφετο στο Ένταλμα. Δεν εξουσιοδοτούσε την ανεύρεση, εντοπισμό και κατάσχεση συγκεκριμένου υλικού σε ηλεκτρονική μορφή.
«Η κατάσχεση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, κινητού τηλεφώνου ή εξωτερικού μέσου αποθήκευσης, αναφέρει το Δικαστήριο αποτελεί μέτρο διασφάλισης και συλλογής πιθανής μαρτυρίας. Η επέμβαση στο απόρρητο επέρχεται σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν το περιεχόμενο του μέσου ανακτηθεί. Εν ολίγοις, η κατάσχεση μιας ηλεκτρονικής συσκευής και η πρόσβαση στα δεδομένα που αυτή περιέχει αποτελούν δύο διακριτά και χρονικά διαφορετικά στάδια».
Τέλος, απορρίπτοντας την έφεση της αιτήτριας, επισημάνθηκε ότι η διαβίβαση των κατασχεθέντων στις βρετανικές Αρχές δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη στέρηση της από κάθε ένδικη προστασία. Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι της Δημοκρατίας Π. Βαρνάβα με Ηρ. Ζησίμου.