Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ ισραηλινή αμυντική βιομηχανία έχει εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς διεθνώς στον τομέα της αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας, χάρη στην ανάπτυξη συστημάτων όπως τα Iron Dome, David’s Sling και Arrow. Οι επιδόσεις τους δοκιμάστηκαν σε πραγματικές συνθήκες μετά τις μεγάλης κλίμακας ιρανικές επιθέσεις από το 2024, όταν οι εικόνες των αναχαιτίσεων μεταδόθηκαν σε ζωντανή σύνδεση σε όλο τον κόσμο.
Η αρχή ότι «καμία αεράμυνα δεν είναι 100% ανυπέρβλητη» παραλίγο να τεθεί υπό αμφισβήτηση, καθώς κατά τη διάρκεια αυτών των επιθέσεων οι επιτυχείς αναχαιτίσεις απειλών ήταν συντριπτικά περισσότερες από τις αποτυχίες. Αυτήν ακριβώς την ικανότητα επιδιώκει να αποκτήσει και η Ελλάδα, ενώ η Κύπρος έχει ήδη εξοπλιστεί με το προηγμένο ισραηλινό αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό σύστημα BARAK MX.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η ελληνοϊσραηλινή συμφωνία ύψους €3 δισ. για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία υπεγράφη την περασμένη Δευτέρα στο Τελ Αβίβ, δεν αφορά απλώς την προμήθεια νέων πυραυλικών συστημάτων.
Είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ αναλαμβάνει να παραδώσει ένα ολοκληρωμένο αμυντικό πλέγμα, ικανό να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα απειλών, από βαλλιστικούς πυραύλους και εναέριους στόχους έως εχθρικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Όλα τα επιμέρους συστήματα θα ενοποιηθούν σε ένα νέο εθνικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου.
Πρόκειται για ένα δίκτυο συστημάτων αναχαίτισης, ραντάρ και αισθητήρων, το οποίο θα υποστηρίζεται από ένα πανεθνικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου. Στόχος είναι κάθε απειλή, από ένα μικρό drone έως έναν βαλλιστικό πύραυλο, να εντοπίζεται, να αξιολογείται και να κατευθύνεται αυτόματα στο καταλληλότερο σύστημα αναχαίτισης.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελείται από τρεις βασικές γραμμές πολυστρωματικής αεράμυνας, ώστε να αντιμετωπίζει απειλές σε διαφορετικά ύψη και αποστάσεις.
Στο ανώτερο επίπεδο (LRAD) θα βρίσκεται το David’s Sling της Rafael, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise και άλλων βαρέων πυραυλικών απειλών μεγάλου βεληνεκούς. Με την απόκτησή του, η Ελλάδα θα γίνει η δεύτερη ευρωπαϊκή χώρα μετά τη Φινλανδία που διαθέτει το συγκεκριμένο σύστημα.
Στο μεσαίο επίπεδο (MRAD) θα αναπτυχθεί το BARAK MX της Israel Aerospace Industries. Το σύστημα μπορεί να αντιμετωπίζει μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραύλους cruise, καθώς και ορισμένες κατηγορίες βαλλιστικών πυραύλων, παρέχοντας προστασία ευρύτερης περιοχής σε κρίσιμες υποδομές, όπως αεροπορικές βάσεις, λιμάνια και άλλες στρατηγικές εγκαταστάσεις.
Το χαμηλότερο επίπεδο (SHORAD), καθώς και η «άμυνα περιοχής» έναντι απειλών μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, θα βασίζεται στο SPYDER της Rafael. Πρόκειται για ένα κινητό σύστημα σχεδιασμένο να αντιμετωπίζει χαμηλά ιπτάμενους στόχους, όπως αεροσκάφη, drones και περιφερόμενα πυρομαχικά.
Το «νευραλγικό πυρήνα» του νέου θόλου αεράμυνας θα αποτελούν τα ραντάρ πολλαπλών αποστολών MMR της ELTA, καθώς και το εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου που θα αναπτύξει η Rafael. Τα ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν ταυτόχρονα εκατοντάδες στόχους, ακόμη και αντικείμενα με πολύ μικρό ηλεκτρομαγνητικό ίχνος.
Μέσω συμπληρωματικής συμφωνίας ύψους €26 εκατ., η Ελλάδα θα αποκτήσει επίσης συστήματα Drone Dome της Rafael. Τα συστήματα αυτά συνδυάζουν ραντάρ, ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, με στόχο τον εντοπισμό, την αναγνώριση και την εξουδετέρωση εχθρικών drones γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές.
Πώς μπαίνει στην εξίσωση η Κύπρος
Κύπρος, Ελλάδα και Ισραήλ αντιμετωπίζουν κοινούς κινδύνους στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν θεωρείται τυχαίο, επομένως, ότι Αθήνα και Λευκωσία θα διαθέτουν συστήματα με δυνατότητες διαλειτουργικότητας, τα οποία μπορούν να προσφέρουν σημαντικά επιχειρησιακά οφέλη και να επηρεάσουν τα δεδομένα ασφαλείας στην περιοχή.
Σε τεχνικό επίπεδο, υπάρχει η δυνατότητα διασύνδεσης των συστημάτων που θα διαθέτει η Ελλάδα με τις αντίστοιχες υποδομές της Κύπρου και του Ισραήλ. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ωστόσο, το σημαντικότερο όφελος δεν αφορά μόνο την ικανότητα αναχαίτισης απειλών, αλλά κυρίως τη δημιουργία μιας μεγάλης κοινής επιχειρησιακής εικόνας.
Μέσω της ανταλλαγής δεδομένων από αισθητήρες και συστήματα επιτήρησης, Αθήνα και Λευκωσία θα μπορούν να έχουν καλύτερη εικόνα για την αεροπορική δραστηριότητα σε μεγάλο βάθος, ακόμη και πέραν της περιοχής άμεσης ευθύνης τους, ενισχύοντας την επιχειρησιακή ετοιμότητα Ελλάδας και Κύπρου.
Η νέα αυτή αρχιτεκτονική ασφαλείας, σε συνδυασμό με την περαιτέρω στρατιωτική εμβάθυνση των σχέσεων Αθήνας και Λευκωσίας, μέσω της παρουσίας ελληνικής φρεγάτας και μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην Πάφο, δημιουργεί νέα δεδομένα επιχειρησιακής επιτήρησης και ελέγχου στην Ανατολική Μεσόγειο, τόσο για την Κύπρο όσο και για την Ελλάδα.
Βεβαίως, μπορεί τα συστήματα και η τεχνολογία να υπάρχουν, όμως οι πολιτικές αποφάσεις είναι εκείνες που τελικά καθορίζουν την αποτελεσματικότητα και τον βαθμό αξιοποίησής τους. Η διασύνδεση διαφορετικών εθνικών συστημάτων αεράμυνας, προϋποθέτει συμφωνίες σε επίπεδο στρατηγικής, ανταλλαγής πληροφοριών, κανόνων εμπλοκής και επιχειρησιακού συντονισμού.